Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

«Οι Δευτέρες των καθαρμών»




Κάποιες μέρες φορτωμένες από πολλές ποικιλόχρωμες εικόνες. Σαν εκείνη που κατηφορίζεις από την Κυψέλη προς την Πατησίων των μεγάλων ανθρώπων και του αδιόρατου φόβου. Μόνο που σήμερα δεν φοβάσαι, γιατί κρατάς σφιχτά το χέρι του πατέρα σου και νιώθεις ότι παίρνεις κάτι από τη δική του δύναμη. Κι ύστερα στο μεγάλο μαγαζί με τα μεγάλα ράφια τα φορτωμένα με λογής λογής άγνωστα σε σένα πράγματα, όπως εκείνα τα αγαπημένα του πατέρα, τα κόκκινα στρογγυλά. Εσένα δεν σου αρέσουν γιατί μυρίζουν ψάρι. Κι εκείνος γελάει «αφού είναι αυγά ψαριού!» σου λέει αλλά εσύ δεν καταλαβαίνεις. Γεννούν αυγά τα ψάρια;

Κι αλλού μετά, με τα δικά σου βήματα, απόγευμα σε επαρχιακό δρόμο, κάπου πάνω από τα Γιάννενα, κουρασμένη από το ώτο στοπ, αλλά κι από τη  συνήθειά σου να γνωρίζεις άγνωστους ανθρώπους για λίγο, και μετά πάλι στον δρόμο να διασχίζεις τον χάρτη σημειώνοντας καινούργιες εμπειρίες. Στη στάση του λεωφορείου. Λίγο πριν συνειδητοποίησες πως όλη μέρα είσαι με μια λαγάνα και ένα κουτάκι ταραμοσαλάτα, εκείνη τη βαμμένη κόκκινη, την ψεύτικη, και θυμάσαι τα κόκκινα αυγά του ψαριού του πατέρα, τότε παλιά. Ψεύτικα κι εκείνα άραγε; Σαν αυτό το κόκκινο που άλλοτε είναι αίμα κι άλλοτε χαμένα όνειρα. Κι εκεί στη στάση δίπλα σου καθισμένος καταγής κάποιος της παλαιότερης γενιάς, που πολλά είδε κι έμαθε. Κι έξαφνα το απόγευμα παίρνει άλλη όψη, μόλις αρχίζει να τραγουδά εκείνο το πολυφωνικό το βορειοηπειρώτικο, μόνο που κάνει όλες τις φωνές με τη δική του τη μια φωνή «αλησμονώ και χαίρομαι, άχου, όι όι»  και όλο αυτό θαρρείς και λέει περισσότερα από όσα νομίζεις πως καταλαβαίνεις, γιατί είναι ξαφνικά όλα ένα κι αδιαίρετο.

Κι αλλού μετά, σ’ εκείνα τα συντροφικά μαζώματα, μέρα που είναι, με ρεφενέ λαγάνες και τουρσιά και τα ελεεινά καλαμαράκια τα στοιβαγμένα στο κουτί. Αλλά δεν πειράζει καθόλου, μια που όλα φαντάζουν ανοιχτά μπροστά σε θεωρίες και άσματα ξεσηκωτικά. Κι όταν κάποιος αρχινά τον χορό, όλοι μια σειρά ακολουθούν και είναι όλα αληθινά. Μετά πολύ ξεφτίσαν μαζί με τις ιδεολογίες κι αυτά τα πανηγύρια. Τότε ακόμη δεν το ξέρεις αυτό.

Του καθαρμού Δευτέρες, με μια κάθαρση που πια δεν έρχεται. Γιατί την κάθαρση της τραγωδίας την ξέρουμε. Της κωμωδίας άραγε την έχει πει κανείς; Είναι κι εκείνο το παλιό του Αριστοτέλη, το χαμένο στους αιώνες των αιώνων (κι ας λέει το παραμύθι του ο Έκο, για το πώς χάθηκε, και χάσαμε κι εμείς τον μπούσουλα). Θα είχε μήπως και για την κωμωδία μια κάθαρση φυλάξει στην Ποιητική του;

Τραγικά και κωμικά αντάμα. Όχι μόνο για τις απόκριες. Και η Δευτέρα καθαρή για πάντα. Τουλάχιστον στις μνήμες της.


Διώνη Δημητριάδου