Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Σκόρπια και Άταχτα

του Δημήτρη Μπούκουρα


από τις
μικρές εκδόσεις





μια τοιχογραφία χαρακτήρων

[…]Γραφτά που τριγυρίζουν στο μυαλό μου, έρχονται και ξανάρχονται και δεν με αφήνουν να ησυχάσω...

Αυτή τη σκέψη καταγράφει ο Δημήτρης Μπούκουρας προλογίζοντας τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου του, αυτή με τον τίτλο Σκόρπια και Άταχτα (η πρώτη είναι Οι Λούμπεν). Πότε, όμως, μια γραφή γίνεται βασανιστική; Ίσως αυτό να συμβαίνει όταν οι ιστορίες που αποτυπώνει -είτε είναι αντικείμενο μυθοπλασίας είτε πραγματικές- έχουν μέσα τους κρατήσει σκηνές αληθινές που βρήκαν κάποια στιγμή τον δρόμο για τον αναγνώστη τους, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψουν τον δημιουργό τους. Σαν να θέλουν να διεκδικήσουν τον χώρο που τους αναλογεί σε μια φανταστική συνέχεια. Γιατί αυτές οι ιστορίες στην ουσία δεν τελειώνουν όταν σταματάει η γραφή και η ανάγνωση. Συνεχίζουν οι ήρωές τους να βιώνουν την περιπέτειά τους  στο μυαλό του συγγραφέα, συνεχίζουν όμως να διεγείρουν και τη φαντασία του αναγνώστη. Ανήσυχα πρόσωπα, άταχτες και ανένταχτες φιγούρες.

Οι ιστορίες αυτές δεν γράφτηκαν όλες την ίδια εποχή. Μάλιστα, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, κάποιες απέχουν μεταξύ τους κοντά τριάντα χρόνια. Ξέρουμε βέβαια πως η γραφή έχει τους δικούς της χρόνους. Γράφουμε κάθε που μια ιδέα θα μορφοποιηθεί στο μυαλό μας και θα ζητήσει την αποτύπωσή της σε κάποιο είδος του λόγου. Χωρίς να ξέρουμε από τα πριν ότι το συγκεκριμένο κείμενο θα αποτελέσει τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, το οποίο φυσικά θα πρέπει να έχει συνοχή και στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κάποια στιγμή όλα αυτά δένουν παραδόξως μεταξύ τους και αρχίζουν να συνομιλούν, και είναι η αλήθεια τους που τα φέρνει κοντά. Τα διηγήματα αυτά, λοιπόν, ακριβώς γιατί αποτυπώνουν εικόνες και στιγμές μιας πραγματικότητας, βρίσκουν τον κοινό τους τόπο και συντροφεύουν το ένα το άλλο με τον καλύτερο τρόπο.

Παραμένουν ωστόσο πολύ άταχτα, όχι τόσο αταξινόμητα και σκόρπια όσο άταχτα και αναρχικά στις σκέψεις που προκαλούν σε όποιον τα διαβάζει. 29 διηγήματα, 29 εικόνες ανθρώπων με το αποτύπωμα πάνω τους μιας κοινωνικής αδικίας, μιας αστοχίας δικής τους ή μιας άτυχης στιγμής. Άλλοι με τη διάθεση να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, άλλοι απλώς παραιτημένοι από τον αγώνα της ζωής. Μια πινακοθήκη ανθρώπων που πολύ θα ήθελαν να ήταν αλλιώς τα γυρίσματα της μοίρας. Αλλά δεν τους ρώτησε κανείς. Εδώ θα τους δούμε σε διπλανές σελίδες να συντροφεύουν τις τύχες τους. Θα λέγαμε μάλιστα ότι κάποιοι συνομιλούν απευθείας μεταξύ τους, σαν να θέλει ο ένας να συμβουλέψει τον άλλον, σαν να του δείχνει τα δικά του σφάλματα, σαν να βλέπει ο ένας στην τύχη του άλλου αυτό που δεν κατόρθωσε και ο ίδιος, βρίσκοντας έτσι -με τη βοήθεια της λογοτεχνίας- τον φίλο που δεν είχε ή τον σύντροφο στην κοινή μοίρα. Και είναι η τέχνη της γραφής που τους κάνει απολύτως συμπαθείς, άλλους με την αφέλειά τους, άλλους με την τραγικότητά τους, την τοποθέτησή τους στο περιθώριο μιας ζωής που τους αρνείται το αυτονόητο δικαίωμα της πληρότητας. Γιατί το κοινό σημείο συνάντησης όλων αυτών των ανθρώπινων τύπων είναι μια έλλειψη, ίσως ελάχιστη αλλά καθοριστική. Αυτή η έλλειψη αποτελεί και τον πυρήνα της κάθε ιστορίας και ξετυλίγει το νήμα της συναρπαστικής αφήγησης.
Αυτό το χαρακτηριστικό τους, όμως, τους κάνει και απρόσμενα επίκαιρους. Μπορεί κάποια από αυτά τα διηγήματα να γράφτηκαν πιο παλιά, ίσως για να αποτυπώσουν εικόνες που ξάφνιαζαν με το ασύμπτωτο του νοήματός τους μέσα σε μια έστω και επιφανειακά ευημερούσα πραγματικότητα, ωστόσο ήρθαν έτσι οι καιροί που απέκτησαν το δικό τους ταυτόχρονο με την  κρίση που ζούμε. Συχνά προβληματίζομαι αν μπορεί η λογοτεχνία να προσεγγίσει με τον δικό της μύθο μια σύγχρονή της εικόνα, για παράδειγμα μια εικόνα κρίσης πολύπλευρης, όπως ετούτη σήμερα. Ίσως η μεγάλη αφήγηση (το μυθιστόρημα) να αδυνατεί να το πράξει. Εγγενής η αδυναμία, αλλά δεν είναι του παρόντος να το αναλύσουμε αυτό. Όμως, το διήγημα που αιχμαλωτίζει τη στιγμή, το κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, έτσι όπως η παρατήρηση του συγγραφέα (αρχή κάθε λογοτεχνικής απόπειρας) στέκεται στο ελάχιστο αλλά σημαντικό, στο μικρό αλλά σπουδαίο, μπορεί νομίζω να το επιχειρήσει. Και μάλιστα με σημαντική ευστοχία, ευθέως ανάλογη της συγγραφικής δεινότητας του δημιουργού του.

Ο Δημήτρης Μπούκουρας είναι μεγάλος παραμυθάς, και χρησιμοποιώ τη λέξη έχοντας σαφή επίγνωση ότι σημειώνω εδώ ένα από τα σημαντικότερα θετικά της γραφής του. Και εξηγώ:

Πρώτον, ξέρει να περιγράφει.

Η περιγραφή του χώρου, στον οποίο μέσα θα κινηθούν οι ήρωες, είναι το απαραίτητο πλαίσιο, το σκηνικό, και χωρίς αυτό (κάτι που καλό θα ήταν να λάβουν υπ’ όψη τους πολλοί νεότεροι συγγραφείς που εστιάζουν στην πλοκή και μόνον) ο ήρωας δεν έχει πού να πατήσει. Παραμένει αιωρούμενος, άρα -για τα λογοτεχνικά μέτρα- ασταθής, ανούσιος, ψεύτικος. Ο Μπούκουρας επιμένει να δίνει γλαφυρά τον τόπο και κατόπιν να περιγράφει πρόσωπα και κινήσεις, χρωματισμούς της φωνής και χειρονομίες, όπως έκαναν  οι παλαιότεροι γραφιάδες, σαφώς σοφότεροι των τωρινών.

[…]Οι λιγοστοί νυχτερινοί επιβάτες ανέβηκαν και κάθισαν όλοι σ’ ένα βαγόνι. Πάλι σφύριξε ο σταθμάρχης, σφύριξε και ο μηχανοδηγός, και το σκοτεινό τρένο άρχισε αργά αργά να τσουλάει στον σιδερένιο δρόμο του. Σε λίγο βρίσκεται στις ακραίες συνοικίες της Αθήνας, ανάμεσα στα μίζερα σπιτάκια του λαού. Μα λίγο λίγο, αγκομαχώντας, λευτερώνεται και ξεχύνεται στον καταπράσινο κάμπο της Αττικής. Πίσω του χάνονται σιγά σιγά τα φώτα της μεγάλης πολιτείας. Πρώτα τρεμοπαίζουν και ύστερα σβήνουν. Πάει. Τέλειωσε. Τώρα πια το τρένο χάνεται ολόκληρο στην αγκαλιά της νύχτας. Μέσα στο βαγόνι οι άνθρωποι προσπαθούν να ζεσταθούν. Οι χωρικοί τυλίγονται στις κάπες τους και το ρίχνουν στο ροχαλητό. Οι φαντάροι αρχίζουν το κουβεντολόι. Ο Κωστής τους ακούει.[…]
(Η ιστορία του Κωστή Λαμπρινού)

Δεύτερον, ξέρει να αφηγείται.

Με γνώση του μέτρου ως προς την έκταση που θα πάρει ο λόγος, ώστε σωστά να μοιραστεί, έτσι που η εικόνα να αφηγείται και η πλοκή να ρέει. Με την εναλλαγή των χρόνων, όταν αυτό απαιτεί η ένταση της στιγμής που αποτυπώνει με τον λόγο του, με δραματοποίηση εκεί που είναι απαραίτητη, χωρίς την ευκολία της επιφανειακής συγκίνησης. Αυτό το χαρακτηριστικό της γραφής του το είχαμε εντοπίσει και στους «Διάττοντες», το αυτοβιογραφικό του αφήγημα. Ξέρει να σταματά λίγο πριν να δακρύσει. Ο λόγος καθοδηγεί τη συναισθηματική κατάσταση μέσω των γεγονότων, όχι μέσα από τις φορτισμένες λέξεις. Έτσι όμως φτιάχνεται η καλή λογοτεχνία.

[…]Εκείνο το απομεσήμερο ο Νικόλας τράβηξε κατά τον Σταθμό Λαρίσης. Είχε περάσει τη σαμπρέλα από τον ώμο και την είχε δέσει σφιχτά στη μέση. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί όπου γίνονταν οι μανούβρες των εμπορικών τρένων. Είχε υπολογίσει ότι με τη μικρή ταχύτητα που γίνονται οι μανούβρες η σαμπρέλα θα τον προστάτευε όταν τον χτυπούσε η ατμομηχανή και έτσι η πρόσκρουση θα του προκαλούσε έναν απλό τραυματισμό. Ένα μικρό πόνο. Και ύστερα θα τον περίμενε η ζεστασιά και το φαγάκι του νοσοκομείου. Πήρε λοιπόν φόρα και έπεσε πάνω στη μηχανή, καθώς αυτή ερχόταν με χαμηλή ταχύτητα. Αλλά ο απελπισμένος, πού να υπολογίσει τους νόμους της Φυσικής; Ποια δηλαδή είναι η συνισταμένη της ταχύτητας, του βάρους και της ελαστικότητας της σαμπρέλας;
Νικόλα...
Καλό σου ταξίδι στον παράδεισο -αν υπάρχει- των φτωχών, των ναρκομανών, των ταπεινών, των καταφρονεμένων.

Τρίτον, κάνει σοφή χρήση του διαλόγου.

Ο διάλογος παρεμβαίνει στην αφήγηση και τη συμπληρώνει, με εκείνη τη ζωντάνια που κάνει συχνά το κείμενο περίοπτο και ανάγλυφο, ζωντανό σαν να το βλέπεις να παριστάνεται μπροστά σου σε νοητή σκηνή θεάτρου. Όμως αυτό το τόσο ζωντανό στοιχείο καταλήγει άχρωμο και βαρετό, αν κάνεις κατάχρηση. Ο Μπούκουρας ξέρει πού να σταματήσει. Και εδώ η αίσθηση του μέτρου κυρίαρχη.

[…]Σε λίγο το αμάξι ξεκινούσε με δύο ανθρώπους ευχαριστημένους. Ένα γέρο και ένα νέο. Ο γέρος, γιατί θα είχε παρέα στο μονότονο ταξίδι του, και ο νέος, γιατί δεν κρύωνε πια και γιατί ανάμεσα στα δόντια του είχε ένα σταρένιο παξιμάδι.
– Δύσκολοι καιροί, άρχισε τον μονόλογο ο οδηγός. Όλη η Ευρώπη έχει γίνει ένα ηφαίστειο. Στο τέλος, στο λέω, στο τέλος ο κρατήρας του θα γεμίσει με αίμα. Αίμα αδερφών. Και να δεις που θα έρθει και πείνα και ξεπεσμός και μιζέρια και αρρώστια... Αντίς τα καράβια να μεταφέρουν στάρι, κουβαλάνε στρατιώτες στοιβαγμένους τον ένανε πάνω στον άλλονα.
Έκοψε το τιμόνι απότομα στα δεξιά για να αποφύγει μια μεγάλη πέτρα που ήταν στον δρόμο του, έτριξε τα δόντια του, βάρεσε μια γροθιά στο ισχνό μπούτι του, και συνέχισε:
– Ο κόσμος τρελάθηκε! Έχω δει κι αν έχω δει πολέμους, αλλά ετούτο που γίνεται τώρα, είναι άλλο πράμα... Ο πατέρας σου είναι στο μέτωπο;
Ο μικρός απάντησε αμέσως με ένα «ναι», σαν να περίμενε την κατάληξη που θα είχε ο μονόλογος.
– Και... η μητέρα σου; ξαναρώτησε ο γέρος.
Ο Κωστής έσκυψε μπροστά, σχεδόν ακούμπησε στο τζάμι, και απάντησε:
– Πέθανε χτες... Και το τζάμι θόλωσε από τον αχνό της πικρής κουβέντας.[…]
(Η ιστορία του Κωστή Λαμπρινού)

Τελευταίο, αλλά όχι και λιγότερο σπουδαίο, έχει χιούμορ.

Ένα χιούμορ που δεν είναι ηχηρό σαν να σκοπεύει να προκαλέσει το γέλιο. Περισσότερο σε κάνει να μειδιάς με τη σκέψη στα γυρίσματα της ζωής, πιο πολύ σε οδηγεί σε μια εκτόνωση από την τραγικότητα των καταστάσεων, δείχνοντας τις δύο όψεις  που θέλοντας και μη (ή, αν προτιμάτε, ευτυχώς) έχει η ζωή ως εγγενή χαρακτηριστικά της. Το χιούμορ του Μπούκουρα μάλλον σχολιάζει παρά προτρέπει σε γέλιο. Γι’ αυτό και είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα της πένας του.

[…]Είδε πολλούς στην αίθουσα να χασμουριούνται. Η διπλανή του κυρία είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με την παραδιπλανή κυρία. Ο κ. Πρόεδρος χαμογελούσε ηλιθιωδώς μεγαλόπρεπα, ή μεγαλοπρεπώς ηλίθια. Η κ. Προέδρου ανυπομονούσε πότε να τελειώσει η εκδήλωση να μπει στο αυτοκίνητο και να βγάλει τα ψηλοτάκουνα που τη χτυπούσαν.
Άλλος ομιλητής ανέβηκε στο βήμα, κι άρχισε κι αυτός να μιλάει για τα ανάπηρα παιδάκια, ενώ η φωνή του έτρεμε από τη συγκίνηση. Δεν ήταν δα και μικρό πράγμα να μιλάς και να σε ακούει ο κ. Υπουργός και όλος ο καλός κόσμος!
Ωστόσο, ο κ. Υπουργός χασμουρήθηκε επικίνδυνα. Ο ομιλητής κατάπιε τον υπόλοιπο λόγο του και κατέληξε με μια ρητορική αποστροφή:
– Δια τούτο, όλοι ημείς οι υγιείς θα πρέπει να συντρέχωμεν εις την δυστυχίαν του πλησίον. Ευχαριστώ.
– Παρακαλώ!
Ήταν η διπλανή του κυρία που το είπε αυτό, καθώς ήταν απορροφημένη στη συζήτηση που είχε ανοίξει με τη διπλανή της. Μα, ευτυχώς γι’ αυτήν, κανείς δεν την πρόσεξε, γιατί την ίδια στιγμή κάποιος από την οργανωτική επιτροπή ανήγγειλε ότι ήταν η ώρα του φαγητού και παρακάλεσε τους καλεσμένους να περάσουν στην αίθουσα της συνεστίασης.[…]
(Η συνεστίαση)
 
Μια γραφή πολύ καλή. Η αποτύπωση μιας πινακοθήκης χαρακτήρων. Αν δεις αυτή την τοιχογραφία στο σύνολό της, τοποθετείς τον κάθε ήρωα στη θέση που του ανήκει δικαιωματικά. Και βλέπεις τώρα την πολύπλευρη σημερινή εικόνα του κόσμου. Με τραγικές φιγούρες αλλά και με κάποιες περισσότερο γκροτέσκο, ακριβώς για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά τους. Άλλοι ήρωες να προκαλούν ένα μισό μειδίαμα για τη συμπαθητική τους πονηριά και άλλοι να σε κάνουν να νιώθεις ένα μικρό αδιόρατο τσίμπημα στην καρδιά για την καταραμένη τους την  τύχη, που δεν τους γέλασε ποτέ. Και ανάμεσά τους ο συγγραφέας να τοποθετεί και τον εαυτό του, όπως μας αφηγείται τις αναμνήσεις του από έναν τόπο που μόνο χαμένες πια εικόνες έχει να θυμηθεί.

Τα διηγήματα αυτά, τα σκόρπια και άταχτα, τελικά τα αγαπάς, ίσως γιατί σου δείχνουν τις όψεις της ζωής. Τα σχόλια του συγγραφέα τα ενστερνίζεσαι, γιατί ίσως είναι και δικές σου ενδόμυχες σκέψεις. Αυτή η εκλεκτή συνάντηση του αναγνώστη με τον συγγραφέα είναι το ζητούμενο και το επιθυμητό στη λογοτεχνία. Και ο Δημήτρης Μπούκουρας έχει αποδείξει μέχρι τώρα ότι ξέρει καλά να το πετυχαίνει.

Στο εξώφυλλο οι Πιθανότητες, ο πίνακας της Δήμητρας Κουλούρη. Τέσσερις εκδοχές της ίδιας ζωγραφιάς όμορφα  ζυγισμένες ανά δύο. Εκεί που πας, όμως, να εξοικειωθείς με την ομοιότητά τους, συνειδητοποιείς ότι αυτονομούνται και -άτακτες κι αυτές και σκόρπιες- υποστηρίζουν εικαστικά το περιεχόμενο των διηγημάτων. Αυτές τις ανθρώπινες φιγούρες που η κάθε μια -όσο κι αν εντάσσεται σε ένα σύνολο με όμοια στοιχεία- διεκδικεί τη μοναδικότητά της.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/skorpia-kai-ataxta/)