Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο δίπτυχο 

«Στο ρεύμα κι αναπόταμα»

της Μαριάννας Παπουτσοπούλου,

εκδόσεις Ηριδανός





Μοιρασμένο σε δύο μέρη (δίπτυχο) το βιβλίο αυτό της Μαριάννας Παπουτσοπούλου, ποιήτριας αλλά και ιδιαίτερα αξιόλογης πεζογράφου.

Στο πρώτο μέρος, «Στο ρεύμα», αφηγείται επτά σύντομες ιστορίες με πρωταγωνιστές ανθρώπους που μεταναστεύουν, ωθούμενοι από την ανάγκη, και βρίσκονται αντιμέτωποι με τη σκληρότητα των άλλων που δεν κατανοούν αλλά και με τη συνείδησή τους που ελέγχει κάθε τόσο την επιλογή τους.

Ο Αλβανός που ονειρεύεται να γίνει δάσκαλος

«Όταν θα έχω γίνει καθηγητής με τη σειρά μου, το πρώτο μου μάθημα θα είναι Αριστοφάνης, όπου δεν έχει Φρύγα ή Αθηναίο, βλάκα ή σοφιστή, γυναίκα ή άντρα, πάπια ή σουσουράδα. Επίσης θα εξηγήσω στους Έλληνες ή Ελβετούς μαθητές μου, γιατί ο γερο-Δημόκριτος όλο γελούσε ενώ ο παππούς Ηράκλειτος επέμενε να κλαίει, είναι το πιο θαυμάσιο μάθημα διαλεκτικής. Και ως ζωντανό παράδειγμα θα φέρω τη μητέρα μου, η οποία κλαίει και γελά ταυτοχρόνως σαν ηρωίδα του Τσέχωφ.»

η βυθισμένη στον κόσμο των βιβλίων Ντίνα

«…η Ντίνα άρχισε να συνειδητοποιεί πως η ζωή της υπήρξε ένα μέτριο πλην καλοστημένο, ύπουλα καλοστημένο μυθιστόρημα.»

η Λιούμπα

«Η Λιούμπα ήρθε από τη Μολδαβία τον περασμένο χειμώνα…Κλαίει συχνά, όμως χαμογελά κιόλας τόσο ευγενικά, και ξέρει κάτι όμορφα τραγούδια για γερανούς που μεταναστεύουν, για γέροντες και όμορφα κορίτσια που αγαπούν και πεθαίνουν στην απέραντη στέπα.»

  η Λένα που σιδερώνει ένα βουνό ρούχα ατελείωτες ώρες

«Σιδερώνει, σιδερώνει. Ποιος θα σιδερώσει τη ζωή της δεν ξέρει, λίγο να την ισιώσει, να στρώσει.»

ο κυνηγημένος Ράντζο, ο ‘μάγκας’ της γειτονιάς

«Κανονικά δεν κλέβει, άλλη δουλειά κάνει. Καθαρίζει τα τζάμια των αυτοκινήτων στο τέταρτο φανάρι της Πειραιώς απ’ τις εφτά ως τις τέσσερις και μετά φροντίζει υα μικρά ως τη νύχτα, που γυρνά η μάνα.»

Όλοι φιγούρες που δύσκολα ξεχνάς, θύματα αυτής της δύσκολης εποχής της κρίσης,  σκιαγραφημένοι με μια ζωντανή γλώσσα, γλαφυρή αλλά με λιτά μέσα, χωρίς περιττά ‘κοσμήματα’. Όταν η ίδια η ιστορία φέρει μέσα της όλο το συναισθηματικό βάρος, δεν χρειάζεται μια γλώσσα φορτωμένη για να παρουσιαστεί στον αναγνώστη.

Στο δεύτερο σκέλος του δίπτυχου, «Αναπόταμα», παρουσιάζει τις «φιγούρες που ζωντάνεψαν», οκτώ μονολόγους, εσωτερικές καταγραφές ανθρώπων που νιώθουν την ανάγκη να μιλήσουν, όπως ακριβώς η συγγραφέας ένιωσε την υποχρέωση να διασώσει τη φωνή τους. Μονόλογοι ψυχής για μοίρασμα σε όλους

«Πρόσωπα ταπεινά που δεν υπόσχονται ούτε έχουν κάτι να μας πουλήσουν. Πρόσωπα που κατόρθωσαν να βρουν ζωή και πάλι εντός τους δραπετεύουν από το θέατρο σκιών.»

Εδώ η γραφή γίνεται περισσότερο εξομολογητική, φωνή απόγνωσης, φθάνοντας άλλοτε την πνιχτή κραυγή κι άλλοτε μένοντας στη χαμηλόφωνη ‘προς εαυτόν’ συνομιλία

«Γι’ αυτό πολύ καιρό τώρα ο Τσέχωφ στέκει πάνω απ’ το τραπέζι τα δουλειάς μου μέσα στο φτηνό καδράκι, κομμένο φύλλο ενός παλιού φτηνού βιβλίου που έχει μαδήσει το δέσιμό του. Στέκει εκεί φύλακας άγγελος και με προσέχει.»


Η συγγραφέας παρατηρεί γύρω της (άλλωστε η γραφή αντλεί το περισσότερο της έμπνευσής της από την  παρατήρηση) σχολιάζει μέσα από τους μονολόγους των ηρώων της και σχολιάζοντας παρατηρεί εκ νέου άλλες πτυχές του δράματος.

«Οι μοναχικοί διαβάζουν από παιδιά, οι ολομόναχοι όμως κάνουν κι άλλα πράγματα· μιλούν με τον αέρα, εφευρίσκουν ασχολίες, γελούν στα χρώματα τ’ ουρανού το πρωί και το σούρουπο, τελικώς απορούν πώς τα κατάφερναν τόσον καιρό χωρίς αυτές τις συνήθειες.»

Ξεκίνησε με τα πρόσωπα που πήγαν με το ρεύμα, στο πρώτο μέρος του δίπτυχου, για να φέρει τις φιγούρες της τώρα, στο δεύτερο μέρος, ‘αναπόταμα’, κόντρα στο ρεύμα. Από τη μια έχουμε τον ρεαλισμό. Τα πράγματα έτσι είναι, οι συνθήκες σκληρές, οι άνθρωποι θύματα μιας κοινωνικής αναστάτωσης. Από την άλλη, όμως, αναδύεται αυτή η εσωτερική διερώτηση, που τους ωθεί σε αναδιάταξη του έσω κόσμου, σε επαναπροσδιορισμό δυνάμεων και δυνατοτήτων. Στο ένα σκέλος η αναχώρηση, η μετανάστευση, στο άλλο η επιστροφή εις εαυτόν, σε μια εσωτερική πατρίδα που ποτέ δεν χάνεται αν εσύ ο ίδιος δεν την καταργείς.

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου δίνει στους αναγνώστες ένα βιβλίο από αυτά που δεν τα διαβάζεις μόνο μια φορά. Γυρνάς και ψάχνεις πάλι τις σελίδες του, κάθε φορά που θέλεις να ακουμπήσεις σε μια λέξη, σε μια σκέψη, σ’ ένα πόνο τόσο οικείο.

«…στην πολυτάραχη οθόνη των περιστάσεων, που πίσω της γελούν ξεκαρδισμένα τ’ ανόητα χρυσά παιδιά, μαίνεται ο πόλεμος των σκιών διορύσσοντας με τον τραχύ πέλεκυ των συμφερόντων το φοβερό αιμάσσον χάσμα που αφανίζει τις μικρές κι ανυπεράσπιστες ζωές. Ενώ, εντελώς αντίθετα, το ρεύμα της πνευματικότητας και της γραφής συγκλίνει ειρηνικά απ’ όλα τα ποτάμια της γης αφήνοντας πίσω τα ιζήματα, για να φτάσει στις πηγές του ξανά, επουλωτικό και σωτήριο.»

Ρεύμα σαρωτικό, στο διάβα του ισοπεδώνεται κάθε ευτέλεια, κάθε μικρότητα υποχωρεί. Μόνο που για να λειτουργήσει το επουλωτικό άγγιγμα πρέπει να βυθιστείς στο υδάτινο σώμα του αφήνοντας να σε παρασύρει μέσα από στενωπούς βραχώδεις, να αντέξεις πάνω σου τα πολλαπλά χτυπήματα και έτσι με όλες τις χαρακιές και τις ρωγμές να εισηγηθείς την ίαση. Η παραπάνω εικόνα, λοιπόν, καθόλου ειδυλλιακή δεν φαντάζει, ίσα-ίσα εξόχως απαιτητική και επώδυνη. Αλλιώς, όμως,  δεν γίνεται. Κι αυτό φαίνεται να το γνωρίζει καλά η συγγραφέας.

Το δίπτυχο κλείνει με ένα κείμενο-ύμνο στην αγάπη. Έτσι ολοκληρώνεται αυτή η γραφή που αφιερώνεται στον άνθρωπο που πάσχει, που αγωνίζεται (συχνά αδικαίωτα), που αναζητά στον εαυτό του τα καλύτερα αποθηκευμένα στοιχεία που θα τον απελευθερώσουν. Γιατί, να το πούμε κι αυτό, βγαίνει κάποια αισιόδοξη σκέψη από την ανάγνωση του βιβλίου, όσο κι αν μας καθοδήγησε σε  ιστορίες θλιβερές στην πλειονότητά τους. Αν μπορεί κάτι να αλλάξει, αυτό θα γίνει μόνο αν ο άνθρωπος συναντήσει τον άλλο μες στον εαυτό του και τον εαυτό του στον άλλον. Γίνεται αυτό χωρίς αγάπη γνήσια και αδόλευτη; Χωρίς βαθειά συνειδητοποίηση της σχέσης του ανθρώπου με τον άνθρωπο;

«Δεν υπάρχει απαγορευτικό στην αγάπη γιατί πηγάζει από την βαθύτερη συνείδηση.»

Διώνη Δημητριάδου