Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στις 

«Μέλισσες ιέρειες» 

(δύο νουβέλες),

της Χαράς Νικολακοπούλου,

εκδόσεις Γαβριηλίδης




Οι δύο νουβέλες της Χαράς Νικολακοπούλου, «Μέλισσες ιέρειες» και «Ως τον μεγάλο ωκεανό», μας οδηγούν όσο προχωράει η πλοκή τους και συνδέονται σοφά με υπόγειο τρόπο όλο και περισσότερο τα εσωτερικά τους νήματα, στον κόσμο της γυναίκας.
Όχι, δεν είναι άλλη μια γραφή σχετικά με τις ιδιαιτερότητες της γυναικείας παρουσίας μέσα σ’ ένα ανδροκρατούμενο κόσμο. Πιστεύω, θα αδικούσαμε τη συγγραφέα, αν διαβάζαμε με αυτή την οπτική το βιβλίο της. Γιατί εδώ η πεζογράφος, αν και επιφανειακά πατάει σ’ αυτό το μοτίβο, καθοδηγεί τη γραφή της σε πιο σύνθετα μονοπάτια.
Στην πρώτη νουβέλα, «Μέλισσες ιέρειες», η οποία και τιτλοφορεί το βιβλίο, το σκηνικό είναι κλειστοφοβικό και ανδροκρατούμενης νοοτροπίας, ικανά καταπιεστικό για  τα τέσσερα νεαρά κορίτσια που ασφυκτιούν στα πλαίσιά του και μηχανεύονται τη φυγή τους. Η εξαφάνισή τους θα ταράξει τη μικρή κοινωνία, που όλα τα ελέγχει, όλα τα συζητά και τα καταδικάζει εν τη γενέσει τους. Εδώ, όμως, νιώθει να έχει ξεφύγει η κατάσταση τον έλεγχό της. Πώς από τη μια στιγμή στην  άλλη ένα ένα τα κορίτσια αποχωρούν χωρίς να αφήνουν ίχνη; Ποιος μπορεί να είναι σε θέση να μιλήσει για τις συνθήκες της εξαφάνισής τους; Τα εύκολα σενάρια απαγωγής και αποπλάνησης φαίνεται να καλύπτουν τις στερεότυπες αντιλήψεις του μικρόκοσμου, που συντηρεί την περιέργειά του, και αυτονόητα συντηρεί και την ηθική του ακεραιότητα. Όποιος δεν ακολουθεί τις επιταγές ενός ηθικά πλασμένου κόσμου αποχωρεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η θλίψη κρατάει όσο πρέπει, η μνήμη εξασθενεί και όλα προχωρούν στην κανονική τους ρότα. Με την απαραίτητη τοποθέτηση στο αρχείο της αστυνομίας, που επιτέλους δεν μπορεί να κάνει και θαύματα. Τα κορίτσια χάθηκαν. Πάει και τελείωσε.
Αυτά όλα βέβαια αφορούν τους πολλούς που εύκολα ερμηνεύουν και ακόμη πιο εύκολα βολεύονται στις ερμηνείες τους. Μόνο ένα ανήσυχο πνεύμα, η νεραϊδοπαρμένη δασκάλα των κοριτσιών, μια προσωποποίηση της παράδοσης με όσα αλλόκοτα φέρει μέσα της,  η Φιλομήλα (θα κατανοήσουμε την ιδιόμορφη αυτή περσόνα μέσα από την εγκιβωτισμένη αφήγηση της δικής της παλιάς ιστορίας), μια ιδιαίτερη παρουσία στη μικρή κωμόπολη, βλέπει αλλιώς τα πράγματα, καθώς νιώθει «το κενό, εκείνο που ελλοχεύει στον πυρήνα των ατόμων, να χάσκει κάτω από τα πόδια της».
Αυτή μπορεί να δει πιο πέρα και πιο βαθιά από τη απλοϊκή επιφάνεια των πραγμάτων. Το έχουν αυτό το χάρισμα κάποιοι άνθρωποι, έχοντας πληρώσει όπως η ίδια  το τίμημα της ξεχωριστής παρουσίας, να εισχωρούν σ’ αυτό τον σκοτεινό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής, να κατανοούν τα αβέβαια περάσματα προς άλλους χώρους, μυστικά προφυλαγμένους από τα αφελή βλέμματα.
«Τα κορίτσια είχαν φύγει οκεία τη βουλήσει. Δεν τις είχε αρπάξει κάποιος αιμοδιψής απαγωγέας, διεστραμμένο καθώς είκαζε όλο το χωριό. Κανένας δεν τις εξανάγκασε. Μόνες τους έφυγαν.»

 Έπειτα είναι και κάποιο περίεργο ενδιαφέρον που έδειχναν για εκείνη τη βελανιδιά με τη μεγάλη κουφάλα, κοντά στο υστεροβυζαντινό εκκλησάκι χτισμένο πάνω στα ερείπια ενός χαμένου ιερού της Αρτέμιδας Αγροτέρας. Είναι και η απροσδόκητη εμφάνιση των μελισσών αμέσως μετά την εξαφάνιση των κοριτσιών. Όλα αυτά μέσα στο μυαλό της Φιλομήλας κάτι θέλουν  να πουν. Μόνο που ακόμη δεν μπορεί να τα συνδυάσει σωστά κάτι της ξεφεύγει και την παραπλανά.
Για τη δική της λογική όλα θα βρουν τη θέση τους, τέσσερα χρόνια μετά, σε άλλο χώρο μακριά από το χωριό, έτσι ξαφνικά όπως συμβαίνει με τις αποκαλύψεις. Την αλήθεια θα τη φανερώσει αυτή η ίδια η «πότνια θηρών» σε έναν άλλο λατρευτικό της τόπο. Και είναι μια θαυμαστή αποκάλυψη του τι πραγματικά συνέβη. Πραγματικά; Η συγγραφέας αφήνει τώρα τη δική μας εκδοχή των πραγμάτων να αναδυθεί από τα γεγονότα και τον συνδυασμό τους. Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε τη γοητεία του αλλόκοτου και του απόκοσμου, αυτού που αντιβαίνει οπωσδήποτε τη λογική μας; Αν όχι, θα μείνουμε στέρεα προσηλωμένοι στη ρεαλιστική εκδοχή που δεν έχει καμιά ελπίδα να απογειώσει τον νου μας, αλλά που φυσικά προσφέρει το αυτονόητο σε όλα τα παράξενα που συμβαίνουν γύρω μας.

Η δεύτερη νουβέλα «Ως τον μεγάλο ωκεανό», αληθινά θα μας οδηγήσει ως το σημείο που σκάνε τα μεγάλα κύματα αυτού του υγρού παντοδύναμου στοιχείου. Αφού, όμως, πρώτα θα μας έχει φορτώσει την ψυχή με όλη τη σκόνη της απέραντης ερήμου. Αυτής της ερήμου που η ηρωίδα θα διανύσει ψάχνοντας τη δική της λύτρωση. Ένα ταξίδι χωρίς εφόδια, χωρίς παρελθόν, μόνο με την ενατένιση της ακτής του ωκεανού ως τέλος επιθυμητό. Μια οραματική ιστορία, που κάποτε μοιάζει αληθινή  περιπέτεια μιας γυναίκας που (και αυτή όπως τα κορίτσια της προηγούμενης νουβέλας) φεύγει από τα ασφαλή και τα βέβαια για να περιπλανηθεί στο ασταθές τοπίο. Κάποτε πάλι θα μας βεβαιώσει ο τρόπος γραφής ότι πρόκειται για μια ονειρική κατάσταση που δημιουργεί η αναμφίβολα μεγάλη επιθυμία της γυναίκας αυτής να αφήσει πίσω όσα τη θλίβουν, την καταπιέζουν, την πονάνε.
Τι από τα δύο συμβαίνει; Και αυτό θα μείνει στον αναγνώστη να το ερμηνεύσει, όσο ο καθένας το αντέχει. Είναι υπαρκτά όλα τα πρόσωπα που συναντά στο πέρασμα της ερήμου, ο έρωτας που ζει έχει σάρκινη υπόσταση ή είναι αποκύημα της φαντασίας της; Η μοναξιά της είναι, όμως, αληθινή όπου κι αν βρίσκεται. Και ο ωκεανός που εν τέλει αντικρίζει είναι εκεί για να της υποδείξει ένα τέλος για όλα όσα τη βασανίζουν.
Και εδώ, μια άλλη γυναικεία παρουσία, στα όρια του λογικού και του παράλογου κι αυτή, θα είναι παρούσα για να της ερμηνεύει  τον κόσμο όπως υπάρχει ή όπως τον φαντάζεται. Αυτή η θεία Μπέμπα «στογγυλοκαθισμένη πάνω σε όλα τα κιλά της στον βυθό, ανάμεσα σε φύκια και μέδουσες, σε κοράλλια και μαλάκια της έγνεψε στωικά.
-Κάτσε στ’ αυγά σου κοπέλα μου. Δεν το έμαθες πως θέλει μεγάλη σοφία για να μπορείς να κάθεσαι στ’ αυγά σου χωρίς να τα σπας;»

Η συγγραφέας με τη συχνή χρήση της προσωποποίησης, με την μηδενική εστίαση να εναλλάσσεται με τον παρεμβατικό σχολιασμό, με εναλλαγή της ρεαλιστικής γραφής με ατόφιο λυρισμό,  θα μας προετοιμάσει για το κακό και στις δύο νουβέλες.

Η γυναικεία δύναμη, πρωταγωνίστρια,  αυτή η μυστηριακή και αρχέγονη, είναι που ωθεί τις ηρωίδες των δύο αφηγημάτων στη φυγή προς έναν κόσμο άγνωστο, μέχρι τα όρια του παράλογου. «Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που δεν αιτιολογείται και στην απαίτηση του κόσμου να βρει μια λογική εξήγηση», μας έχει ξεκαθαρίσει ο κατ’ εξοχήν εισηγητής του παράλογου στη λογοτεχνία Αλμπέρ Καμύ. Ακριβώς επειδή αυτό το χάσμα είναι εκ φύσεως αγεφύρωτο, το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε σ’ αυτό το βιβλίο η Χαρά Νικολακοπούλου δεν επιδέχεται και εύκολες ερμηνείες. Ίσως γι’ αυτό μένει μια αίσθηση στον αναγνώστη πως οι ουσιαστικές κεντρικές ηρωίδες στις δύο νουβέλες δεν είναι στη μία τα κορίτσια και στην άλλη η περιπλανώμενη γυναίκα, αλλά αυτές οι πιο μυστηριακά σκιαγραφημένες παρουσίες, της δασκάλας Φιλομήλας και της θείας Μπέμπας αντίστοιχα. Αυτές που κινούμενες ανάμεσα στον χώρο του ορατού και του αόρατου, του λογικού και του παράλογου, μπορούν και στέκονται με μια έτοιμη ερμηνεία στο χέρι, πρόσφορη για όποιον δεν βολεύεται με τα απολύτως λογικά κατασκευάσματα των πολλών.

Μια τελευταία μνεία νομίζω πως αξίζει να γίνει στις δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Χριστίνας Καραντώνη που κοσμούν το βιβλίο στο εξώφυλλο και στην προμετωπίδα. Η κόμμωση του κοριτσιού στο εξώφυλλο θαρρείς φερμένη μέσα στους αιώνες από εκείνες τις μακρινές Καρυάτιδες (χαμένες επίσης κάποιες από αυτές). Στην άλλη φωτογραφία, στην προμετωπίδα, μια γυναικεία φιγούρα βαδίζει προς το άγνωστο τοπίο, το δικό της πεπρωμένο αναζητώντας ίσως μάταια. Απολύτως συνάδουσες με το περιεχόμενο.

Διώνη Δημητριάδου