Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

«Εν ύπνω… »

της Ελένης Γκίκα


από τις εκδόσεις ΑΩ





μια ευσύνοπτη θεωρία ποιητικού λόγου




εσύ θ’ ακούσεις μόνο
ό,τι είσαι έτοιμος ν’ ακούσεις
αλλά και θα διαβάσεις
ό,τι είσαι ικανός

Το δεύτερο ενικό πρόσωπο απευθύνει τον λόγο στον αποδέκτη της ποίησης; Ή, για τους μυημένους στα ποιητικά πράγματα, υποκρύπτει τον διάλογο προς εαυτόν, που συχνά επιχειρούν οι ποιητές; Θα μπορούσαν, κάτω από μια άλλη οπτική, να χωρούν εδώ και οι δύο αυτές εκδοχές, γιατί στην ουσία το ποίημα διαρκώς συνδιαλέγεται και με τον δημιουργό του αλλά και με τους αποδέκτες του, αποκτώντας έτσι τον πολύμορφο χαρακτήρα του και διασώζοντας τη διαχρονικότητά του. Θεωρητικό οπωσδήποτε το θέμα αυτό, αλλά το έναυσμα το έδωσε η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ελένης Γκίκα «Εν ύπνω… ». Διαβάζοντας τα ποιήματα (ανήκουν  σε τρεις συλλογές που απέχουν λίγα χρόνια η μία από την άλλη) ένιωσα ότι πίσω από τη σκέψη της ποιήτριας, σε ένα δεύτερο επίπεδο θα λέγαμε, ξεδιπλώνεται η «ποιητική» της, εν είδει μιας μικρής θεωρίας του ποιητικού λόγου.

Μια πρώτη παρατήρηση αφορά τη σημείωση που συνοδεύει το κάθε ποίημα, με την οποία δηλώνεται (εξωκειμενικά) ο χρόνος και ο τόπος της γραφής του. Έτσι αποκαλύπτει κάποιο ίχνος της αφορμής που το γέννησε, στον βαθμό φυσικά που ο χωροχρονικός προσδιορισμός επηρεάζει τη σκέψη του δημιουργού αλλά και στον βαθμό που δίνει ουσιαστικό σημείο εποπτείας του έργου. Αυτό είναι το θνητό μέρος του κάθε ποιήματος, αφού από τη στιγμή που εγκαταλείπει τον δημιουργό του, αυτόνομα πλέον συνδιαλέγεται με τον πιθανό αποδέκτη του, αδιαφορώντας για την αφορμή που το γέννησε. Εδώ, φυσικά, εντοπίζεται και η διαχρονικότητα της ποίησης, εδώ και η γοητεία της, να μπορεί δηλαδή να λειτουργεί σε κάθε εποχή και απέναντι σε τόσο διαφορετικούς αναγνώστες. Γιατί, όπως φαίνεται από τους στίχους της ποιήτριας, η κάθε ανάγνωση έχει την προκατάληψή της, εννοώντας εδώ ότι ο αναγνώστης ανακαλύπτει δικά του βιώματα πίσω από το ποίημα, οικειοποιούμενος  έτσι το νόημά του. Εύκολα γίνεται αντιληπτό πόσο βοηθά σ’ αυτή την κατεύθυνση η χρήση του δεύτερου προσώπου σ’ αυτόν τον θεωρούμενο διάλογο του ποιητή με τον αναγνώστη.

Μια δεύτερη παρατήρηση αφορά τη συχνή παρουσία των προσωπείων στα ποιήματα της Ελένης Γκίκα. Η μάσκα, η άλλη εκδοχή του προσώπου, που αποκαλύπτει όσο μέρος του εσώτερου εαυτού επιτρέπει και ανέχεται αυτός που τη φορά, κάποτε σαν απλό προσωπείο και κάποτε ως δεύτερη φύση, άρρηκτα δεμένη με το αληθινό πρόσωπο.

με χίλια δυο πρόσωπα – σενάρια
μάσκα στη μάσκα
κι όμως έπρεπε
από την πρώτη στιγμή
να δω την αναχώρηση
και τη μοναξιά

Η ποίηση αγαπά τον κρυπτικό λόγο, αυτόν που  αναζητά τον ενεργό αναγνώστη, που θα επιχειρήσει να αποκρυπτογραφήσει την ουσία του λόγου πίσω από την υπαινικτικότητα και τη μεταφορικότητα. Το προσωπείο αποτελεί έτσι μια υπενθύμιση ότι στον στίχο λειτουργούν πολλαπλά επίπεδα, γιατί μιλώντας για ποίηση βρισκόμαστε στην πιο εσωτερική έκφραση του δημιουργού, και αυτή ποτέ δεν μπορεί να είναι απλοϊκή ή έστω απλή στη διατύπωσή της. Η πολυπλοκότητα της ψυχικής διεργασίας αποκαλύπτεται μέσα στους στίχους χωρίς να επιτρέπει επιφανειακή και επιπόλαιη προσέγγιση.



Η Ελένη Γκίκα αυτή την ποιητική εκδοχή υπηρετεί και γι’ αυτό αναζητά τον προσεκτικό αναγνώστη που θα διεισδύσει στον λόγο της. Άλλωστε η ποίηση είναι μια πτήση, με τη συνακόλουθη διακινδύνευση απώλειας του σταθερού εδάφους και το ενδεχόμενο της πτώσης. Δεν ξέρω, όμως, αν γίνεται διαφορετικά, από τη στιγμή που θα θελήσεις να αφήσεις τη βεβαιότητα, την ασφάλεια, τους στεγανούς και προστατευμένους χώρους.



«Αφού δεν γίνεται να περπατήσει
ας πετάξει»,
έτσι της είπε.
Και τώρα ξέρει
επιτέλους
να πετά.

Είναι και η αναμέτρηση του ποιητικού λόγου με τον χρόνο, έτσι όπως απλώνεται στα ασαφή χρονικά διαστήματα και επιχειρεί να δώσει σώμα και υπόσταση σε στιγμές του παρόντος, να βρει σταθερό έδαφος για να στηρίξει τη σκέψη. Αυτή, όμως, πάντα γυρνά στο παρελθόν, εκεί όπου όλα τα αποθηκευμένα αναμένουν την ανάσυρσή τους, όσο κι αν όλο αυτό συνιστά μια εξαιρετικά επώδυνη κατάσταση. Μοιάζει εδώ να μας λέει η ποιήτρια ότι αληθινή ποίηση γράφεται με πόνο, και τα χρώματά της δεν μπορεί παρά να ακολουθούν μια σκοτεινή κλίμακα.

Υπάρχουν και εκείνες
οι ώρες με άπνοια
στην προστατευτική κρύπτη
αλλά πόσο ν’ αντέξει
κανείς
ερασιτέχνης στο πένθος
άντε να βγάλεις τα μαύρα

Ξεχωρίζω ένα ποίημα που πιστεύω ότι συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω που συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, τη στάση της ποιήτριας απέναντι στην ποίηση, και μεταμορφώνουν αυτόν τον λόγο σε μια μικρή θεώρηση της ουσίας του ποιητικού έργου.

Θα ντυθεί Κυριακή
η-Κυριακή-του μπαμπά-της
Θα ντυθεί άστεγη
κάπου θα υπάρχει μια στέγη γι’ αυτή
Θα ντυθεί βροχή
κάπου θα πρέπει να πάει το κλάμα
Θα ντυθεί ψυχή
να πάρει ένα ένα τα πρόσωπά τους
Θα ντυθεί νύφη
για να ξεφοβηθεί
Θα ντυθεί θάνατος
ν’ αναληφθεί
Θα ντυθεί κούκλα
να ξαναγίνει παιδί
Θα ντυθεί μέρα
να δύσει και να ξεκουραστεί
Θα ντυθεί ύπνος
να βυθιστεί
Θα ντυθεί μνήμη
να ξεχαστεί
Θα ντυθεί τίποτα
να πάει στο πουθενά  να τον βρει
Θα ντυθεί χθες
για να μείνει εκεί
(Μεταμφιέσεις)

Εμπεριέχεται σ’ αυτό το ολιγόστιχο ποίημα όλη η ατομική βίωση  του χρόνου, με ένα Μέλλοντα να εξαπατά για το προσεχές του χρόνου του, ενώ βυθίζεται στην ουσία του παρελθόντος, εκεί που αποθηκευμένες σταθερά πατούν οι μνήμες, μοναδικό απομεινάρι μιας ζωής που έχει παρέλθει αφήνοντας αποτυπώματα στον στίχο πλέον. Με την απαραίτητη μεταφορικότητα το ποιητικό υποκείμενο θα ενδυθεί τα προσωπεία εναλλάσσοντάς τα, έτσι ώστε να βιωθούν ποιητική αδεία όλα τα απολεσθέντα. Μια πλήρης εικόνα ποιητικής αίσθησης. Εν τέλει μια πρόταση να δούμε την ποίηση σαν ένα καταφύγιο, όχι όμως όπως εκείνο το μακρινό του Καρυωτάκη η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε, γιατί εδώ δεν επιδιώκεται καμιά φυγή από τον κοινωνικό χώρο. Είναι όμως καταφυγή η γραφή, προκειμένου να βιωθεί η ζωή ως όλον με τις πληγές της και τις απώλειές της:

Την φοβάται τη ζωή όταν δεν την γράφει
Γι’ αυτό γδέρνει και γδέρνεται στο χαρτί
[…]
Έτσι όπως τη
διαβάζει γραμμένη
σκέφτεται:
τουλάχιστον τα ’ζησα

Η ποίηση της Ελένης Γκίκα είναι ανοιχτή στον αποδέκτη της. Αρκεί αυτός να αντέχει τις αιχμηρές λέξεις, που κρύβουν ακόμη πιο αιχμηρές αλήθειες.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/enypnw/)