Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016


Με συντροφιά τον προσωπικό μας λύκο

(σκέψεις αποσυνάγωγες)



Πώς συντροφεύει, αλήθεια, ένας λύκος; Αυτό το ιδιαίτερο ον που στοιχειώνει τη σκέψη του πολιτισμένου ανθρώπου μέσα σε θρύλους, παραδόσεις, σε σκοτεινές, φοβικές εικόνες; Σε ποια ταξίδια θα στεκόταν συνταξιδιώτης  οδηγώντας κι εμάς μέσα από τους στενούς διαδρόμους της σκέψης σε κοινούς φόβους, ανασφάλειες και ανησυχίες, για να μας δείξει τον μοναδικό ίσως δρόμο που πατούν οι επιθυμίες μας, οι πιο βαθιές; Ο λύκος-συνταξιδιώτης σε έναν ρόλο βουβού παρατηρητή της πορείας του οδηγού-ανθρώπου, σ’ αυτό το ταξίδι ανίχνευσης του εσωτερικού κόσμου; Ή ο λύκος οδηγός απρόσμενος; Πού θα καταλήξει αυτή η πορεία; Είναι προδιαγεγραμμένη; Ή μήπως πρόκειται για ένα ταξίδι που επιφυλάσσει εκπλήξεις; Ο λύκος μάλλον εγγυάται για το επικίνδυνο κομμάτι του. Γιατί, αυτό το εκ φύσεως κοινωνικό ον, το τόσο κοντινό σε μας, με τον παρόμοιο συναισθηματικό κόσμο και τη μεγάλη δυνατότητα έκφρασης, κατέληξε αποσυνάγωγο της ανθρώπινης κοινωνίας, ενσάρκωση των απώτερων φόβων του  ανθρώπου. Το ενσωματώσαμε στον δικό μας κόσμο, των πολιτισμένων και οριοθετημένων αντιδράσεων, των λογικών επιλογών, μόνο όταν το υποτάξαμε και το εξημερώσαμε, ώστε να γίνει ο πιστός μας ακόλουθος, με τη μορφή του σκύλου. Εδώ, όμως, ο λύκος-σύντροφος έχει την αρχική του μορφή, αυτή που παραπέμπει στα ενστικτώδη αντανακλαστικά του, αυτή που αναπόφευκτα οδηγεί σε σύγκρουση με τα κατά συνθήκη κοινά της -συμβατικά αποδεκτής- κοινωνικής συμβίωσης.
Μια εικόνα πολλαπλών αναμετρήσεων: το ‘εγώ’ του πολιτισμού και του ορθού λόγου με το ‘εγώ’ του κόσμου των ενστίκτων,  το ιδιωτικό περιχαρακωμένο τοπίο με αυτό του χώρου των πολλών που απαιτεί συμμόρφωση με τα δεδομένα του, σε τελευταία ανάλυση την αναμέτρηση της σκέψης με την ανάγκη της ενδοσκόπησης. Γιατί οπωσδήποτε ενδιαφέρον είναι αυτό το εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας ή έστω ανίχνευσης επιθυμητής πορείας μέσω της επαφής με αυτό το κομμάτι του εαυτού μας. Πόσο δυνατό άραγε είναι αυτό το ένστικτο, το καταχωνιασμένο μέσα στον άνθρωπο του πολιτισμένου κόσμου; Μπορεί να βγαίνει στην επιφάνεια κάθε που ο ‘λύκος’ ξυπνάει από τον επιβεβλημένο του λήθαργο; Και, αν ναι, τότε πού μας οδηγεί δυνητικά; Και πόσο το αντέχουμε αυτό το απρόσμενο σε εικόνες (ηθελημένο πάντως) ταξίδι;
Ας μην λησμονούμε, ωστόσο, πως ο λύκος είναι από τα πλέον ανθεκτικά όντα, έτοιμο να επιστρατεύσει όλα όσα φέρει προίκα από τη φύση, προκειμένου να επιβιώσει απέναντι σε ανθρώπινες μηχανουργίες και σχέδια εξόντωσής του. Η συντρόφευση μαζί του, επομένως, ενδυναμώνει το αδύναμο ‘εγώ’ που ασφυκτιά από τις κοινωνικές συμβάσεις με απαραίτητη προϋπόθεση όμως να υπάρχει η διάθεση για σύγκρουση με αυτά τα στενά όρια περιχαράκωσης στα θεμιτά και νόμιμα. Αυτό το ‘άγριο’ κομμάτι του εαυτού μας, αναγκαστικά κρυπτόμενο κάτω από ποικίλες συμβάσεις, νιώθει την ανάγκη να εκφράσει το υγιές υπόστρωμα, αυτό που χαρακτήριζε το ανθρώπινο γένος προτού υποταχθεί στην κοινωνική αναγκαιότητα. Γεμάτο από ενστικτώδη αγάπη για τη ζωή, μια ζωή συντροφευμένη με όλα τα όντα, σε αγαστή συνύπαρξη με τη φύση, χωρίς κυριαρχικές τάσεις απέναντι σε οτιδήποτε πιο αδύναμο εμποδίζει την απόλυτη εξουσία του ισχυρού τάχα ανώτερου όντος.
Έτσι θα ξεκινήσει αυτή η συμπόρευση με τον λύκο, τον εσώτερο εαυτό, σαν να έχουμε την ‘αρχή του παραμυθιού’ με αβέβαιη κατάληξη.  Άραγε θα σωθεί ο συνταξιδιώτης του λύκου; Γιατί σ’ αυτό το ταξίδι δεν υπάρχουν ορατά εφόδια, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν απέναντι στα εμπόδια, ορατά κι αυτά, αλλά ούτε και το άλλοθι της συγκίνησης. Κυνικό ίσως; Απολύτως συνταιριαστό πάντως και ετυμολογικά με τον λύκο-κύνα. Υπάρχουν άραγε κάποιες ‘σταθερές’ να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα;  Αυτά τα ταξίδια είναι φτιαγμένα με σκληρά υλικά και μόνο για όσους αληθινά αντέχουν. Γιατί από κάποια στιγμή και μετά ο λύκος είναι που θα πάρει το τιμόνι και θα οδηγεί. Πόσο έτοιμοι είμαστε για μια τέτοια ανατροπή, τη σημαντικότερη όλων; Η συνάντηση με τον προσωπικό μας λύκο είναι ένα ταξίδι μοναδικό, συγκινησιακά φορτισμένο και επικίνδυνα όμορφο.

Διώνη Δημητριάδου