Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015


  
Το σινεμά
(διήγημα)



Σινεμά δεν είχε πάει ποτέ στη ζωή του. Όταν ήταν νέος ούτε που τον είχε ακουστά τον κινηματόγραφο, όπως τον έλεγε. Στο νησί, που έζησε μέχρι τα εικοσιπέντε του χρόνια, η μόνη τους διασκέδαση ήταν τα πανηγύρια· ευτυχώς αυτά ήταν πολλά, όσα και τα μοναστήρια που κάθε τόσο γιόρταζαν τη χάρη του αγίου τους. Κανένα κρασάκι από κει και πέρα με τη συντροφιά των άλλων νέων, τέτοια πράγματα συνήθως αυθόρμητα ήταν που τους έκαναν να περνούν την ώρα τους, όταν βρίσκονταν βέβαια στη στεριά. Γιατί, από την ώρα που σαλπάραν με τα καΐκια, άλλες ήταν οι έγνοιες τους, να μην τους βρει κακός καιρός, να φτάσουν με το καλό κάτω στη Μπαρμπαριά, να βρουν το «θησαυρό» τους, τα σφουγγάρια, πιο πολύ απ’ όλα να γυρίσουν πίσω σώοι, χωρίς τη φοβερή ασθένεια των δυτών, που χτύπαγε κάθε τόσο και κάποιο παλληκάρι από το πλήρωμα. Δέκα, είκοσι νοματαίοι κάθε φορά φεύγαν από το νησί με την ευχή όλων για καλό ταξίδι και καλή επιστροφή. Ε, όταν πια γύριζαν τα καΐκια, τότε να δεις χαρές και πανηγύρια. Έτσι διασκέδαζαν, άλλο δεν ήξεραν.

Όταν έφυγε από τον τόπο του και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, πάλι πού καιρός για εξόδους, σινεμά και τα παρόμοια. Δουλειά από το πρωί ως αργά το απόγευμα, οικογένεια, έγνοιες, βάσανα. Μετά ήρθε ο πόλεμος…Έτσι πέρασαν τα χρόνια, τα παιδιά μεγάλωσαν, κάναν δικές τους οικογένειες, αυτός σταμάτησε να δουλεύει. Σινεμά άκουγε, σινεμά δεν είχε δει ποτέ του. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοια πράγματα, δεν του έλειψε ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια είχε ανεβεί στη Θεσσαλονίκη. Η μεγάλη του κόρη είχε κάνει και δεύτερο παιδί, χρειαζόταν βοήθεια, κι έτσι φώναξε τους γονείς της να μείνουν μαζί με την οικογένειά της. Είχε περάσει πια τα εβδομήντα αλλά βαστάγαν τα πόδια του. Ό,τι μπορούσε πρόσφερε κι αυτός. Συνήθως του εμπιστευόντουσαν τον εγγονό του, παιδάκι ήταν στα οκτώ κλεισμένα, πολύ ζωηρό είναι η αλήθεια, μα τον κατάφερνε αρκετά καλά. Φυσικά του έκανε όλα τα χατίρια, και τον είχε ευχαριστημένο. Τον πήγαινε βόλτες στην παραλία, στον Λευκό Πύργο, έτρεχε εδώ κι εκεί ο μικρός, χάζευε αυτός τη θάλασσα. Πολύ του είχε λείψει αυτή, και γιατρειά δεν εύρισκε. Βέβαια, θάλασσα είχε και ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη, αλλά σαν του νησιού του όχι! Άλλο πράγμα εκείνη, δεν συγκρινόταν με τίποτε.

Από μέρες ο μικρός τούς είχε φάει όλους με τη γκρίνια του, να τον πάνε σινεμά· έπαιζε καουμπόικο -πού στην ευχή το είχε πάρει το μάτι του! Έβαζε το καπέλο, έπαιρνε τα πιστόλια, αυτά που είχε φορέσει τις Απόκριες, και τους τρέλαινε στη φασαρία. Είπε κι η μάνα του, αφού δεν μπορούμε να τον πάμε εμείς, ας τον πάει ο παππούς. Τι θα πάθει; Του έδωσαν οδηγίες, αυτός μάλλον αψήφιστα το πήρε.
Σιγά, μπρε, θα πάμε και θα έρθουμε πίσω μια χαρά. Τι είναι, δηλαδή, αυτό το σινεμά; Θα μας φάει;


Ο μικρός χοροπηδούσε, όπως πήγαιναν στον δρόμο. Όταν έφτασαν, η ταινία είχε αρχίσει. Δεν πειράζει, παππού, είπε, θα τη δούμε μισή μισή την ταινία.
Ούτε που κατάλαβε τι του είπε το παιδί. Μπήκαν στη σκοτεινή αίθουσα. Παναγία μου, τι ταραχή τον έπιασε! Πού βρισκόταν; Παραλίγο να παραπατήσει και να σωριαστεί κάτω. Κι εκεί μπροστά τι ήταν αυτό στον τοίχο; Τεράστιο πανί με εικόνες που αλλάζαν συνέχεια, σε ζάλιζαν.

Μπρε, να κάτσουμε εδώ κοντά στην πόρτα. Άμα και τύχει τίποτε, να κόψουμε, να φύουμε!
Τι να κάνει ο μικρός, κάθισε για πρώτη φορά στη ζωή του πίσω πίσω, στην τελευταία σειρά, αυτός που, αν ήταν δυνατόν, θα καθόταν στην πρώτη για να βλέπει τεράστιους τους ήρωες, να τους ευχαριστιέται. Σε λίγο το ξέχασε, μαγεύτηκε από τη δράση της ταινίας, τους καουμπόηδες, τους Ινδιάνους, τα άλογα, χαιρόταν με την ψυχή του. Ξέχασε ακόμη και την παρουσία του παππού του, που είχε κάτσει πολύ προσεκτικά στη θέση του, λες και θα ενοχλούσε κάποιον. Γύριζε αυτός να δει  γύρω τι γινόταν, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτε. Τέντωνε τον λαιμό του να δει τι έπαιζε στην οθόνη, αδύνατον. Δεν σκέφτηκε κανείς να του πει ότι χρειαζόταν τα μακρινά γυαλιά του για να πάει στο σινεμά. Τι να κάνει άλλο, έγειρε πιο αναπαυτικά στη θέση του και έκλεισε τα μάτια του. Η φασαρία που άκουγε από την ταινία -γιατί μόνο σαν φασαρία μπορούσε να καταλάβει όλο αυτό που γινόταν εκεί μπροστά του- θαρρείς και δεν τον ενοχλούσε και πολύ. Διέκρινε μέσα σε όλο αυτό που άκουγε καλπασμούς από άλογα, ποδοβολητά και φωνές, πολλές φωνές, που δεν καταλάβαινε καθόλου τι λέγαν.

Έτσι ακούγονταν και τότε. Άλογα που χλιμίντριζαν και άνθρωποι που φώναζαν σε ξένη γλώσσα, θυμωμένοι πολύ, κι αυτοί, δέκα νοματαίοι όλοι κι όλοι, να μην  μπορούν να τους δουν, μόνο να τους ακούνε. Κλεισμένοι στο υπόγειο με μόνη επαφή με τον έξω κόσμο ένα μικρό παραθυράκι μισοχωμένο στη γη με λίγο άνοιγμα ίσα ίσα για να παίρνουν αέρα. Δεν ξέραν ποια θα ήταν η τύχη τους. Πώς το πάθαν το κακό και τους πιάσαν; Είχαν πάρει το καΐκι και ανοίχτηκαν ίσαμε την αντικρινή ακτή. Να φέρουν εμπορεύματα. Συχνά το αποτολμούσαν αυτό. Πηγαίναν στα χωριά, απέναντι στη Μικρά Ασία, και όλο και κάτι έφερναν πίσω στο νησί. Φτωχοί άνθρωποι και οι απέναντι περίμεναν την εμφάνισή τους και τους προμήθευαν με τα δικά τους προϊόντα. Κάναν γρήγορα τις συναλλαγές τους, συνήθως σε είδος, και πίσω στο καΐκι για να γυρίσουν στη δική τους πλευρά. Εκείνη τη φορά, όμως, στάθηκαν άτυχοι. Οι Τσέτες είχαν φαίνεται διακρίνει το καΐκι που πλησίαζε, παραφύλαξαν, επιτέθηκαν, και τώρα τους είχαν δεμένους στο υπόγειο. Κάθε τόσο απ’ έξω βλαστήμαγαν και απειλούσαν. Είναι που είχαν πολύ κακή φήμη αυτοί οι αγριάνθρωποι, ιδιαίτερα όταν έπεφταν στα χέρια τους Έλληνες. Πέρασαν ώρες, σκοτείνιασε αρκετά, αραίωσε η κίνηση,  απ’ έξω δεν ακουγόταν σε λίγο τίποτε. Τι να σήμαινε αυτό άραγε; Κάναν καμιά συνεννόηση τι να τους κάνουν, γι’ αυτό είχαν αποσυρθεί; Μήπως κουράστηκαν και φύγαν για να επιστρέψουν με το πρώτο φως; Αγωνία τους είχε καταλάβει για την τύχη τους. Είχε πέσει πια για καλά η νύχτα, όταν άκουσαν από το άνοιγμα μια σιγανή φωνή. Τούρκικα μιλούσε, δεν καταλάβαιναν καλά τι έλεγε, αλλά ο τρόπος που έσκυβε και ψιθύριζε τους καθησύχαζε ότι δεν ήταν κάποιος από τους φρουρούς τους. Σε λίγο άκουσαν την πόρτα που έκλεινε την είσοδο να υποχωρεί αργά αργά. Χέρια τους έπιασαν, τους έλυσαν και τους έβγαλαν έξω. Δεν πίστευαν την τύχη τους. Κάποιοι, φαίνεται, χωρικοί τους άκουσαν, τους λυπήθηκαν και, ποιος ξέρει με ποιον τρόπο, βρήκαν το κλειδί και άνοιξαν. Βάλθηκαν να τρέχουν προς τη θάλασσα, να σωθούν.
Είχαν φτάσει σχεδόν στο καΐκι τους, όταν άκουσαν πίσω τους φωνές και ποδοβολητά. Τρέξτε, τρέξτε να προφτάσουμε…

Τρέξτε, μπρε, να σωθούμε, να κόψουμε, να σωθούμε!
Οι φωνές του παππού τάραξαν την αίθουσα, ο κόσμος σηκώθηκε, τα φώτα άναψαν, τρέχαν προς την έξοδο. Τι είχε τάχα συμβεί; Φωτιά; Σεισμός;


Ο μικρός ήταν απαρηγόρητος. Να σταματήσει η προβολή! Να φύγουν από τον κινηματογράφο χωρίς να δει το τέλος της ταινίας! Χώρια που αποκλείεται άλλη φορά να τον άφηναν με τον παππού να πάει σινεμά.

Εγώ τι να πω! Δεν φτάνει που με έχωσες σε μια σκοτεινή αίθουσα, να πέσουμε να σκοτωθούμε δηλαδή στα καλά καθούμενα! Δεν φτάνει που δεν έβλεπα ούτε τι έπαιζε εκεί μπροστά, π’ ανάθεμά τα τα γυαλιά μου, πού τα είχα; Έπρεπε, μα τον Πανορμίτη μου, να ξαναζήσω το κακό που πάθαμε με τους Τσέτες; Τότε στο τσακ γλιτώσαμε, μπήκαμε στο καΐκι και όπου φύει φύει. Τώρα, ξέρω κι εγώ τι θα πάθαινα, αν δεν ξύπναγα απ’ την τρομάρα μου!

Διώνη Δημητριάδου (από τη συλλογή διηγημάτων "Το ατελιέ", εκδόσεις Νοών)







(φωτογραφία: Σύμη, ο Γιαλός, αρχές 20ου αιώνα, αρχείο Φιλήρατου Πάχου)