Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016


μνήμη Μένη Κουμανταρέα




Ξαναδιαβάζω κάτι πολύτιμο και διάφανο, όπως κάθε αλήθεια που αξίζει να λέγεται. Είναι από τον Μένη Κουμανταρέα, σήμερα, δυο χρόνια από τη δολοφονία του. Γιατί, μέσα σε όλα αυτά που μας έδειξε με τον λόγο του συγκαταλέγεται και αυτή η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση του θανάτου. Όπως πρέπει να τον κοιτάζουμε, χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές, εκφράσεις κατ’ ευφημισμόν, για να ξορκίσουμε τάχα το δαιμονικό. Με τον απλό αλλά σπουδαίο τρόπο που μας δίδαξε η άλλη όψη της αλήθειας. Η Τέχνη. Και με τη συμπερίληψη μέσα σ’ αυτήν όλης της ζωής, σαν ένα αδιαίρετο όλον που έχει την αρχή και το τέλος, και πάλι την αρχή και πάλι το τέλος, ατελείωτη σειρά εκφάνσεων ζωής.

«Αρνούμαι να καταλάβω τους ανθρώπους που μασούν τη λέξη  ‘συλλυπητήρια’ σαν να έχουν χαλίκια στο στόμα ή αναφέρονται στον θάνατο με πλάγια μέσα…
Με κάποιους από αυτούς είμαι έτοιμος να οργιστώ. Άδικα ίσως. Δεν έχουν όλοι αυτοί ψηθεί στη λογοτεχνία και στη μουσική, δεν ξέρουν πόση ελευθερία αυτές οι τέχνες χαρίζουν: τους αμέτρητους ήρωες που άφησαν την τελευταία τους πνοή μέσα σε πυκνοτυπωμένες σελίδες, ανάμεσα σε στίχους, μέσα σε πένθιμα εμβατήρια, σε συμφωνίες και σονάτες, τις αιώνιες αγαπημένες όπως τις αποτύπωσαν οι μεγάλοι δημιουργοί. Ένα μάθημα ζωής είναι η τέχνη, κι ας έχει να κάνει με τον θάνατο. Ίσως γι’ αυτό.»

(Μένης Κουμανταρέας, «Ο θησαυρός του χρόνου»)

(σχόλιο: Διώνη Δημητριάδου)