Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ένα σπίτι, μια άνοιξη, μια σκέψη






«Υπάρχει μια εικόνα στο μυαλό μου ενός σπιτιού, στη θάλασσα. Είναι ένα σπίτι παλιό, πέτρινο, με αποχρώσεις του κίτρινου και του κόκκινου, ένα σπίτι που στέκεται στην άκρη μιας πλαγιάς αγγίζοντας σχεδόν τη θάλασσα. Το είδωλό του καθρεφτίζεται στο νερό. Είναι δίπατο, σαν εκείνα τα σπίτια που έφτιαχναν κάποτε οι άνθρωποι για να στεγάσουν ανθρώπους με πραγματικές ανάγκες, με αισθήματα, με εικόνες στο μυαλό τους, σπίτια αληθινά, όχι κατασκευές από μάρμαρο, άνετα αλλά άδεια. Γύρω του η βλάστηση είναι αραιή και άγρια, πουθενά η αίσθηση του κήπου, κι όμως σου δίνει την εντύπωση ενός χώρου που περιχαρακώνει το σπίτι σαν να θέλει να το αποκλείσει από τη θάλασσα. Το βλέπω πάντοτε κλειστό, σαν να το έχουν εγκαταλείψει από πολύ καιρό. Όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να φανταστώ πώς να είναι μέσα από τις κλειστές πόρτες και τα σφαλιστά παράθυρα. Είχα δει κάποτε ένα τέτοιο σπίτι, στη μια πλευρά του φύτρωνε ένα δέντρο, που ο αέρας το είχε γείρει ίσα να φτάνει τη θάλασσα. Και μέσα στη θάλασσα, κοντά στην ακρογιαλιά μπορούσες να διακρίνεις παλιά χνάρια πόλης αρχαίας, βυθισμένης και νεκρής.

Όχι, εδώ που κατοικώ δεν υπάρχει κοντά θάλασσα. Τα πιο παλιά σπίτια είναι εγκαταλελειμμένα και άδεια, περιμένοντας κάποια κατεδάφιση. Αγριόχορτα φυτρώνουν εκεί που κάποτε άνθιζαν ολόκληροι κήποι. Ο ορίζοντάς τους ήταν και είναι η πλαγιά ενός βουνού. Κι όμως, εγώ το σπίτι το βρήκα!
Αυτή είναι η φωτογραφία. Το σπίτι βρίσκεται μέσα σ’ ένα κτήμα γεμάτο άγρια βλάστηση. Είναι στο βάθος χτισμένο, για να έχει μεγάλη άνεση στην πρόσβαση, το «έμπα» του είναι, ήταν μάλλον, κάποτε μεγαλόπρεπο. Από τους τοίχους του φαίνεται ακόμη ότι το κυρίαρχο χρώμα ήταν το κόκκινο, μια όχι πολύ έντονη απόχρωση του ζεστού χρώματος. Τα παραθυρόφυλλα κρατούν ακόμη την ώχρα τους, τόσο αρμονικά δεμένη με το χρώμα των τοίχων, η εξώπορτα ξύλινη, καφετιά με σιδερένια στολίδια. Όλο το κτήμα περιφράσσεται από πέτρινη μάντρα, με, σκουριασμένη τώρα πια, κάποτε ωραία σιδερένια πόρτα. Και όλη, μα όλη αυτή η μεγάλη μάντρα είναι πνιγμένη στις πασχαλιές! Ξεφυτρώνουν θαρρείς από παντού, χρωματίζουν με το απαράμιλλο μωβ τους όλη την παρωχημένη εικόνα. Μαγεία!

Ο Σεφέρης το είχε επισημάνει, η υψηλότερη μορφή άνοιξης είναι μια ελληνική μεγάλη εβδομάδα. Σπουδαία σκέψη! Η άνοιξη, το «άνοιγμα» της φύσης, η αναγέννηση παρέα με τη φθορά και τον θάνατο, ο Χριστός της ελληνικής παράδοσης ένα με τον Άδωνι της αρχαίας μυθικής θρησκείας, και οι δυο μαζί θάνατος κι ανάσταση, καταστροφή και νέα ζωή αντάμα κι αχώριστα, ένα πράγμα. Η πασχαλιά με το πένθιμο χρώμα να είναι εκεί να σου θυμίζει την ανάγκη για ζωή, να μεθάς με το άρωμά της αλλά την ίδια στιγμή να στολίζεις μ’ αυτήν νεκρούς και επιτάφιους. Ασύλληπτη στο μέγεθός της επινόηση του ανθρώπου μπροστά στην ανάγκη του να κατανοήσει τον θάνατο όχι σαν τελείωμα αλλά σαν στάδιο, σαν σκαλί για ζωή πάλι. Εκεί που όλα μοιάζει να τελειώνουν, εκεί ωθεί τη σκέψη του να συλλάβει το αδιανόητο. Όχι, δεν έχει εδώ τελειωμό αυτό το θαύμα, αυτή η ψευδαίσθηση της ζωής ας δώσει τη θέση της στην πραγματική διαιώνιση, στην αιώνια ανάσα, στη διατήρηση, με όποια μορφή κι αν το θελήσει ο άνθρωπος, αυτής της πνοής, του πνεύματος, της ψυχής. Δεν έχει σημασία αν αυτό το κάνει μέσα από θρησκευτικές δοξασίες και προσδίδει έτσι και υπερβατική αξία σε κάτι τόσο γήινο και ανθρώπινο, όπως είναι ο διακαής πόθος για αιωνιότητα. Σημασία έχει το γεγονός ότι αυτή η δοξασία καλά κρατεί σ’ αυτόν τον τόπο από πολύ παλιά και καθοδηγεί από τον πιο απλό άνθρωπο ως τον πιο σκεπτικιστή διανοούμενο.»

Διώνη Δημητριάδου

(απόσπασμα από τη νουβέλα «Ο χώρος ανάμεσα», εκδόσεις Νοών)

(στη φωτογραφία σπίτι στην Πλύτρα Λακωνίας)