Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017


τρεις μικρές πεζές εμμονές

της Διώνης Δημητριάδου




η αφή

Αν κάποτε όλα εξαφανιστούν, σκέφτομαι, μπορεί να μείνει η ανάμνηση των αγγιγμάτων. Χέρια που μας αγγίζουν και αποτυπώνουν πάνω μας ονόματα και χαρακτηριστικά προσώπων, γεύσεις και οσφρήσεις και κοιτάγματα πολλά, φωνές που αφήνουν τις λέξεις τους, πολύτιμα απομεινάρια μνήμης. Αλλά δεν είναι μόνο η αίσθηση ενός ανθρώπινου αγγίγματος. Θυμάμαι πώς έκαιγε κάτω από τα πέλματα η παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, με τον ήλιο του βορρά να την αφήνει έκθετη. Κι αυτή κι εμένα. Μετά όλα άλλαξαν, μεγαλώσαμε, κι η παραλία το ίδιο. Επεκτάθηκε. Προσχώσεις απαραίτητες, και νέες εισβολές προσώπων που πάλι με το άγγιγμα διεκδίκησαν την παρουσία τους μέσα μου. Εκείνα τα μικρά στίγματα στη ράχη των χεριών, μικρές καφέ κηλίδες, δηλωτικές μιας ηλικίας. Άλλοτε πάλι, σκασίματα στο δέρμα (ευαίσθητο θα ήτανε πολύ) να γδέρνουν το δικό μου αναμετρώντας την παράλογη συνύπαρξη. Πώς θα έπρεπε τότε να το έχω καταλάβει ότι το δέρμα εξαπατά, έτσι όπως κρύβει φλέβες πάλλουσες από ζωή ή άλλοτε από αναισθησία. Κι ύστερα πάλι άλλα αγγίγματα, πολλά απ’ αυτά του σύντομου χρόνου, που δεν έλπιζαν καθόλου σε μια μνημονική διαχρονικότητα, να με ξαφνιάζουν με την επιμονή τους. Τα άλλα, τα ορκισμένα για μακροζωία, δεν άντεξαν στον χρόνο. Και λέω πως μάλλον κάποιο παιχνίδι του μυαλού κι αυτό μπορεί να είναι, που επιλέγει -με μια απολύτως δική του λογική- να κινεί τις αισθήσεις και να προτιμά αυτήν που δύσκολα κανείς θυμάται. Κι αν κάποιος πει ότι υπάρχει σε όσα γράφω μια εμμονή με την αφή, ίσως και να έχει δίκιο. Μήπως αυτή δεν είναι η νοητή προέκταση του σώματος;

η ποίηση

Θα μπορούσε η ποίηση να είναι μια σκέψη που κάνεις καθώς κρατιέσαι από τη χειρολαβή μέσα στο μετρό ή στο λεωφορείο, και βαραίνει ο χρόνος πάνω σου όπως γράφει μια προσωπική πορεία. Ή πάλι ποίηση θα λέγαμε πως είναι αυτό που στριφογυρίζει πάνω στο κρεβάτι σου -αυτό όχι εσύ- και μόλις κάνεις να το πιάσεις και να το κλείσεις σε λέξεις, έρχεται ο ύπνος και χάνεται. Αδύνατον πια να ξαναπιάσεις το νήμα. Το άλλο πρωί όλα αλλιώτικα και ξεχασμένα. Μα πάλι την ώρα που φουσκώνει ο καφές εκεί στην άκρη μια μοναδική φουσκάλα και την αποθηκεύεις στο φλιτζάνι, εκείνο ποίημα δεν είναι τάχα; Μικρά κι αθέατα γράφονται. Άηχα μάλλον.

η ανάγνωση

Υπάρχει το βάρος του τυπωμένου πόνου. Αυτό που το λέμε πένθος «λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ». Στριμώχνεται και ασφυκτιά μέσα στις σελίδες, φωνάζει κι αλυχτά, ίδιο με τη φωνή του πληγωμένου ζώου. Συχνά το λες με το όνομά του: το πάθος το αβίωτο. Δυνατά και σταθερά επανερχόμενο σε κάθε ανανέωση μιας σιωπηλής ανάγνωσης. Απόηχος όμως μόνο είναι του ξένου πόνου, που λάθρα τον αγγίζεις. Και όταν έρθει η ώρα, τότε μαζεύεις φύλλα κι αποκόμματα και μια φωτιά ανάβεις. Γιατί μόνο τη θέρμη τους έχεις ανάγκη πια. Ο ήχος ο δικός σου ακούγεται που τον απόηχο καταργεί.

Διώνη Δημητριάδου


(Άλμπρεχτ Ντύρερ, Σπουδή για χέρια)

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/treis-mikres-pezes-emmones/)