Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

κάποια μικρή Παρασκευή




μια μνήμη ορφανή
σ’ ένα περβάζι παραθύρου
εκεί που ξεπετά τα πρώτα πράσινά της
σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή
με εφήμερο το κοίταγμα
κατά τον κάμπο αγναντεύοντας
την ξεχασμένη όπως κι αυτή
περιφορά του επιταφίου

του «Αδώνιδος οι κήποι»
στα αποξηραμένα πια
για να καούν όπως τους πρέπει
στη φωτιά
μαζί με όσα γιγάντωσαν
σε χρόνια αναμονής
κι έπειτα χρόνια θλίψης
κι ακόμη τώρα απόγνωσης

κι ύστερα
πάλι σε μια στενοπορία
μαζί με όσα μάζεψε
κι όσα χωρούν ακόμη
χλωρά, ξερά κι αφρόντιστα
ρημάδια της ζωής,
σε μιαν ανέλπιστη προσπάθεια
αναμονής για ανάσταση

μόνο που η κάθε νέα αναμονή
την απελπίζει πιότερο κι από την  ίδια την εικόνα
στο έρημο ξωκλήσι
κάποιο απόγευμα μικρής Παρασκευής
τότε που πλεύρισε τον θάνατο
κι απόκαμε να τον κοιτά

μια εικόνα της ταφής
ξυσμένο είχε το χρώμα της
με μια γενναία δόση ώχρας
στα ίχνη του καιρού

κι ύστερα σκέφτηκε τον ποιητή
που αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι
κι έμεινε να θαυμάζει
το μαύρο θαύμα μέσα του

κι ησύχασε λιγάκι
καθώς ένιωσε τη σκιά
βαριά να πέφτει πάνω της
κι άρχισε να χωρίζει
στα δυο τα σκοτεινά κομμάτια
αφήνοντας το πιο βαθύ στην άκρη του μυαλού
και ντύνοντας το πρόσωπο με τ’ άλλο το ανοιχτότερο
να μην τη δούνε και σκιαχτούν
όσοι ακόμη ελπίζουν


Διώνη Δημητριάδου
(φωτογραφία: Irving Penn, Two Cretan women)