Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Το επικίνδυνο της λήθης

του Μανώλη Μπίστα

εκδόσεις ΑΩ




[…]Προσφάτως τη µαταιότητα ανακάλυψε.
Γράφοντας µαύρα, βρίσκει το λευκό.
Ευαίσθητος, σφάγιο µε καρδιά
ειλικρινής, άκοµψη αλήθεια
επιπόλαιος, πολλαπλώς εσταυρωµένος[…]

Διαβάζοντας τον τρόπο που συστήνεται ο Μανώλης Μπίστας στο πρωτότυπο αυτοβιογραφικό σημείωμά του, μένω στο οξύμωρο «Γράφοντας µαύρα, βρίσκει το λευκό». Είναι, νομίζω, μια καλή αφετηρία για να δούμε την ποίηση αυτή της απουσίας των χρωμάτων. Γιατί το μεν μαύρο αποτελεί την ενσάρκωση αυτής της απουσίας, καθώς όλα βυθίζονται μέσα του και καταργούνται, ενώ το λευκό έχει βέβαια τη φωτεινότητα αλλά στερείται όλων των αποχρώσεων. Απόλυτες αχρωματικές αξίες λοιπόν. Όλα αυτά βέβαια, αν μιλάμε για ζωγραφικές απεικονίσεις. Εδώ, όμως, έχουμε ποίηση. Έτσι αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο συσχετισμός με τον κόσμο των χρωμάτων, καθόσον μας οδηγεί με την απαραίτητη μεταφορικότητα στο ποιητικό τοπίο.

Είναι αλήθεια (όσοι ασχολούνται βιωματικά με τα γραψίματα το γνωρίζουν) ότι η γραφή συχνά αυτονομείται και ακολουθεί τον δικό της δρόμο αγνοώντας επιδεικτικά την αρχική βούληση (ακόμα και έμπνευση) του γράφοντος. Για να το πούμε απλά, δεν ξέρεις πού θα καταλήξει η ιδέα σου. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια αρχική σκέψη/ερμηνεία  της παράδοξης μετάλλαξης των χρωμάτων:

Σάββατο·
μένω  μόνος και γράφω
ποιήματα σε αμέτρητες
κόλλες χαρτιού που
το πάτωμα ασπρίζουν.

Πολλά γράφεις, περισσότερα ακόμα σκίζεις και πετάς. Επιμένεις, ωστόσο, και ακολουθείς την επιλογή (γιατί, κατά βάση, επιλογή είναι η ποίηση) να βρίσκεσαι διαρκώς στις όχθες:

[…]εκεί θάβρεις το μονοπάτι με τις μυρωδιές.

Ο Μανώλης Μπίστας, στην πρώτη του αυτή αναμέτρηση με τον ποιητικό λόγο (τουλάχιστον εκδοτικά) μας προτείνει μια θέα στον κόσμο του, η οποία ασχέτως του βαθμού πρόσληψης από τον αναγνώστη (αυτή πάντοτε είναι απρόσμενη και εντελώς προσωπική) έχει ένα αναμφισβήτητο νοηματικό βάρος, έχει άποψη, και τολμά να το δηλώνει:

Σχεδόν όλοι εκεί,
καθένας μια ξεχωριστή γραμμή ζωής·
βιώματα με αποκλειστικότητα και
πνευματική ιδιοκτησία.

Ο κόσμος του είναι τα πράγματα που τον περιτριγυρίζουν όλο μνήμες δικές του αλλά και δικές τους:

Αγαπώ τα παλιά σεντούκια
κι έχω πολλά,
μα τούτο το μοναχικό
πιο όμορφο απ’ όλα είναι.

τα σπίτια που αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου αδιαφορώντας για τις καταργημένες εικόνες της νιότης του:

Στην αγλαή αυλή
κάποτε έπαιζαν παιδιά.
Το σκουριασμένο λουκέτο
φυλακίζει συναισθήματα.

οι άνθρωποι κυρίως, που κάποτε ζούσαν εδώ αλλά τώρα μόνον σαν οπτασίες μιας άλλης εποχής στοιχειώνουν τα χαλάσματα:

Τρόμαξαν οι άνθρωποι κι έφυγαν βιαστικά.
Τώρα μόνο μεθυσμένα ξωτικά και ξεχασμένες νεράιδες
στα χαλάσματα, τα ζυμωμένα με σκοτάδι.

Ο χρόνος είναι που δένει όλα αυτά σε μια εικόνα. Αυτός που φθείρει και αλλοιώνει, ταυτόχρονα επιμένει να διατηρεί μνημονικά κατάλοιπα που πάνε πίσω πολύ παλιά στα αρχαία αφηγημένα των μύθων. Εκεί που μπορεί ξαφνικά να συναντήσεις μια Ελένη, που ποτέ δεν έφτασε στη Τροία (σε ένα διάλογο με κείνο το «αδειανό πουκάμισο»), άλλοτε πάλι μια καρτερική Πηνελόπη, σαν δικαιολογία επιστροφής στα πάτρια εδάφη, από καιρό λησμονημένα έτσι κι αλλιώς. Εκεί όμως δίπλα σ’ αυτά τα μυθικά πρόσωπα έρχονται και οι δικές του, οι προσωπικές απώλειες. Ο μύθος καταργείται, όταν η οδύνη έχει τα χαρακτηριστικά του οικείου προσώπου. Εκεί θα πορευτεί μόνος, με τη μοναχικότητα του πρώτου προσώπου να κανοναρχεί τον στίχο και να αποφασίζει σε τούτο το εξαιρετικό:

Εγώ τους νεκρούς μου,
αυτούς που αγάπησα πολύ,
δεν τους έχω θάψει.

Επιλογή, λοιπόν, πάλι  σ’ αυτή την ποίηση που προκαλεί με την ευθύτητα και την αποφασιστικότητά της να ανατρέψει κατά το δοκούν τη σειρά του κόσμου. Οι νεκρές πια παρουσίες, οι απόντες, θα ντυθούν στα λευκά (ξανά η εισβολή του λευκού να γυρεύει ερμηνεία πειστική) και θα συνομιλήσουν μαζί με τον ποιητή, που ενορχηστρώνει γύρω του όσα νιώθει απαραίτητα συμπληρώματα της ζωής του. Μήπως έτσι κατανοούμε καλύτερα πώς το μαύρο μεταλλάσσεται σε λευκό; Αυτή η ποίηση θα μπορούσε να είναι αισιόδοξη; Ξαναγυρνώ στο αρχικό αυτοβιογραφικό σημείωμα, σ’ εκείνο το: «Ευαίσθητος, σφάγιο µε καρδιά», που μοιάζει τώρα να δημιουργεί άλλο ένα οξύμωρο έτσι όπως συνδιαλέγεται με τα ποιήματα. Πάλι εισβάλλει αυτό το καταργημένο χρώμα, το μαύρο. Δίπλα στο λευκό, που για μια στιγμή μάς ξεγέλασε και μας άνοιξε παράθυρο σε μια αισιοδοξία τόσο σύντομη.

Πρέπει όμως να αποφασίσω αν αυτός ο λόγος είναι μαύρος ή λευκός, ή και τα δύο μαζί ενδεχομένως. Και λέω, με την αυθαιρεσία του αναγνώστη (εφάμιλλη της αθωότητας με την οποία προσεγγίζει τα κείμενα), πως αν κατορθώσει να υπερβεί τον εαυτό του αυτός ο ποιητής, αν δώσει μια προέκταση  της δικής του οπτικής, ώστε να φθάσει τον πόνο του άλλου, αν τελικά προτείνει μια στάση ζωής που να μην αφορά μόνο τη δική του θέα στα πράγματα, τότε το λευκό θα υπερισχύσει αναμφισβήτητα και θα καταπιεί όλο το μαύρο, σε μια ενδιαφέρουσα χρωματική ανατροπή. Σ’ αυτό το σημείο βοηθάει ο τίτλος της συλλογής. Ποιος κίνδυνος ελλοχεύει πίσω από τη λήθη; Ξεχνάμε διαρκώς και νομίζουμε ότι έτσι πατάμε πιο γερά στο σημερινό σαθρό κατασκεύασμα της ζωής μας. Χάνουμε ολοένα και πιο πολύ το νήμα που μας κρατάει όρθιους. Θα πει ο ποιητής:

Μην πλανάσαι Ιησού, ίσμεν γαρ τι ποιούμεν

Η επίγνωση, όμως, είναι το πρώτο βήμα για την πλήρη γνώση, το τοπίο ξεκαθαρίζει. Έτσι τώρα μπορεί ο ποιητής να πει μετά λόγου γνώσεως:

Δύσκολες οι μέρες που θα ’ρθουν,
μη ξεχάσεις όμως, μη ξεχάσεις,
γιατί εμείς ξεχάσαμε…

Δεν έχει καμία σημασία ότι τα λόγια αυτά απευθύνονται στο μικρό κορίτσι, το προσφυγόπαιδο. Άλλωστε όλοι πρόσφυγες, φυγάδες είμαστε σε ένα ατελείωτο κυνηγητό, να ψάχνουμε τον εαυτό μας, τον «πολλαπλά εσταυρωμένο», κατά τον ποιητή. Αυτός πάντως μας είπε την αλήθεια, την άρθρωσε μέσα από ένα μαύρο τοπίο, την έφερε στο φως ντυμένη στα λευκά. Όσο την κοιτάζουμε, τόσο ξεκαθαρίζει η εικόνα. Η μνήμη είναι που θα μας σώσει, αν πρόκειται να σωθούμε. Η λήθη κρύβει τον εγγενή κίνδυνο της αυτοκατάργησης του εαυτού μας. Και τούτο το μήνυμα θα το θεωρήσουμε θετικό, θα το δούμε με το ψήγμα αισιοδοξίας που του αναλογεί. Εν τέλει ο Μανώλης Μπίστας μας οδήγησε μέσα από την κλίμακα των γκρίζων (σε μείξη του μαύρου με το λευκό) σε μια θέαση του δύσκολου αλλά ίσως εφικτού. Διακρίνω τώρα τη διαφορά στην εικόνα του εξωφύλλου (έργο του Γιώργου Αγγελή) και στην ίδια πάλι εικόνα, όπως επιμένει δύο φορές (μία στο εσώφυλλο και μία στην τελευταία σελίδα), και αξιολογώ την εισβολή του κόκκινου χρώματος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις δύο ανδρικές φιγούρες. Είναι το ίδιο κόκκινο που γράφει τα γράμματα του τίτλου. Σημειολογικά η λήθη σηματοδοτεί τον κίνδυνο, όπως και το κόκκινο που φυσικά αιχμαλωτίζει το βλέμμα μας, όπως κοιτάζουμε την εικόνα. Σαφές το μήνυμα.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Vakxikon http://www.vakxikon.gr/%CE%BB%CE%AD%CF%83%CF%87%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%90%CE%BF%CF%85-6-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB/)