Ετικέτες

"Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" Βιβλία (αποσπάσματα) Δοκίμια Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτρης Φύσσας "Εμένα μου λες (ποιήματα 1997-2016) Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μιχάλης Γκανάς "Άψινθος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Colm Tóibín "Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Jack Kerouac "Στοιχειωμένη ζωή - η χαμένη νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Miguel de Unamuno "Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο σκακιστή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Oliver Sacks David Hume "Η δική μου ζωή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Stefan Zweig "Σκακιστική νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' W. G. Sebald Jan Peter Tripp "Αδιήγητη ιστορία" Μεταφράσεις (ποίηση) Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες Ποιητική σύναξη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Happy End
του Δημήτρη Φαρή


Είναι εκεί μέσα στο κρύο που υλοποιήθηκα. Και αυτή σηκωνόταν νυσταγμένη κάθε πρωί και με κοιτούσε. Σχεδόν δεν ήξερε τι να κάνει, μερικές φορές έκλαιγε, άλλες φορές κοιμόταν από την κούραση πάνω στο μάτι της κουζίνας... Κρύωνα στο πρόσωπο, όταν με έβγαζε έξω και με πήγαινε στην άλλη... Εκείνη ούτε καν με κοιτούσε... Κάδρα στους τοίχους, μια φθαρμένη ταπετσαρία, μουσική από το πικάπ, ίσως Bach, έβρισκα και εγώ ευκαιρία να κοιμηθώ... Γιατί δεν με παρατάνε εδώ που με φέρανε; Τουλάχιστον εδώ είναι ζεστά...
Και μετά μια μεγάλη κρύα εκκλησία, κλάματα και αυτός και εκείνη... Έφευγα, τους άφηνα πίσω στο κρύο... Ταξίδευα τρεις μέρες μέσα σε ένα τρένο... Και η βαλίτσα που έπεσε στο πλάι... Και ο τρόμος της κυρίας με τα μαύρα... Είχε την ευθύνη μου πλέον... Και εκεί τα έχασα όλα... πέρασαν χρόνια μέχρι να καταφέρω να θυμηθώ...
Περπατάω τώρα μέσα στο δάσος, πάνω στο χιόνι. Ήταν δικιά της επιθυμία να το φτιάξουμε αυτό το μικρό σπιτάκι μέσα στο δάσος... Ναι, το ήθελα και εγώ να το φτιάξουμε, όπως το είχαμε δει σε εκείνο το βιβλίο, με κορμούς και γυαλί και ένα πιάνο μέσα, μόνο... Και εγώ έλεγα πάντα πως θα έπαιζα μόνο Bach, δεν έπρεπε να με παρεξηγήσει, να με πει ακατάδεκτο, ακοινώνητο, μοναχικό, μονόχνωτο... Σήμερα όμως φυσάει πολύ και το κρύο μπαίνει μέσα στα δάχτυλα, κοκκινίζει το δέρμα, σχεδόν το φουσκώνει... Πώς θα παίξω πιάνο σήμερα; Πώς θα ζεστάνω τα χέρια μου;
Και ύστερα ξαναήρθαν... Το βλέμμα μου όμως είχε ήδη αυτήν την ελαφριά απογοήτευση... Γιατί έπρεπε να φύγω; Τι κέρδισαν; Εκείνη προσπαθούσε να με αγκαλιάσει και εγώ κρυβόμουν πίσω από την κυρία με τα μαύρα... Ποια ήταν αυτή τέλος πάντων που ήθελε να με αγκαλιάσει; Και γιατί έκλαιγε πάλι; Υστέρα λιακάδες... Πολλές λιακάδες και παιχνίδια... Αυτοκίνητα, στρατιώτες σπαθιά... Πήγα και στο σχολείο... Έκανα φίλους... Έμαθα πολλαπλασιασμό, διαίρεση... Τα καλοκαίρια μάσκες βατραχοπέδιλα, όλα πορτοκαλί, μια πορτοκαλιά ευτυχία... μέσα στη θάλασσα.
Σε αυτήν την ψηλή γυμνή λεύκα έστριβα... Ναι, αυτό είναι το σημάδι μου... Το γυμνό καβάκι... Μα όλα ίδια είναι σήμερα μέσα στον χιονιά...Τα χέρια όμως πώς θα ζεσταθούν; Ακούω τις νότες κάτω από τα δάχτυλα αλλά δεν τις νιώθω μέσα στα κοκάλα...
Και εκεί, στο Ωδείο... Ένα μαύρο πιάνο και μια κοπέλα έπαιζε κάτι ακατανόητο... Δεν ήταν κλασική μουσική σαν αυτά που μαθαίναμε, Bach και Mozart... Doors το έλεγε... και να τα πλήκτρα να πατιούνται πάλι... σαν σκάλα που κατεβαίνει μέσα στο νερό... Και να τα νιάτα, το πουκάμισό μου γέμισε χαρά, άρωμα... Ξάπλες μέσα στις μαργαρίτες, δώρα, όρκοι .... φιλιά… Τυχερός ήμουν... Και όταν με έπιαναν οι μαύρες μου καθόμουν στο δρύινο πιάνο μου και έβγαζα τα σωθικά μου και ερχόταν ο πατέρας και με παρακαλούσε ..."Σταμάτα να το κάνεις αυτό!"
Δεν έχει ξημερώσει ακόμα... Ένα πουλί τιτιβίζει τρομαγμένο και τρέχει να κρυφτεί... Μεγάλη νίκη αυτό το σπιτάκι στο δάσος... Ένα ολόκληρο καλοκαίρι επιβλέπαμε την κατασκευή του και... όταν κοκκίνισαν τα φύλλα φέραμε και το πιάνο... Το τελευταίο πιάνο... αυτό της καρυδιάς... Όλο το κόλπο ήταν να μαθαίνω απ’ έξω τις σαραμπάντες και τα μενουέτα για να παίζω στην αυγή και στο σούρουπο χωρίς φώτα...
Και ύστερα οι σπουδές... Ταξίδια πολλά στο νησί... Κύματα που ήθελαν να καταπιούν το πλοίο, ώρες ατελείωτες στα τερματικά... Όλη η ζωή μου ένα πληκτρολόγιο... και το βράδυ ξενύχτια αδικαιολόγητα... Η Jazz, το σαξόφωνο, η νύχτα και τα αρώματά της...
Μα χτες η πόρτα δεν άνοιγε τόσο δύσκολα... Κάπου εκεί στη γωνία κάθεται και με κοιτάει... Όση ώρα παίζω κάθεται και με κοιτάει... ίναι πάντοτε αυτή, ένα μικρό μελαχρινό κορίτσι, το μικρό θαύμα της ζωής μου, μεγάλωσε... έφυγε... αλλά είναι πάντα εκεί και με κοιτάει... Ζεστά ματάκια μου.
Ναι, ήταν χαζός εκείνος ο χρόνος στον στρατό αλλά μετά ήρθαν όλα δεξιά, δουλειά, σπίτι, γάμος, οικογένεια, το χαμόγελο των παιδιών, τα πρώτα περπατήματα, η ανάσα τους τη νύχτα, τα ζεστά μάγουλα από τον πυρετό και ύστερα τα χρόνια του δημοτικού, εκείνα τα ατελείωτα χρόνια του δημοτικού που το σπίτι μύριζε σάκα και γομολάστιχα...
Βγάζω τα γάντια, τα πετάω στη γωνία εκεί που κάποτε στερέωνε το Cello της... Δεν ήξερε να παίζει αλλά, όταν ερχόταν εδώ μαζί μου, έβγαζε μακρόσυρτες νότες να ταιριάζουν με τα πλήκτρα μου, με τα χρώματά μου, με όλα τα αρώματα που μου δώρισε σε αυτά τα τελευταία χρόνια που ζήσαμε μαζί... Λευκό κορμί μου... πώς δοξάστηκες...
Ξεκινάει η αγαπημένη της σαραμπάντα... Και αυτή και το κορίτσι με κοιτούν χαμογελώντας...Τι ελάσσονα, τι μείζονα... Σαραμπάντα είναι ....ξέρεις... πένθιμο αλλά τόσο... ηρωικό... Σαν να σε γονατίζει ο χιονιάς και εσύ να λες... δεν πειράζει... έζησα... τα έζησα όλα πανάθεμα...
Στο τέλος είχε έρθει το κορίτσι με τα μελαχρινά μαλλιά.... Έπιανε το cello της και έβγαζε μουσική... Και ήταν μόνο 6 χρονών... Και με ακολουθούσε σε αυτόν εδώ τον δρόμο που οδηγεί στο σπιτάκι με τους κορμούς... Μέχρι που άνθισε... και μεγάλωσε και αυτή και έφυγε για τις βόρειες χώρες... σαν τη μητέρα της... Εκεί θα την ακούν με περισσότερο ενδιαφέρον... Εδώ τι να κάμει; Παρέα στον γέρο πατέρα της;
Και να... είναι τώρα που συνειδητοποιώ... πως όλα έρχονται όπως πρέπει. Η ζωή ξέρει... Εμείς δεν ξέρουμε...Και αν τελικά πέφτουμε κάτω... ας το κάνουμε παλεύοντας... Ρόζους έχουν γεμίσει τα δάχτυλά μου... Σαν ξερόκλαδα έχουν γίνει... Δεν τις ξέχασα όμως τις σαραμπάντες...Τόσα χρόνια τις δούλεψα... Ζεστάθηκαν και τα χέρια μου... Και η ψυχή μου ολάκερη... Να σε γονατίζει ο βοριάς και εσύ να λες... δεν πειράζει ...έζησα! Ας πέσω...
Δεν κλείνει πια καλά αυτή η πόρτα... Θα μπω μια μέρα στο σπιτάκι μας και θα βρω σκιουράκια και αλεπούδες να κυνηγιούνται γύρω από το πιάνο... Κοκκινολαίμηδες θα τιτιβίζουν σαν την πρώτη φορά που κάναμε Έρωτα... Σαν τότε που μου έκανες δώρο το κορίτσι που είχες μέσα σου... Σαν τότε που έκλαιγες και μου έπαιρνες την ψυχή...
Βαριανασαίνω... Δεν ήταν πάντα τόσο δύσκολη η επιστροφή, πώς και δεν μπορώ να δω μπροστά μου να σταθώ αγέρωχος, να περπατήσω... Νιφάδες μού κλείνουν τα μάτια... Λευκό παντού... Η ανάσα ακόμα μέσα μου... Λίγο ακόμα... Πέφτω... Ας το κάνω ηρωικά... Δεν θα στεναχωρηθώ ....Άλλωστε....

Δεν πειράζει... Έζησα!

Δημήτρης Φαρής


(Gustav Klimt “birch forest”)