Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Πάρτι Χριστουγέννων
της Σοφίας Σκουλίκα - Βέλλου




Μέσα από το παλιό του σακάκι ξεπρόβαλε ένα θλιμμένο ύφος, σχεδόν τσακισμένο στο χρόνο. Η απογοήτευση έδενε πάνω του και έκανε τα πράγματα χειρότερα. Είχε περάσει και μια εγχείριση καρδιάς· ευτυχώς την είχε γλυτώσει πολύ φτηνά. Χρόνια είχε παλέψει με τα κύματα στη θάλασσα κι όταν αρρώστησε βγήκε με μια μικρή σύνταξη Γιατί είμαι τόσο άτυχος; σκέφτηκε και φούντωσε η πίκρα στην ψυχή του.

Δεν θα πάμε σε εκείνο το πάρτι της φίλης σου, έβγαλε από μέσα του μια φωνή σαν ανάσα ο Θανάσης. Η Μαρίκα τον κοίταξε απορημένη.

Μπορεί να είμαστε φτωχοί αλλά όχι και να κρυβόμαστε, έχουμε ευγένεια και αξιοπρέπεια τέτοια που μπορούμε να σταθούμε άνετα δίπλα τους.

Καλά ας πάμε, μουρμούρισε, λες και πνιγόταν. Ακολούθησε σαν να πήγαινε σε θυσία και όχι σε διασκέδαση.

Η Έλενα τους περίμενε όλο αγάπη, προδόθηκαν οι διαπιστώσεις του με το άνοιγμα της πόρτας. Δεν ήταν τίποτα έτσι όπως το γέννησε το μυαλό του. Κάθισε μαζεμένος σε μια γωνιά τραβώντας κάθε σταγόνα από το ουίσκι που ξεχείλιζε στο ποτήρι του. Έβλεπε το μεγάλο σαλόνι, τους πίνακες, τα χαλιά, όλα όσα μπορούσε να διακρίνει καλά. Παλαιό σπίτι, αλλά πρόσφατα ανακαινισμένο, όμορφο. Του άρεσε παρά την αντίθεσή του στην επίσκεψη. Όμως και πάλι η φτώχεια τον έτρωγε μέσα του. Δεν ζήλευε, αλλά ένιωθε ξένος σε συνήθειες και πράγματα εκεί μέσα. Η Μαρίκα αντίθετα ήταν παρούσα σε όλες τις συζητήσεις και με το χαμόγελό της έδινε χαρά. Καταλάβαινε ότι η Έλενα με την ανακαίνιση αυτή έκανε προσπάθειες να κάνει μια άλλη αρχή, από τη στιγμή που έχασε τον άντρα της. Όμως το δικό του παλάτι ήταν πάντα τα λίγα τετραγωνικά με μια ζεστή καρδιά, την καρδιά της γυναίκας του. Δάκρυσε μόνος του εκεί που του ήρθε ένα χαμόγελο. 

Ζήτησε συγγνώμη για τη σκηνή στο σπίτι και την αγκάλιασε. Ήταν ο κόσμος του και τίποτα δεν το σταματούσε αυτό, ούτε η Έλενα, ούτε όσοι πέρασαν εκείνο το βράδυ από εκεί. 

Και του χρόνου αγάπη μου, της είπε.


Σοφία Σκουλίκα - Βέλλου

(πίνακας: "Χριστουγεννιάτικοι επισκέπτες" του Fredericke Daniel Hardy, 1869)