Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

"Η πορεία"
(διήγημα)


-          Μόλις ξεκινήσει η προβολή, θα αρχίσεις να διαβάζεις αργά και καθαρά το κείμενο «Εμείς, οι μαθητές από τα Γυμνάσια της Αθήνας…», έτσι ώστε να γίνεται κατανοητό το περιεχόμενό του. Ας κάνουμε μια πρόβα.

Συχνά της συνέβαινε να αφαιρείται τις πιο ακατάλληλες στιγμές, να όπως τώρα, που θα έπρεπε η προσοχή της να είναι τελείως στραμμένη στην πρόβα της σχολικής εκδήλωσης. Εκείνη, όμως, έβλεπε μπροστά της τον ανηφορικό δρόμο, που ξεκινούσε από το σχολείο (όχι αυτό που βρισκόταν τώρα, αλλά ένα άλλο πολλά χρόνια πιο πριν) και κατέληγε, περίπου ένα χιλιόμετρο και κάτι πιο πάνω, στην πλατεία του χωριού (ο Θεός να την κάνει πλατεία, πού ακούστηκε πλατεία να είναι ο δρόμος που περνούσε μπροστά από το μοναδικό καφενείο και το ηρώο των πεσόντων, ούτε πλάτωμα ούτε τίποτα).

-         Σε ποιο σημείο του κειμένου θα σταματήσω για να μπει η μουσική;

Η πραγματικότητα την κάλεσε πίσω στο τώρα. Να δώσει οδηγίες, να συγχρονίσει τα παιδιά για να καταφέρουν να κάνουν το κοινό τους να καταλάβει τι θέλουν να πουν, αν είναι δυνατόν να συγκινηθεί και λίγο, να τέτοια πράγματα απλά αλλά συχνά, σε ανάλογες εκδηλώσεις μνήμης, ακατόρθωτα.

Το τραγούδι λέει: «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους», άρα καλύτερα να μπει μόλις διαβάσεις την έκκληση στους μαθητές να κατέβουν στο Πολυτεχνείο.

Αυτός ο ανηφορικός δρόμος, στην ουσία η μόνη σύνδεση του κάμπου με τα σπίτια (με ενδιάμεσο το σχολείο), ήταν γεμάτος παιδιά, μαθητές του σχολείου, που ακολουθούσαν σε σιωπηλή πορεία τον επικεφαλής, που κρατούσε και το στεφάνι, και είχαν βάλει σκοπό να το φτάσουν μέχρι την πλατεία, και κάτω από τη μύτη των έκπληκτων συγχωριανών τους να το καταθέσουν, για πρώτη φορά στα χρονικά του τόπου, στο ηρώο των πεσόντων του «συμμοριτοπόλεμου»! Ε, άλλο ηρώο ή κάτι σχετικό δεν υπήρχε. Εκεί, λοιπόν, θα το πήγαιναν. Αυτός ο πολύπαθος τόπος είχε πολλά δει και ζήσει, αλλά αυτό ήταν πρωτάκουστο. Πολλοί, ντόπιοι κυρίως, καθηγητές προσπάθησαν να τους αλλάξουν γνώμη, αλλά τους είχε μπει η ιδέα από αυτήν που είχε έρθει πρωτοδιόριστη από την Αθήνα, και πού να αλλάξουν γνώμη.

-         Δεν το διαβάζεις σωστά το κείμενο. Είναι μια μπροσούρα που καλεί σε εξέγερση, τη συνέταξαν οι μαθητές που συμπαραστάθηκαν στους φοιτητές. Τους φαινόταν, όμως, κάτι το φυσικό. Δεν έχει στόμφο, έχει απλότητα και αλήθεια. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα.

Και ήταν τότε, στα μισά περίπου της διαδρομής, που ο πρώτος κοκάλωσε. Μαζί του και η πορεία των παιδιών. Από το κούφωμα του παράθυρου ενός σπιτιού είχε ξεπροβάλει αργά και απειλητικά η κάνη μιας καραμπίνας, και σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, σημάδευε τον μαθητή που κρατούσε το στεφάνι! Το θολωμένο μυαλό του παλιού πολεμιστή του Εμφυλίου δεν μπόρεσε να καταλάβει τι γινόταν. Στα μάτια του το σκηνικό μπροστά από το παράθυρό του ήταν σαν κάτι από το χθες, σαν να ξαναζωντάνεψε η αριστερή απειλή. Τα παιδιά που έβλεπε δεν ήταν πια παιδιά αλλά οι απόγονοι των μισητών εχθρών του. Όλοι πάγωσαν για λίγο, σκεφτόντουσαν αν ήταν ασφαλές να συνεχίσουν. Αν ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο!

Φυσικά, μετά την πρώτη ταραχή, η πορεία ξεκίνησε πάλι. Φυσικά έφτασε στην πλατεία, πέρασε μπροστά από το μοναδικό καφενείο, οι υπόλοιποι καθηγητές αναγκάστηκαν να σηκωθούν σαν ελάχιστη πράξη συμμετοχής στο σχολείο τους, φυσικά το στεφάνι κατατέθηκε στο ηρώο, κάτω από το άγρυπνο μάτι της αστυνομίας, που κατέγραφε πρόσωπα και πράγματα, του δημάρχου, που έμοιαζε να έχει ξεφύγει από κάποια σκηνή ταινίας του Αγγελόπουλου ( έτσι όπως περιέφερε το παχύ του σώμα με το κοστούμι και το καπέλο, ίδιος χαφιές του μεσοπολέμου ή δωσίλογος της κατοχής, με δράση κατά των αντιφρονούντων συγχωριανών του, για την οποία συχνά παινευόταν), αλλά και με την «παρουσία» των εκπροσώπων των κομμάτων, που κοίταζαν έκπληκτοι πίσω από τα τζάμια των γραφείων τους τα παιδιά που τόλμησαν το αδιανόητο για τέτοιο τόπο. Και φυσικά για κείνη, που είχε διοργανώσει το σχετικό τελετουργικό, ο τόπος πια ήταν πολύ εχθρικός. Σε λίγο αναγκάστηκε να μετακομίσει σε διπλανό χωριό, οι γονείς απαγόρευσαν στα παιδιά τους να της μιλάνε εκτός σχολείου, και η αστυνομία έκανε συστάσεις. Με την πρώτη ευκαιρία πήρε μετάθεση για την Αθήνα, σε οικείο χώρο, που τα «αδιανόητα» αυτά ήταν επιτρεπτά.

-         Κυρία, δεν ακούτε τι σας λέμε; Δεν συγχρονίζεται η προβολή με την ανάγνωση και το τραγούδι. Κάτι πρέπει να κάνουμε.

-         Θα το λύσουμε το πρόβλημα. Άλλα είναι τα άλυτα. Αυτά που σφηνώνουν στο μυαλό των ανθρώπων και δεν φεύγουν με τίποτα.

Διώνη Δημητριάδου (από τη συλλογή διηγημάτων «Το ατελιέ», εκδόσεις Νοών)