Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Ο άλλος άγγελος

   


Θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι είχε ακούσει το όνομα Γαβριήλ. Ναι, αυτό σίγουρα. Θυμόταν μάλιστα ότι η οδηγία ήταν σαφής. Θα έπρεπε ο αρχάγγελος να κατεβαίνει από ψηλά, αυτός ο άνθρωπος του θεού, για να φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης της Παναγίας στον Ιωακείμ και την Άννα. Ο αγιογράφος είχε κάποιες αντιρρήσεις. Μήπως θα ήταν πιο καλό να φτιάξει μια παράσταση με τα τρία πρόσωπα σε ίδιο επίπεδο, έστω ο άγγελος να γίνει πιο ψηλός λίγο ως ένδειξη μεγαλοσύνης μπροστά στους δύο ταπεινούς ανθρώπους; Τους άκουγε να συζητούν για ώρα, από τη μια ο δωρητής του ναού και από την άλλη ο αγιογράφος και ο ιερέας. Αυτός κυρίως επέμενε ότι πρέπει, σύμφωνα με το τυπικό της εικονογράφησης των χριστιανικών ναών, να ξεχωρίζουν τα μεγέθη.
Ήταν σίγουρος πως στο τέλος θα τα έβρισκαν και όλα θα γίνονταν όπως επίτασσε το χριστιανικό εθιμικό. Άλλο τώρα τον απασχολούσε, όμως. Ήταν πράγματι αυτός ο άγγελος, ο κομιστής της καλής θεόσταλτης είδησης; Ήταν ο Γαβριήλ;
Γιατί αυτός, όταν σκεφτόταν τη μορφή κάποιου αγγέλου, πάντα στον νου του είχε τον άλλο άγγελο, εκείνο τον τρομερό, με τη ρομφαία στο ένα χέρι και την ψυχή στο άλλο. Τον ψυχοπομπό. Τον Άρχοντα Μιχαήλ. Έτσι φανταζόταν αυτό το πλάσμα, το αλλόκοτο αλλά ταυτόχρονα και τόσο κοντά στον άνθρωπο. Λες και όσο η θεία δύναμη τον προόρισε απόκοσμο και μακρινό, τόσο η ψυχή του λαού τον θέλησε δίπλα του, να ακούει τον καημό του. Δεν λέει ο λαός «κάποιον άγγελο είχε και σώθηκε» ή πάλι «αυτός δεν δίνει του αγγέλου του νερό»; Δηλαδή τον νιώθει κοντά του κατά κάποιον τρόπο. Περίεργη η ψυχή του ανθρώπου, όσο να πεις.

Με τις σκέψεις αυτές να τον απασχολούν είχε φτάσει πια στο σπίτι. Έπρεπε να το περάσει κι αυτό πάλι απόψε, όπως τόσες και τόσες νύχτες εδώ και πολύ καιρό. Όσο η μέρα έφεγγε ακόμη, μπορούσε να γυρνάει εδώ κι εκεί, να ξεχνιέται κάπως με τον κόσμο γύρω του, πηγαίνοντας στο καφενείο, στην αγορά, στο πάρκο να κάνει χάζι τα παιδιά. Αρκετές ώρες, είναι αλήθεια, πέρναγε πια στην εκκλησία. Του είχε γίνει κάτι παραπάνω από συνήθεια να κάθεται σε κάποιο στασίδι, να επικεντρώνει τη ματιά του σε μια εικόνα κάθε φορά και να αφήνει το μυαλό του να ταξιδεύει σε ιστορίες φανταστικές που έφτιαχνε μόνος του για τη ζωή του προσώπου που απεικονιζόταν στην κάθε αγιογραφία. Έτσι είχε μάθει ονόματα αγίων, που ως τότε αγνοούσε, μάρτυρες και οσίους που παρουσιάζονταν κατά μέτωπο, σύμφωνα με το τυπικό της βυζαντινής τεχνοτροπίας ή μέσα σε πιο πολύπλοκες συνθέσεις, προφανώς υπενθυμίζοντας σκηνές του βίου τους ή το μαρτύριό τους. Ήξερε λίγο πολύ τη θέση που θα έπρεπε να καταλαμβάνει η κάθε μορφή μέσα στην εκκλησία. Αλλού οι απόστολοι, αλλού ο Χριστός, η Παναγία, οι άγγελοι. Αχ αυτοί οι άγγελοι. Ήταν οι αγαπημένες του παραστάσεις. Κάτι ανάμεσα σε ανθρώπινη και θεία μορφή, κάτι απλησίαστο όσο και κοντινό για τον πιστό που άναβε το κερί του μπροστά τους και προσευχόταν.
Ειδικά ο ένας απ’ αυτούς, ο πιο μεγάλος, ο τρανός, ήταν πολύ δική του περίπτωση. Κι αυτό τον πόναγε πολύ.

Μπήκε στο σπίτι, πάτησε μόνο τον διακόπτη στο χωλ και προχώρησε προς το μεγάλο δωμάτιο. Λιγοστό το φως αλλά του ήταν αρκετό. Κάθισε στη γωνιά του και άναψε τη μικρή λάμπα στο τραπεζάκι δίπλα του. Μπροστά του ο τοίχος με τον μεγάλο καθρέφτη. Κάποτε ξεχωριστό στολίδι του σπιτιού του, με τη σκαλιστή κορνίζα, ειδική παραγγελία στο νησί. Ο τεχνίτης δεν έφτιαξε άλλη τέτοια δουλειά μετά απ’ αυτήν. Χάρη τού είχε κάνει, γιατί ήθελε να σταματήσει πια να δουλεύει σκαλίζοντας τα ξύλα. Θαυμαστή στην πιο μικρή λεπτομέρεια. Μόνο που πια δεν μπορούσε να τη δει. Ένα λευκό σεντόνι σκέπαζε τον τεράστιο καθρέφτη απ’ άκρη σ’ άκρη. Έθιμο που το τήρησε, κι ας μην καταλάβαινε ακριβώς τη σημασία του. Λέγανε ότι έτσι γινόταν αμετάκλητη η φυγή του νεκρού, γιατί, αν κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη, μπορεί να έμενε δεμένος με τα γήινα και τα θνητά και να μην κατάφερνε να σηκωθεί πιο ψηλά για τα άλλα, τα μακρινά και άγνωστα. Για τον ίδιο έπαιρνε άλλη σημασία. Δεν άντεχε να αντικρίζει ο ίδιος τον εαυτό του, έτσι μαραζωμένο και μοναχό. Το έθιμο, σκεφτόταν, ίσως υπήρχε γι’ αυτούς που έμεναν πίσω. Για να μπορούν ν’ αντέχουν τη σιωπή και τη μοναξιά.

Το ίδιο βράδυ τον είδε πάλι  στον ύπνο του. Άγριος του φάνηκε. Κάτι του έλεγε μα η φωνή δεν έφτανε στ’ αυτιά του. «Τι θες;» τον ρώτησε. «Αυτό που σου είπα θα γίνει, μόνο δώσε μου χρόνο». Εκείνος τον κοίταξε, πάλι κάτι είπε, μα αυτός δεν άκουσε. Τίναξε πίσω το κεφάλι του και έφυγε. Πόσες φορές θα τον τυραννά αυτό το όνειρο;

Από νωρίς την άλλη μέρα πήγε στην εκκλησία. Κάθισε αρκετή ώρα βυθισμένος στις σκέψεις του, ίσα που άκουγε τις ομιλίες γύρω του. Σαν να μην υπήρχε κανείς. Η λειτουργία είχε τελειώσει, ο κόσμος είχε φύγει, ο ιερέας ήταν ακόμη εκεί και συνομιλούσε με κάποιον. Περίμενε να τον βρει μόνο του και τον πλησίασε.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι του, ξανάφερνε στο μυαλό του την κουβέντα τους.
«Ο ζυγιστής των ψυχών» Έτσι του τον είπε. Αυτός μόνο ψυχοπομπό τον ήξερε. Και αρχιστράτηγο. Ή απλώς Μιχάλη, όπως τον έλεγαν στο νησί όλοι οι απλοί άνθρωποι, σαν να μιλούσαν για κάποιον δικό τους. «Και είναι δίκαιος, λοιπόν, αυτός ο ζυγιστής;» τον είχε ρωτήσει. «Δίκαιος. Δίνει και παίρνει. Και όλα τα μετράει και τα σταθμίζει και τα καταγράφει. Και δεν ξεχνάει ποτέ του».
Ναι, αλλά στη δική του περίπτωση δεν έδωσε, μόνο ζητάει να πάρει. Τον πήρε το παράπονο. Ένιωθε ότι όλα τα είχε καλά καμωμένα. Όχι ότι ήταν άνθρωπος της εκκλησίας, όπως λέει ο λαός, αλλά καλός άνθρωπος ήταν. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Κι έπειτα τι θα πει καλός άνθρωπος; Μήπως όλοι αυτοί που ξημεροβραδιάζονται μπροστά από τις εικόνες νοιάζονται περισσότερο για τους άλλους; Πόσα ακούγονται διαρκώς για την ψεύτικη και επιφανειακή πίστη κάποιων που μόνο το δικό τους το συμφέρον λογαριάζουν; Αυτός μπορεί όλα του τα χρόνια, ως τώρα,  να κρατήθηκε σε κάποια απόσταση από όλα τα θεοτικά αλλά μέσα του την πίστη την είχε. Δεν του άρεσε να την επιδεικνύει στους άλλους για να αποκομίσει τα εύσημα του καλού χριστιανού. Η πίστη του ήταν προσωπική του υπόθεση και δεν αφορούσε κανέναν άλλο. Και την εικόνα την παλιά, το πατρογονικό κειμήλιο, την είχε πάντοτε στο δωμάτιό του, πάνω από το κρεβάτι του. Σαν προστασία το ένιωθε όλο αυτό. Και κάθε φορά που ένιωθε την ανάγκη να αναζητήσει κάτι πιο πάνω από τον άνθρωπο, σ’ αυτή τη μορφή στρεφόταν και αυτόν είχε να ακούει τα βάσανα του και να ζητάει βοήθεια. Κι ένιωθε λίγο καλύτερα.
……..

Μια βδομάδα μετά, μέσα στο τελευταίο μέσο του μακρινού ταξιδιού, ένα πλοίο που εκτελούσε το τοπικό δρομολόγιο για το νησί, και αφού είχε αρκετά ταλαιπωρηθεί σε πολύωρη διαδρομή, αντίκριζε το κλειστό λιμάνι. Λίγο ακόμη και το πλοίο θα έδενε αφήνοντάς τον να περπατήσει μετά από τόσα χρόνια στον γιαλό. Από κει είχε ακόμη δύσκολη διαδρομή προς την άλλη άκρη του νησιού, ως να φτάσει στο μοναστήρι. Να διαβεί την πύλη, να μπει στην εκκλησία, να σταθεί γεμάτος δέος μπροστά του, να του πει «να, λοιπόν, που ήρθα».
……..

Υπάρχουν αγιογράφοι που δουλεύουν όλη την εικόνα που τους παραγγέλνεις στο εργαστήριό τους, και τελειωμένη τη φέρνουν στον ναό και την κολλάνε στον τοίχο. Άλλοι πάλι, οι πιο λίγοι, δουλεύουν όπως οι παλαιοί, παραδοσιακά με τα πινέλα και τα χρώματα μέσα στον ναό πάνω σε σκαλωσιές. Ετούτος ήταν από τους παραδοσιακούς. Είχε στήσει τη σκαλωσιά του, και ανεβασμένος εκεί ψηλά δούλευε να ζωγραφίσει τη χαρμόσυνη είδηση που έφερνε ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Αφού πια σχεδόν καθημερινά πήγαινε στην εκκλησία, τον παρακολουθούσε σε όλα τα στάδια της δουλειάς του. Πόσο διαφορετικός ήταν ο άγγελος της καλής είδησης, ολοφώτεινος, λαμπερός, καθόλου τρομερός, οικείος αντίθετα και ευπρόσδεκτος. Σε αντιδιαστολή με τον άλλο, που παρατηρούσε από την αριστερή κολώνα του ναού, κρατώντας τη ρομφαία του.
Τον κοίταζε και σαν να του φαινόταν πως, παρά την σοβαρή του όψη, σε κείνον ειδικά έδειχνε πιο ήπιος και γλυκός. Πλησίασε, τον κοίταξε στα μάτια σαν ίσος προς ίσο. 
«Στην άλλη την εικόνα, τη δική μου, ήσουν αλήθεια τρομερός, με τη ρομφαία στο ένα χέρι και την ψυχή που έκλεψες στο άλλο. Ποιος θα μπορούσε να σε αντικρίσει; Στη φύλαξα για πολλά χρόνια, όπως είχε κάνει ο πατέρας μου και ο παππούς μου. Παιδί σχεδόν ήταν ακόμη τότε ο πρώτος που την έφερε από το νησί εδώ, για φυλαχτό όλης της οικογένειας, και τη φυλάξαμε και την τιμήσαμε. Και κάθε που η δύναμή μας λιγόστευε, σε σένα τρέχαμε όλοι και ζητάγαμε τη συνδρομή σου. Σου ζήτησα κι εγώ να λυπηθείς τη ζωή που σιγόσβηνε πλάι μου, τον Άγγελό μου, που άλλον δεν είχα πια κοντά μου, και σου ’ταξα να στερηθώ αυτό το δικό σου θαύμα που είχα πάντοτε για βοήθεια και παρηγοριά. Δεν έστερξες να με βοηθήσεις. Τον θέλησες κοντά σου. Μου τον πήρες. Έτσι τα ζύγιασες φαίνεται στη δική σου ζυγαριά. Μόνο που στο ζύγι σου εγώ έχασα. Έμεινα λειψός. Μα την εικόνα σού την έφερα. Γιατί σκέφτηκα πως το μυαλό μου είναι πολύ λίγο, άνθρωπος που είμαι, για να μπορεί να ζυγίσει το ίδιο με σένα τα σωστά και τα άδικα αυτού του κόσμου. Έτσι μπορώ να σε αντικρίζω κατάματα και να μην φοβάμαι άλλο πια».

Βγήκε από την εκκλησία πιο ξαλαφρωμένος. Τώρα το ήξερε. Θα πήγαινε στο σπίτι, θα άνοιγε όλα τα φώτα και μετά θα έβγαζε το λευκό σεντόνι και θα ελευθέρωνε τον καθρέφτη. Μαζί θα ελευθέρωνε και τη δική του ψυχή. Αυτός έκανε αυτό που έπρεπε. Μα με το ανθρώπινο ζύγι.


Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή διηγημάτων "Τα κοινά και τα ιδιωτικά", εκδόσεις Νοών)

(η εικόνα από το διαδίκτυο)