Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016


«Ποιος φοβάται;»



Κάποιοι το κατάλαβαν αμέσως, κάποιοι λίγο μετά. Κάποιοι νόμιζαν ότι ο τοίχος έρχεται καταπάνω τους, άλλοι ότι αυτοί πήγαιναν ολοταχώς να τον συναντήσουν. Το θέμα είναι ότι όλοι ανεξαιρέτως τρόμαξαν. Κάποιοι περισσότερο.

Αυτός που στέκονταν μπροστά απ’ όλους είπε "βλέπετε τι θα γίνει."
"Αυτό, λοιπόν, είναι το τέλος"; ρώτησε ένας.
"Ίσως όχι", απάντησε άλλος. "Αρκεί να προετοιμαστούμε για τη σύγκρουση".
"Μα, δεν έχουμε τα απαραίτητα εφόδια", ψέλλισε ένας τρίτος.
"Ας προσευχηθούμε", είπαν άλλοι, και ταυτόχρονα ύψωσαν το βλέμμα στο χάος.

Ένας μόνο  -πίσω πίσω στέκονταν αυτός-  ψιθύρισε "εγώ δεν φοβάμαι". Η φωνή του ίσα που ακούστηκε, μα μόνο από τους κοντινούς. "Εγώ δεν φοβάμαι" ύψωσε τώρα τη φωνή του αυτός (ο τελευταίος των τελευταίων). "ΕΓΩ ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ", συνέχισε κραυγάζοντας σχεδόν. Για ν’ ακουστεί.

Ο ένας με τον άλλον πέρναγε πια, σαν μαγνητισμένος, στον μπροστινό του τη φράση που άκουγε. Όταν έφτασε μπροστά, στους πρώτους, ο επικεφαλής απόρησε.
"Ποιος είπε πως δεν φοβάται;" ρώτησε.
"Εγώ, εγώ, εγώ", ακούστηκαν πολλοί τώρα.
"Και μέχρι τώρα πού ήσασταν;" τους ρώτησε.

Η πρόσκρουση στον τοίχο έγινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή κι έπνιξε την απάντηση. Έτσι δεν θα μάθουμε πόσο βάρος έχει η συνειδητοποίηση, έστω και αργά.

Διώνη Δημητριάδου

(Pablo Picasso, "The weeping woman", 1937)