Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

«Ουλές»

Πόπη Αρωνιάδα

ποιητική (δίγλωσση) συλλογή

μετάφραση στα αγγλικά:

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ


εκδόσεις «Το Ροδακιό»




μια ελεύθερη άσκηση ικανοτήτων στο κενό

 Ως τίμια γλώσσα
βούτηξα να λιπανθώ
στα ύδατα της ψυχής μου

Αυτός ο ποιητικός λόγος συστήνεται ως τίμια γλώσσα,  και μοιάζει να μας καλεί να ερμηνεύσουμε αυτή την εντιμότητα, πριν προχωρήσουμε στα ενδότερα νοηματικά. Γιατί δεν συναντάμε συχνά μια αυτογνωσία αυτής της ποιότητας μέσα στα πολλά ποιητικά λόγια. Η ποίηση είναι μια σοβαρή υπόθεση, για τον δημιουργό αλλά και για τον αναγνώστη, από τη στιγμή που επιχειρεί την καταβύθιση στο εσώτερο του εαυτού του ο πρώτος, αλλά και από τη στιγμή που συνειδητοποιεί ο δεύτερος ότι η επικοινωνία αυτή που αρχινά μέσω των στίχων μπορεί να οδηγήσει στη δική του αυτογνωσία. Ο ποιητικός λόγος δεν γνωρίζει όρια, επιτρέποντας πολλαπλές μορφές και, στη συνέχεια, πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες. Ίσως το μόνο που δεν επιτρέπει να είναι ένα άσκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, μια αδιέξοδη (και ματαιόδοξη οπωσδήποτε) ενασχόληση με τα εσωτερικά τοπία του. Η εντιμότητα, κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί παρά να είναι η σοβαρή αντιμετώπιση της ποίησης, στον βαθμό που ο ποιητής μιλά μόνον, όταν έχει αληθινά κάτι να πει. Και αυτό το επιχειρεί με τον απλούστερο τρόπο, ακριβώς τη στιγμή που μια εσωτερική επιταγή τού προτάσσει την αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον στίχο. Τότε η ποίηση είναι γνήσια πρόταση και η γλώσσα του ποιητή χαρακτηρίζεται τίμια.
Μια έντιμη ποιητική κατάθεση επιχειρεί εδώ η Πόπη Αρωνιάδα. Και με τον τίτλο της συλλογής (Ουλές) αλλά και με την αφιέρωση δείχνει το ανοιχτό τραύμα, που την ωθεί στην εκφορά του λόγου. Κάθε φορά που συναντάμε μια δυνατή ποίηση, υποπτευόμαστε πίσω από τις λέξεις τα ίχνη των τραυμάτων. Η ποιήτρια εδώ μας προφταίνει και δηλώνει εξ αρχής τη βαθύτερη αιτία που οδηγεί τον ειρμό της σκέψης της. Και καταθέτει με αυτά τα ποιήματα την πιο ώριμη αναμέτρησή της με τους στίχους, κοιτώντας τους κατά πρόσωπο. Από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές της ποιήτριας παρατηρήσαμε μια βαθμιαία προσέγγιση του πρώτου προσώπου, αρχικά καλυπτόμενου και κατόπιν απροκάλυπτα εμφανιζόμενου στον λόγο της. Ένα εγώ που παρέπεμπε σε μια ώριμη αναζήτηση της ουσίας του κόσμου μέσα από την ποιητική του απόδοση. Έτσι κι εδώ. Η αυτοσυνειδησία, η ανίχνευση των σκοτεινών σημείων του υποσυνειδήτου οδηγεί σε μια κατευθείαν αντιμετώπιση του προσώπου.

Απόστημα να σπάσω
με το νύχι προσπαθώ,
θέλω να χυθεί, έστω,
ψέμα δανεικό
τεχνητών παραδείσων,
μπροστά στην ακατάληπτη αλήθεια
του ορατού ανεξήγητου

Και αυτό θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως προσωπική ανάληψη ευθύνης και όχι ως αλαζονική απομόνωση. Αναπόφευκτα, ωστόσο, οδηγεί αυτή η εκδοχή της πρωτοπρόσωπης κατάθεσης σε ένα ποιητικό υποκείμενο μοναχικό. Η ώριμη θέαση των πραγμάτων συνοδεύεται και από προσωπικό ρίσκο που θα πάρει ο ποιητής για να μιλήσει για τα αθέατα στα οποία εισχωρεί η ποίησή του. Ίσως, λοιπόν,  ο καλύτερος, ο πιο ευθύς και ειλικρινής τρόπος έκφρασης να είναι με την πρόταξη του εγώ, ακόμη κι αν αυτό συχνά φαντάζει εξαιρετικά μόνο του.

Ως δεύτερη επιλογή προσώπου η ποιήτρια επιλέγει το τρίτο πρόσωπο, άλλοτε για να αφηγηθεί μια ιστορία ή να περιγράψει μια εικόνα και άλλοτε για να νιώσει τη συμπερίληψή της σε μια κοινή κατάσταση, σε ένα κοινό τόπο πόνου, θλίψης και βιωμένης απώλειας.

Μια στιγμή παύσης
απ’ το καθ’ ομοίωση
ο έκπτωτος άνθρωπος

θα πει δηλώνοντας έτσι και την απομόνωση του ανθρώπου από την εκλεκτή ομοιότητα με το ανώτερο θεϊκό πρότυπο. Μόνος και εγκαταλελειμμένος, ακόμη κι αν αυτή η απομάκρυνση από το επιθυμητό διαρκεί μια στιγμή. Καθοριστική όμως. Μπροστά στην ακατάληπτη αλήθεια του ορατού ανεξήγητου θα επιχειρήσει η ποιήτρια την προσωπική της ερμηνεία (αυτό άλλωστε είναι πάντοτε η ποίηση) εστιάζοντας ακριβώς στα ανείπωτα (η σημασία φωλιάζει στα ανείπωτα) που ίσως μόνο μια ποιητική εκδοχή τα κάνει, έστω για λίγο, ρητά και ορατά. Σ’ αυτό το εγχείρημα θα βρει αρωγή ή καταφύγιο (κατά μια άλλη εκδοχή) στον φυσικό χώρο, που περικλείει τα ανθρώπινα ευτελή και φθαρτά και δίνει μια απρόβλεπτη συμπαράσταση ή -σε βαθύτερη αναζήτηση- αποκαλύπτει την απώτερη ουσία.

Αγωνία αναμονής
για μια μέρα ευθύβολη
κεντρίζει τον οίστρο
μιας εγκάρδιας κραυγής,
απλώνοντας αντίλαλο
σε λαγκαδιές
να ξυπνήσουν τα πουλιά
της άνοιξης να κελαηδήσουν
να ξυπνήσει τ’ αγριόχορτα
ν’ ανθίσουν

Άλλοτε πάλι θα καταφύγει στις παλαιότερες αναμετρήσεις του ανθρώπινου πόνου με τον στίχο, δείχνοντας έτσι την αδιάκοπη πορεία αναζήτησης του ιαματικού λόγου, όπως δοκιμάστηκε από στόμα σε στόμα μέσα στα χρόνια.

Κρούω το ρόπτρο συνθηματικά,
με εκείνο τον πόθο
για επιστροφή,
της αδελφής
του νεκρού αδελφού,
ν’ ανοίξει, ν’ αγκαλιαστούμε
και να πεθάνουμε μαζί

Γνωρίζει, όμως, ότι μια τέτοια επιστροφή από τα μη ορατά του κόσμου φέρνει μαζί της και μια μεταμφίεση. Για να γίνει αισθητά απτό και γήινο ετούτο το παράδοξο απαιτείται η αρωγή του παραμυθιακού στοιχείου, έτσι όπως στη γλώσσα μας αυτά τα δύο (το παραμύθι και η παραμυθία) βρήκαν την αγαστή ομοιότητα. Το παραμύθι έχει κάποτε τον δράκο και κάποτε όχι. Η ποιήτρια θα μας το δώσει και στις δύο εκδοχές Παραμύθι με δράκο, Παραμύθι χωρίς δράκο. Η αλήθεια έτσι είναι πια ορατή: ο δράκος, αν υπάρχει, βρίσκεται μέσα μας, έτσι όπως η απόγνωση μπροστά στο ανελέητο και αναπότρεπτο τέλος τον επινοεί συχνά, σαν μια απειλή πραγματική. Και τότε οι στίχοι αποκτούν άλλο νόημα. Η απώλεια πρέπει να αντιμετωπιστεί, και ο ιαματικός λόγος έρχεται να φέρει τα φάρμακά του, για να θυμηθούμε τον Καβάφη που συνέλαβε ακριβώς αυτή τη διάσταση της ποίησης – Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως, που κάμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή. (Κωνσταντίνος Καβάφης «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή˙ 595 μ.Χ.») Σ’ αυτήν ακριβώς τη θεώρηση της ποίησης συγκαταλέγεται και ο λόγος της Πόπης Αρωνιάδα, αναζητώντας αυτό το λίγο των επουλωτικών φαρμάκων.
Καταπίνοντας αλμύρα
βυθίζομαι
σε φωτεινά έγκατα
βουβαίνοντας προσωρινά
την κουκουβάγια της σοφίας
και κυλάω, κυλάω
κάτω από γυάλινους θόλους
συλλαμβάνοντας ηδονές πόνου.
Κόμπος δάκρυ νωπό
έμβρυο πρόωρο
μορφοποιείται στο φως,
σε ακτίνες γκρι,
από μέταλλο και φωτιά
μια μελαγχολική αλισίβα
απ’ τις στάχτες καμένων οστών
άστεγων ονείρων.

Κάπως έτσι μορφοποιείται ο ποιητικός λόγος, μέσα από την οδύνη και τη βίωση του ατελούς, μέσα από ένα σκληρό τοπίο φτιαγμένο από μέταλλο και φωτιά. Ίσως δεν γράφεται με άλλα υλικά η δυνατή ποίηση και μάλλον με λιγότερο ανώδυνο τρόπο δεν κοινωνείται το αποτέλεσμά της. Όλο αυτό, φυσικά, με τη σαφή επίγνωση ότι η δημιουργία συντελείται εν κενώ, όπως η ίδια η ποιήτρια το διατυπώνει αντιλαμβανόμενη ευφυώς την ποίηση ως ελεύθερη άσκηση ικανοτήτων στο κενό, με τον κίνδυνο της πτώσης, αν χαθεί η λεπτή ισορροπία στο ανύπαρκτο σχοινί. Γιατί η βίωση του τραύματος και η απόδοσή του με τον λόγο στην ουσία μόνο σαν αντίλαλος μπορεί να εκλαμβάνεται. Έτσι ο πόνος μεταλλάσσεται σε λέξεις και η ποίηση μόνο αιμάτινη μπορεί να είναι. Και τότε ο ποιητής αντικρίζει μέσα από τα ίδια του τα λόγια κάθε μέρα την εικόνα της απώλειας. Φάρμακο είναι η δημιουργία αλλά ποιος το αντέχει και αυτό μέσα στην πίκρα του;
Τα ποιήματα της συλλογής αυτής αποπειρώνται να ισορροπήσουν και σε μια δεύτερη γλώσσα, στην εξαιρετική μετάφραση μιας άλλης σπουδαίας ποιήτριας, της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ, η οποία και προλογίζει την έκδοση. Και σκέφτομαι, με αφορμή αυτή την απόδοση σε μια άλλη γλώσσα, ότι το εγχείρημα αυτό έχει πετύχει ακριβώς γιατί μπόρεσε να δώσει ως αποτέλεσμα μια καινούργια ποίηση (με τον ρυθμό και τις ανάσες της άλλης γλώσσας) που πατάει βέβαια πάνω στα χνάρια των λέξεων της αρχικής, όμως νοηματικά αποδίδει αυτό που αποκόμισε ως εξωτερικό ήχο και εσωτερικό απόηχο η μεταφράστρια. Άλλωστε το γνωρίζουμε ότι η ποίηση είναι ανοιχτή σε ερμηνείες τόσες όσοι και οι αναγνώστες της. Η μετάφραση πρώτα ως ανάγνωση λειτουργεί και κατόπιν ως νέα δημιουργία, που μπορεί να θυμίζει το αρχικό κείμενο, ωστόσο απέχει από αυτό όσο και το διάστημα που χωρίζει τις δύο ποιήτριες.
Η έκδοση από Το Ροδακιό εξαιρετική, με την αισθητική που αρμόζει στον ποιητικό λόγο, ζυγίζει αντικριστά τα δύο κείμενα και συνοψίζει το περιεχόμενό τους στο εύγλωττο εξώφυλλο με τη ζωγραφική δημιουργία του Simon Birch. Στο σύνολο μια πρόταση προς τον αναγνώστη ποιητική και εικαστική που δομείται πάνω σε μια αλήθεια, έτσι όπως μας τη δίνει η ποιήτρια και τη σχολάζει η άλλη ποιήτρια:
… γιατί όλα είναι αντίλαλος (Πόπη Αρωνιάδα)
ναι, όλα είναι αντίλαλος μιας πραγματικότητας, που συχνά ούτε στη φαντασία μας δε χωράει (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ).

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/oules/)