Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

«Το μήνυμα»



Άνοιξε το παράθυρο μια στάλα. Ίσα να μπορέσει να κοιτάξει από μέσα προς τα έξω. Όχι σπουδαία πράγματα. Τι να δει από μια χαραμάδα άλλωστε. Όλα, βέβαια, είναι υπόθεση οπτικής γωνίας, έτσι δεν είχε μάθει από παιδί, έτσι δεν τον είχαν δασκαλέψει γονείς και δάσκαλοι για να μπορεί πάντοτε να επιβιώνει σε χαλεπούς καιρούς; Όπως αυτός εδώ τώρα.
Ο δρόμος ήταν έρημος, απόλυτα ταιριαστός με την ψυχή μου, σκέφτηκε. Ωραία! Η ώρα είναι κατάλληλη. Δεν θα με πάρει κανείς είδηση.
Λίγο μετά άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και βγήκε στον δρόμο. Το κρύο (η πρωινή δροσιά, καλύτερα) δεν τον ενοχλούσε και πολύ. Πάντως δεν επρόκειτο να καθυστερήσει. Σε λίγη ώρα θα τελείωνε και θα γυρνούσε πίσω στο οικείο περιβάλλον του δωματίου του.
Στην πρώτη πόρτα που συνάντησε δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Σε κάποιες από τις επόμενες τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα, ίσως έφταιγε η επιφάνεια ίσως η πάχνη δεν βοηθούσε τόσο. Σε μια περίπτωση χρειάστηκε να κρυφτεί βιαστικά πίσω από ένα δέντρο, καθώς η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και ένας άνδρας (πρωινός πολύ κι αυτός) βγήκε έξω και με γρήγορα βήματα απομακρύνθηκε. Ευτυχώς δεν τον είχε δει.
Συνέχισε μέχρι που τελείωσαν τα σπίτια αυτού του δρόμου. Έστριψε στη γωνία και πήρε πάλι πόρτα πόρτα τα σπίτια κι αυτού αλλά και του επόμενου δρόμου, ώσπου τελείωσαν και τα σπίτια αλλά και οι δυνάμεις του. Κατευθύνθηκε προς το δικό του σπίτι. Εκεί ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ήσυχος και ικανοποιημένος. Το έργο είχε συντελεστεί.

Μπορεί να αποκοιμήθηκε λιγάκι. Τον ξύπνησε ο θόρυβος που ερχόταν από τον δρόμο. Σηκώθηκε και μισάνοιξε το παράθυρο. Έβλεπε τους ανθρώπους να συνομιλούν ανήσυχοι. Έπιανε κάποιες κουβέντες.
«Τι είναι πάλι τούτο;»
«Ποιος το έκανε;»
«Είναι κάποιο μήνυμα; Είναι μάλλον μεταφορικό.»
«Φάρσα είναι μωρέ. Τίποτε παλιόπαιδα.»
«Μπα! Δεν είναι δουλειά παιδιών αυτή
Χαμογέλασε ευχαριστημένος. Θα σας δείξω εγώ, παλιοβολεμένοι. Τι νομίζατε; Όλα πάντα θα έρχονται, όπως τα ξέρατε; Τώρα να σας δω!
Πήρε το σοβαρό (και κάπως ανήσυχο ύφος) που άρμοζε στην περίσταση και βγήκε έξω. «Τι τρέχει, βρε παιδιά; Τι πάθατε
«Να, δες εδώ. Το ίδιο και ο άλλος και τούτος. Όλοι. Εσύ τίποτε δεν βρήκες;»
«Εγώ, όχι. Τι να βρω
Του έδειξαν. Έκανε τον ξαφνιασμένο. Οι άλλοι τον κοίταξαν με καχυποψία. Γιατί, δηλαδή, όλοι μαζί κι αυτός χώρια;
«Λοιπόν», είπε για να δώσει ένα τέλος στη δύσκολη στιγμή, «να μαζευτούμε στο καφενείο και να συζητήσουμε αυτή την περίεργη κατάσταση. Σε μισή ώρα όλοι εκεί. Και να έχετε και προτάσεις. Να δούμε τι θα κάνουμε

Όταν απομακρύνθηκαν όλοι σκεπτικοί και ανήσυχοι, πήγε προς το σπίτι του. Εκεί έξω από την πόρτα του, χαμηλά κάτω, είδε ένα ταπεινό λουλουδάκι, που μόλις είχε ξεμυτίσει από το χώμα.
«Μπα, εσύ πού βρέθηκες; Δεν πληροφορήθηκες τα γεγονότα; Κρύψου καλύτερα μη σε δουν», του είπε τρυφερά.

Σε λίγη ώρα κατηφόριζε για το καφενείο, εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι και οι υπόλοιποι. Είχαν αφήσει όλοι τις δουλειές τους. Είχαν μαζί τους το χαρτί που είχαν βρει κολλημένο στην εξώθυρά τους. Με κεφαλαία γράμματα έλεγε:

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!
ΦΕΤΟΣ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ.
ΦΥΛΑΧΤΕΙΤΕ!

(ανέκδοτο)


(Διώνη Δημητριάδου)

(η εικόνα από το διαδίκτυο)