Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015


Γιοβάν (Πέντε μάγκες του Περαία)

(διήγημα)

Στη μνήμη κάποιου που τόσο μοναδικά κάποτε χόρεψε
   αυτό το τραγούδι του Γιάννη Εϊτζιρίδη (Γιοβάν Τσαούς) 




   Σπάνια συναντούσε πια νεαρά άτομα με αυτό το ιδιαίτερο αισθητήριο ως προς τη μουσική. Σε πείσμα όλων αυτών των ανίερων ακουσμάτων, που κατάκλυζαν τον κόσμο γύρω του, είχε εδώ μπροστά του ένα γελαστό πρόσωπο, που του ζητούσε Μουσική, όπως αυτός την αντιλαμβανόταν. Με το μι κεφαλαίο.
Πάντα πίστευε ότι σε όλα τα είδη μουσικής μπορείς να βρεις το καλό και το άσχημο. Ακόμη και στα σημερινά ανοσιουργήματα καμιά φορά έπιανε τον εαυτό του να αποδέχεται έστω κάποια στοιχεία τους. Ποτέ, βέβαια, ολόκληρη τη μουσική τους πρόταση. Αν ήταν ποτέ δυνατόν! Τούτος εδώ, όμως, πάρα πολύ απείχε από τα άτομα της ηλικίας του. Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν και παιδιά που προτιμούσαν τις παλαιότερες φόρμες, ας πούμε στην ξένη μουσική ήθελαν τζαζ (θυμόταν ένα νεαρό που του ανέλυε επί πολλή ώρα γιατί η ethiopian jazz ήταν η καλύτερη) ή στην ελληνική μουσική τα ρεμπέτικα ή τα παλιά ποιοτικά λαϊκά, ακόμη και τα δημοτικά, τα γνήσια φυσικά και όχι τα βλαχομπαρόκ, όπως χλευαστικά τα ονόμαζε. Αλλά τόσο ψαγμένες επιλογές!
Σκέφτηκε για λίγο πριν του απαντήσει. Αυτό που του ζήταγε δεν το είχε. Όχι γιατί δεν ήταν και μέσα στις δικές του επιλογές (αλίμονο!) αλλά γιατί η μοναδική εταιρεία, που είχε κάποτε κυκλοφορήσει ένα δίσκο με αυτά τα τραγούδια, είχε από καιρό κλείσει (ας όψεται η οικονομική κρίση που χτύπησε τα πιο ποιοτικά πράγματα σ’ αυτόν τον τόπο), και έτσι δεν ήταν δυνατόν πια να βρεθεί η ηχογράφηση. Λυπήθηκε, να το πεις, θα ήταν λίγο. Δεν το περίμενε, σίγουρα. Αν ήθελε κάτι άλλο σχετικό, που θα μπορούσε εύκολα να βρεθεί; Όχι, αυτό μόνο ήθελε. Άλλωστε, του είπε, τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό, έστω συναφές με τη μουσική αυτού του ανθρώπου. «Είναι μοναδική περίπτωση, δεν είναι», τον ρώτησε. Παραδέχτηκε πως ο νεαρός είχε δίκιο. Έφερε με τα τραγούδια του όλη την παράδοση της ανατολίτικης μουσικής, με βυζαντινές μνήμες ξεκάθαρες μέσα τους, κάτι σαν να άκουγες τους πλάγιους ήχους στην ορθόδοξη λειτουργία, φοβερά πράγματα. Δίδαξε όλους τους σύγχρονούς του και επηρέασε αναπόφευκτα όλους τους μεταγενέστερους. Με ποιον να τον συγκρίνεις; Κλασικός!
Όλα τα χρόνια που διατηρούσε αυτό το μαγαζί (για τους ψαγμένους και όχι για αυτούς που ζητούσαν τα τρέχοντα σουξέ της μιας μέρας, όπως ο ίδιος τα έλεγε) φρόντιζε πάρα πολύ την ποιότητα των δίσκων του. Αρνιόταν πεισματικά να ‘λερώσει’ τον χώρο του με τα τραγούδια του σούπερ μάρκετ, ακόμη κι όταν υπήρχαν πελάτες που του τα ζητούσαν. Ας προτιμήσουν άλλο μαγαζί, σκεφτόταν. Εγώ δεν θα αλλάξω τις ιδέες μου ούτε τα γούστα μου για να κάνω το κέφι του κάθε τυχάρπαστου ακροατή, που οπωσδήποτε καθόλου δεν καταλαβαίνει την πνοή του δημιουργού. Ακόμη τον πείραζε, όταν κάποιοι του ζητούσαν κάποια τραγουδάκια, με ενδεικτική την ελαφρότητα ήδη από τη λέξη που χρησιμοποιούσαν. Άκου τραγουδάκια! Το τραγούδι για να γραφτεί θέλει πόνο ψυχής, με το μυαλό αλλού δεν γίνεται να το δημιουργήσεις. Πώς, λοιπόν, ο άλλος (ο φυσικός του αποδέκτης) το πετάει έτσι χάμω, πώς το υποτιμά με το υποκοριστικό; Τα τραγούδια που μιλούσαν στην ψυχή του ήταν πάντα Τραγούδια, με το ταυ κεφαλαίο. Σε πείσμα της όποιας μόδας και του αμφισβητήσιμου γούστου των πελατών του. Για να πούμε την αλήθεια, με τον καιρό τον μάθανε, κι έτσι όλο και λιγότεροι άσχετοι με τη μουσική ερχόντουσαν στο μαγαζί του. Καλύτερα από κάθε άποψη.
Τέλος πάντων αυτά γυρνούσαν στο μυαλό του, και δεν απαντούσε στον νεαρό, που φανερά απογοητευμένος ετοιμαζόταν να φύγει. Τότε του ήρθε μια ιδέα. Ναι, γιατί όχι;
«Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Εγώ τις έχω αυτές τις ηχογραφήσεις, τις αυθεντικές, αυτές ακριβώς που ζητάς. Ακόμη θα σου φέρω να ακούσεις και κάτι απίθανο σε σύλληψη σχετικά με ένα τραγούδι του δίσκου. Μπορώ να σου τα έχω αύριο εδώ, να τα ακούσεις, και να σου τα γράψω να τα έχεις, αν σου αρέσουν. Μόνο, να έρθεις πιο αργά, να έχω κλείσει, να κάτσουμε με την ησυχία μας. Τι λες;»
Το πρόσωπο του νεαρού έλαμπε τώρα. Και βέβαια θα το ήθελε, και τι καλά που το σκέφτηκε, και πόσο ευγενικό ήταν αυτό που του πρότεινε…Έλεγε, έλεγε και δεν σταματούσε. Έδωσαν ραντεβού για το άλλο απόγευμα.

«Δώδεκα τραγούδια όλα κι όλα σώζονται με την υπογραφή του, επίσημα δηλαδή, γιατί, όσο να πεις, η φτώχεια εκείνα τα χρόνια έκανε πολλούς δημιουργούς (κι αυτόν μαζί) να δίνουν σε άλλους τις δικές τους μουσικές και τους στίχους τους, πολλές φορές για πολύ πενιχρό αντίτιμο. Αλλά αυτά τα λίγα είναι διαμάντια. Ένα κι ένα! Και, ξέρεις, είναι και μοναδικά στο είδος τους, σε δρόμους παλιούς, από την ανατολή, απ’ όπου καταγόταν. Τι να σου λέω τώρα’.
Ο νεαρός άκουγε και δεν χόρταινε. Ναι, αυτά ήθελε. Κάπου τα είχε ακούσει, τον ξάφνιασαν με τον ιδιαίτερο τρόπο τους, τα διατήρησε στη μνήμη του και να τώρα που επιτέλους θα μπορούσε να τα ακούει όποτε ήθελε.
Αφού τα είχε ακούσει όλα, με έκδηλη την ηδονή του ακούσματος, του ήρθε να ρωτήσει, έτσι με κάποια αφέλεια:
«Ξέρετε απορώ πάντως με μένα, γιατί έχω συνηθίσει σε άλλα ακούσματα. Μ’ αρέσει η ξένη μουσική, η τζαζ κυρίως, δεν έχω μεγάλη σχέση με τα ελληνικά. Αυτά εδώ, όμως, κάτι μου λένε, δεν μπορώ να το εκφράσω αλλά ούτε και να το δικαιολογήσω.» Τον κοίταζε σαν να περίμενε από αυτόν, που όλη του η μέρα τόσα χρόνια περνούσε μέσα στις μουσικές, να του δώσει μια πειστική εξήγηση.
Ο άλλος λες και το περίμενε, χαμογέλασε με νόημα και «θα σου βάλω κάτι ν’ ακούσεις», του είπε. «Νομίζω θα καταλάβεις».
Του έβαλε ένα από τα δώδεκα τραγούδια σε μια νεότερη εκτέλεση από γνωστό τραγουδοποιό, ο οποίος με τους μουσικούς του απέδιδε πολύ σωστά ακολουθώντας την αυθεντική πρώτη εγγραφή, μόνο λίγο πιο αργά, του φάνηκε. Άκουγε προσεκτικά. Χτυπούσε ρυθμικά τα δάχτυλά του στο τραπέζι μπροστά του ικανοποιημένος από την απόδοση του τραγουδιού. Κι εκεί στην τελευταία στροφή του τραγουδιού άρχισε να αυξάνει ο ρυθμός, από τα όργανα σίγησαν τα έγχορδα, ξεπετάχτηκαν τα πνευστά και…
«Απίθανο! Τι γύρισμα είναι τούτο;» Ο νεαρός είχε μείνει εκστατικός. «Αυτό είναι, είναι…». Δίσταζε να το ξεστομίσει.
«Είναι αυθεντικό σουίνγκ!» τον βοήθησε ο άλλος να ξεμπλοκάρει. Και βέβαια η μουσική μία είναι, και γι’ αυτό τον λόγο μιλάει στην ψυχή του καθενός, όποια κι αν είναι η γλώσσα του και η καταγωγή του. Η γνήσια μουσική. Και οι μουσικοί δρόμοι κι αυτοί ίδιοι είναι και μεταλλάσσονται ο ένας στη μορφή του άλλου, όσο υπάρχει ο δημιουργός με την αυθεντική μουσική φλέβα και το αισθητήριο το σωστό. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν ένας μουσικός από τη Μικρασία των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα να μην επικοινωνεί με τη μουσική της δύσης, πώς γίνεται να μην γράφει ίδια πράγματα, πώς μπορεί ο νεαρός, της σύγχρονης μεταμοντέρνας εποχής του κιτς και της αυθαίρετης μίξης ήχων, να μην ανακαλύπτει τη μία και μοναδική μουσική, να μην εκστασιάζεται μ’ αυτόν τον απίστευτο Γιοβάνη;
«Κατάλαβες τώρα γιατί σου αρέσει;» Ναι, είχε καταλάβει πολύ καλά. Συζήτησαν για λίγο ακόμη πάνω σε κοινά αγαπημένα θέματα, μετά ο νεαρός πανευτυχής πήρε τα cd του και έφυγε. Με την υπόσχεση να ξαναπεράσει για να ανακαλύψει κι άλλες μουσικές που πάντρευαν τόσο αρμονικά το τότε με το τώρα, τους δύο κόσμους, ανατολή και δύση, τελικά επιβεβαιώνοντας ότι, αν αγαπάς τη Μουσική, έχεις παντού και πάντα την απόλαυση μπροστά σου.

Κι αυτός έμεινε ακόμη λίγο στο μαγαζί. Αισθανόταν όμορφα, μαζί με κάποια δόση μελαγχολίας, σαν κάθε φορά που κάτι από τα παλιά ερχόταν απρόσμενα μπροστά του και του δημιουργούσε αυτή την αίσθηση της νοσταλγίας, για πρόσωπα και καταστάσεις που είχαν ανεπιστρεπτί παρέλθει. Έβαλε ξανά να παίξει το τραγούδι, στην πρώτη την αυθεντική του εκτέλεση, εκεί που τον αυτοσχέδιο ταμπουρά τον παίζει ο ίδιος ο συνθέτης –αυτός ποτέ δεν τραγουδούσε τα τραγούδια του αλλά έπαιζε τα ιδιόμορφα όργανα που ο ίδιος κατασκεύαζε, πάνω σε σχέδια πανάρχαια.
Σηκώθηκε και τα βήματά του πήραν να γυρνάνε στον σκοπό. Όχι, δεν χορευόταν έτσι αυτό το κομμάτι. Ένα γνήσιο χασάπικο ήταν, όμως αυτός είχε κλείσει τα μάτια και ακολουθούσε με τη μνήμη του τα βήματα εκείνου του άλλου, τότε.
Τότε, πριν πολλά χρόνια, σε κάποια μίζερη επαρχία, σ’ ένα γλέντι από κείνα που γινόντουσαν έτσι ξαφνικά κι αυθόρμητα. Κάποιος έβαλε το τραγούδι και, ενώ κανείς δεν σηκώθηκε να χορέψει, μόνο άκουγαν, σηκώθηκε αργά εκείνος και, με κλειστά τα μάτια, άρχισε να σέρνει και να διπλώνει τα πόδια του με πολύ μικρές κινήσεις διαγράφοντας ημικύκλια, ανεπαίσθητες στροφές, ζώντας θαρρείς σε άλλο χώρο ακούγοντας μόνο τον ήχο μέσα του. Δεν τον συντρόφευσε κανείς σ’ αυτό τον μοναχικό, προσωπικό του χορό. Μόνο τον κοίταζαν. Έμοιαζε να μην υπάρχει τίποτε άλλο γύρω, μέσα στο δωμάτιο, μόνο αυτός και η μουσική του Γιοβάνη, που τον είχε συνεπάρει τελείως απομονώνοντάς τον από όλους και όλα. Σαν τελείωσε, έμεινε για λίγο ακόμη με τα μάτια κλειστά, λες και ήθελε να κρατήσει μέσα του κάτι από τον ρυθμό, μετά κάθισε, άναψε τσιγάρο και… «έτσι χορεύεται αυτό», είπε. Δεν μίλησε κανείς.

Σαν έκλεισε το μαγαζί λίγο μετά, ένιωθε σαν είχε πάρει μαζί του όχι μόνο τον ήχο της μουσικής του χαρισματικού συνθέτη. Μέσα του ένιωθε να κουβαλάει εκείνη τη μακρινή εικόνα. Τη μοναδικότητα της προσωπικής επαφής με το τραγούδι. Τη μοναξιά ολάκερη μέσα σ’ ένα χορό.

Διώνη Δημητριάδου


(από τη συλλογή διηγημάτων» Τα κοινά και τα ιδιωτικά», εκδόσεις Νοών)


(η εικόνα από το διαδίκτυο, επεξεργασμένη)