Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

πέντε ποιήματα 
του Θεοφάνη Αθανασόπουλου












Θυσία

Ο ουρανός δεν θα 'ναι ποτέ πια ίδιος
Έπεσε πάνω του λίγο αιματάκι
απ' την πληγή, της παιδικής μας ηλικίας
Θάνατος στα αστέρια
Θάνατος σ' εκείνα τα μάτια
που τόλμησαν να δουν, πίσω απ’ τη σκηνή
του μεγάλου θεάτρου
Θάνατος στους προβολείς που έλιωσαν
το κερί απ' τα προσωπεία μας

Μια μεγάλη θυσία έγινε κι απόψε
στην τέχνη του να ζει κανείς σαν άνθρωπος


Συναυλίες Ψυχών

Η αυτοσχέδια χορωδία των προβολέων, έκαψε την σκηνή κι η φλόγα της πέρασε τις οθόνες των ματιών μας.
Το μεγάλο πεύκο, που αιώνες τώρα σκεπάζει αμαρτίες και αίματα, στάθηκε αγέρωχο κάτω απ' τη γριά νύχτα.
Η πανάθλια μύγα έψαχνε να τυραννήσει το επόμενο θύμα.
Ο ανέμελος τραγουδοποιός χόρευε στο μαγικό κύκλο, προσπαθώντας, με νοσταλγία, να κοροϊδέψει τη ψυχή του.
Οι νότες του κατέβασαν το χρόνο απ' το μαραμένο θρόνο, κι εκείνος άρχισε να χορεύει μυητικούς σκοπούς.
Μόλις τον είδαν οι ψυχές, άρχισαν να πάλλονται και η ατμόσφαιρα βάρυνε, απ' τα τσιγάρα και τις προσευχές.

Πώς να ξεφύγεις απ' το αίνιγμα της σφίγγας;

Χάνονται όλοι απ' το ίδιο παρελθόν και πηγαίνουν σε δρόμο από ασπαλάθους.
Πάνω τους, το κοράκι που παρατηρεί, κάθεται στο κλαδί και σκέφτεται:

''Θα 'χω πολλή δουλειά κι απόψε''


Εξομολόγηση

Μερικές φορές βλέπω τον κόσμο και νιώθω
ότι δεν έχει κάτι να μου δώσει
-Αυτό με στεναχωρεί-
Κοιτώ τους ανθρώπους με αγωνία
νομίζω ότι θα μου ορμήξουν
Άλλοτε, τους ακούω να μιλούν για κάτι σπουδαίο
χωρίς να το γνωρίζουν και θέλω να χαθώ μέσα τους
Τελικά ξέρεις τι μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω;
Θέλω ν’ αποτυπώσω κάτι
-κάτι δικό τους-
Να βρω ωραίες λέξεις και να γεννήσω μια στιγμή


Μικροί Θεοί

Κοίτα

Ψηλά εκεί στο λόφο
είναι οι «θρόνοι»
των νεκρών μας

Ακόμη στέκουν
και κοιτούν τις πράξεις
των ανθρώπων

Μόνο που δεν μας θέλουν πια
Κι ας μην τους αδικήσουμε - μη ψάξουμε τον λόγο-

Γιατί πώς να χωρέσουν οι νεκροί
στη γη των πεθαμένων;

Μονάχα στέκουν
και κοιτούν
είναι οι μικροί θεοί μας

Κι όλοι μας κάποτε
κι εμείς
μικροί θεοί
κάποιων θεών μεγάλων























Καμιά Δικαιολογία


Ήρθε ένα παιδί, και σε διέκοψε
απ’ την ανώφελη συζήτηση

Ζήτησε με τα θολά του μάτια

ένα τηλέφωνο
να βρει τον ξεχασμένο φίλο
Του αρνήθηκες

ένα τσιγάρο
να "γλυκάνει" το κορμί του
Τ' απέφυγες

ένα σπίρτο
για να φωτίσει αυτόν τον κόσμο
Δεν του 'δωσες

Κι έφυγε

Ύστερα
Πήρες, με το τηλέφωνο, το βολεμένο φίλο
κάπνισες με απάθεια, ακόμη ένα τσιγάρο
πέταξες το σπιρτόκουτο στο μουσκεμένο χώμα

Κι έφυγες

-Καμιά δικαιολογία πια για 'σένα.


Θεοφάνης Αθανασόπουλος