Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Αδιήγητη ιστορία

W. G. Sebald
Jan  Peter Tripp

Μετάφραση και επίμετρο: Βασίλης Παπαγεωργίου
Εκδόσεις Σαιξπηρικόν





Το ανείπωτο στο βλέμμα και στον λόγο

Σαν σκύλος

λέει ο Σεζάν
πρέπει να βλέπει
ο ζωγράφος το μάτι
ατάραχο & σχεδόν
αποστραμμένο

Έτσι, λοιπόν, μια κάπως πλάγια όψη, ένα βλέμμα που σε κοιτάζει από όλες τις αριστερές σελίδες του βιβλίου, ενώ απέναντί του ακουμπούν τα ολιγόστιχα τελευταία απομεινάρια του λόγου του “MaxSebald. Κι αναρωτιέμαι διαβάζοντας αν είναι το βλέμμα της κάθε μιας από τις γκραβούρες του εικαστικού Jan  Peter Tripp που μας κοιτάζει ή μήπως το ποίημα το ίδιο έχει το δικό του μερίδιο σ’ αυτό το πλάγιο βλέμμα. Γιατί το βέβαιο είναι ότι μεταξύ τους συνομιλούν, η εικόνα με τον λόγο. Άλλωστε αυτή ήταν και η αρχική ιδέα, όπως τη συνέλαβαν οι δύο δημιουργοί, κατά τη διατυπωμένη άποψη του Sebald:

[…]Ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος, πιο απρόσιτος και πιο αινιγματικός απ' όσο μπορούμε να φανταστούμε και να συμπεριλάβουμε σε μια πολύ ή έστω και ελάχιστα συνεκτική αφήγηση. Η πλάγια ματιά, το πλάγιο πλησίασμα είναι συστατικό μέρος τόσο των ίδιων των ποιημάτων, όσο και της σχέσης τους με τις εικόνες τις οποίες συνοδεύουν.

Μια πλάγια προσέγγιση απαιτείται και εδώ, έτσι ώστε να μην προδοθεί το ύφος του λόγου ή να χαθεί η οπτική προσέγγιση του ζεύγους των ματιών στις λέξεις που -θεωρητικά τουλάχιστον- τους απευθύνονται. Ο αναγνώστης του Sebald, που από τα χέρια του πέρασαν όλα τα πεζά του, ξέρει πολύ καλά τη σημασία των εικόνων που μπαίνουν ανάμεσα στα λόγια, όχι για να αποσπάσουν και να διασπείρουν την προσοχή αλλά για να την κατευθύνουν μέσα από την οπτική του συγγραφέα. Τα μάτια πάλι, λοιπόν. Κυρίαρχα σε ό,τι έγραψε. Γράφει η Andrea Köhler στο επίμετρο του βιβλίου:

Το μοτίβο των ματιών στο έργο του Ζέμπαλντ συνδέεται με τη σκιά του πολέμου, το τελευταίο έτος του οποίου γεννήθηκε ο συγγραφέας· επειδή θεωρούσε τα βαφτιστικά του ονόματα Βίνφριντ Γκέοργκ «πολύ γερμανικά», διάλεξε το τρίτο μικρό του όνομα Μαξ. Στα διηγήματα των Ξεριζωμένων είναι το μάτι του Εβραίου ζωγράφου Μαξ Φέρμπερ, το οποίο ο αφηγητής βρήκε τυχαία σ’ ένα περιοδικό και το οποίο του άνοιξε το «μπουντρούμι» από το οποίο δεν θα δραπετεύσει.

Και στα ποιήματα; Έχουν κι εδώ θέση οι εικόνες; Είναι τα μάτια εδώ, δίπλα στα ποιήματα, για να μας δώσουν τη διαφορετική εκδοχή ενός βλέμματος, όπως οι στίχοι μας δείχνουν κάθε φορά ένα διαφορετικό καταστάλαγμα των εικόνων του κόσμου, εξωτερικού και εσωτερικού. Μπαίνεις στο ποίημα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, από μια πλάγια είσοδο κρυμμένη ίσως για όποιον αδυνατεί να συλλάβει την πολλαπλότητα μιας λέξης, τον υποκρυπτόμενο χαρακτήρα μιας αφήγησης με στίχους. Πόσω μάλλον, όταν αυτή η αφήγηση δηλώνεται εξ αρχής ως αδιήγητη, Unerzählt. Αυτό, ωστόσο, που έμεινε αδιήγητο, ανείπωτο και ανέκφραστο με τον πατροπαράδοτο τρόπο, ξέρει τώρα να βρει τον δρόμο μέσω της συνύπαρξης εικόνας και λόγου, τοποθετημένες σε ανοιχτό διάλογο, μεταξύ τους και με τον αναγνώστη.
Πηγαίνοντας για παράδειγμα στο ποίημα

My eye

begins to be obscured
παρατήρησε ο Τζόσουα Ρέινολντς
την παραμονή της εφόδου
στην Βαστίλη

βλέπουμε να το «διαβάζει» ή καλύτερα να «διαβάζει» εμάς που το διαβάζουμε ο Jorge Louis Borges με το τυφλό του βλέμμα. Φωτοσκιάσεις του οπτικού πεδίου, συχνά σκιάσεις απαραίτητες για καλύτερη θέα.

Στο ζευγάρι μάτια του Samuel Beckett, που κατά την Andrea Köhler […]μοιάζουν να διατέμνουν το σκοτάδι σαν αστραφτερές λεπίδες


διαβάζουμε το ποίημα

Θα σε

σκεπάσει με
το φτέρωμά του
&
κάτω από
τη φτερούγα του
θ’ αναπαυθείς


δίνοντας έτσι όχι μια αντίθεση αλλά ίσα ίσα -σε μια διαφορετική προσωπική ανάγνωση- τα δύο ημίση μιας εικόνας που θα μπορούσε να είναι πλήρης, χωρίς όμως να είναι.  Το σκοτάδι και το άγνωστο από τη μια, η τρυφερή προσμονή από την άλλη. Ενωμένα κομμάτια μέσα από το βλέμμα του Beckett φυσικά, αλλά ίσως πρωτίστως του αναγνώστη.

Με ανάλογο τρόπο θα λειτουργήσουν εικόνες και στίχοι και στις υπόλοιπες από τις 33 λιλιπούτειες ποιητικές καταθέσεις του βιβλίου. Και η αίσθηση που σου δημιουργείται δεν έχει μόνο την αισθητική αξία της συνάντησης του ποιητή με τον εικαστικό. Είναι περισσότερο μια ολοκλήρωση της άποψης που έχουμε για τον δημιουργό Sebald, του οποίου τα γραφτά ποτέ δεν κατόρθωσαν να χωρέσουν κάτω από καμιά κατηγοριοποίηση. Πάντοτε ξέφευγαν προς τη μια ή την  άλλη κατεύθυνση, αφήνοντας τον γοητευμένο αναγνώστη του άλλοτε να νομίζει ότι διάβασε ένα κείμενο που αποτύπωνε αυτοβιογραφικές και όχι μόνο βιωματικές στιγμές, άλλοτε ότι ταξίδεψε μέσα σε απόλυτη μυθοπλασία. Μπαινοβγαίνοντας στα τοπία του λόγου του -κι εννοώ εδώ κυριολεκτικά τα τοπία- ελάχιστα ενδιαφέρει το είδος το οποίο υπηρετεί η γραφή του. Θυμάμαι πολύ καλό και έμπειρο φίλο της ανάγνωσης και της μελέτης να μεταφέρει τον ίλιγγο που ένιωσε διαβάζοντας την «Αίσθηση Ιλίγγου» και να παραδέχεται: «Κάπου μπερδεύτηκα αλλά τι σημασία έχει; Μαγεία ο λόγος του, όπως πάντα». Νομίζω πως κι εδώ ισχύει κάτι τέτοιο. Είναι μια λανθασμένη προσέγγιση να προσπαθείς να βάλεις σε μια ευθεία ρότα αυτόν που πάντοτε έστριβε στη γωνία πριν ολοκληρώσει το σκηνικό. Έτσι και τώρα, αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε προσεγγίσεις, με τα κλειδιά ωστόσο που φρόντισε με το έργο του να μας εφοδιάσει. Η ιστορική μνήμη των δύο παγκοσμίων πολέμων (το αβίωτο πάθος) με την ενοχή να βαραίνει πάνω του και να αναδύεται πίσω από εικόνες, μαρτυρίες και λέξεις, η προσωπική ζωή από την άλλη (το βιωμένο πάθος) με κυρίαρχη την αίσθηση του απολεσθέντος νοήματος. Διαβάζοντας το παρακάτω ποίημα

Όμως ο χρόνος

στον οποίο
επικρατεί σκοτάδι
ο χρόνος που δεν τον
βλέπει κανείς

κι εκεί που νιώθεις να εννοείς, κοιτάζεις την αριστερή σελίδα και τα μάτια του Marcel Proust σε καθηλώνουν. Ίσως γιατί κοιτάζουν εσένα κι ανοίγουν πρώτα με σένα διάλογο, κατόπιν με το ποίημα, κι εσύ θα απαντήσεις πρώτα στο ερώτημα του χαμένου χρόνου και μετά θα αντιμετωπίσεις το ίχνος του σκοτεινού. Φαίνεται ήδη ότι ο πλάγιος τρόπος είναι ο πιο καλός δρόμος για την ψυχή αυτού του βιβλίου. Και στην ουσία αυτή η ιστορία -αυτή η αδιήγητη- μένει ανείπωτη, γιατί δεν έχει μόνο μία αφήγηση να μας πει.

Τη συγκεκριμένη συνύπαρξη των ποιημάτων του με τον Jan  Peter Tripp δεν πρόλαβε να τη δει τυπωμένη ο Sebald. Έτσι εδώ έχουμε την εκδοχή του ζωγράφου για το στήσιμο του ενδιαφέροντος αυτού σκηνικού.

Η ελληνική έκδοση (με την άψογη απόδοση του Βασίλη Παπαγεωργίου) από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, καλαίσθητη και φροντισμένη στο έπακρον, συνοδεύει ποίηση και εικόνες με δύο κείμενα (της Andrea Köhler και του μεταφραστή) που δεν πληροφορούν απλώς τον αναγνώστη αλλά ανατέμνουν ουσιαστικά τον λόγο αλλά και τη φυσιογνωμία του Sebald.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου ένας ποιητικός αποχαιρετισμός στον  Sebald από τον Hans Magnus Enzensberger, που θυμίζει ότι πάντοτε αυτός αθόρυβα γλιστρούσε ψηλά πάνω απ’ τη γη. Και πιστεύω ότι έτσι αρμόζει να τον προσεγγίζει κανείς. Αθόρυβα και πάντα πιο ψηλά, έστω και λίγο, από το έδαφος, με το ανοιχτό μυαλό και αφημένος με όλες τις αισθήσεις του στη γοητεία του λόγου του.



Διώνη Δημητριάδου