Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' 

στην ποιητική συλλογή

«Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου»

του Δημήτρη Αγγελή,

εκδόσεις Πόλις





Ο ποιητικός κόσμος του Δημήτρη Αγγελή. Ένας κόσμος τόσο παράξενος στις εικόνες του. Σε γοητεύει, θέλεις να εισχωρήσεις, σαν να ανοίγεις μια πόρτα παραμυθιού, και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως το τοπίο είναι σκληρό, το έδαφος πετρώδες.
Αυτή η ποίηση έχει μέσα της πόνο, κι όμως δεν σε απωθεί. Αντιθέτως, σε παίρνει απ’ το χέρι και μέσα σε τριάντα τρία στιχουργήματα (τα περισσότερα άτιτλα, μόνο με αρίθμηση) που συμπληρώνουν το ένα το άλλο συναποτελώντας ένα ποιητικό όλον, σε οδηγεί στο σύμπαν του ποιητή, που αποδεικνύεται περίεργα οικείο.
Λέξεις δυναμικά αυτόνομες (συνοδευόμενες από υπερρεαλιστικές εικόνες σε μερικά από τα ποιήματα) κυριαρχούν και θέτουν τα όρια της ανάγνωσης. Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή δεν σου επιτρέπει πολλές ερμηνείες. Είναι μονοσήμαντος  ο κόσμος του, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την αξία του. Σε κατευθύνει ο ίδιος ο ποιητής στους χώρους που επιθυμεί και σου δίνει το ελάχιστο που χρειάζεσαι για να κατανοήσεις. Γιατί αυτός ο δυνατός λόγος είναι απλός στα στιχουργικά του μέσα.
Παράλληλες εικόνες που μοιάζουν αυτόνομες στη σημασία τους, τελικά συναντώνται και δίνουν την πλήρη εικόνα. Μόνο που πρέπει να τις ‘διαβάσεις’ μία μία ανοίγοντας το περίβλημά της για να ανακαλύψεις τα ενδότερα, το νήμα που τη συνδέει με τις υπόλοιπες.
Παιδικές μνήμες συνεχίζουν την ιστορία τους στα σύγχρονα πάθη του ενήλικα, μια θηλυκή παρουσία στοιχειώνει εδώ κι εκεί τον ποιητικό λόγο, η κοινωνία της κρίσης μοιάζει να αποτελεί τον εξωτερικό χώρο για να κινητοποιηθεί η έμπνευση, χωρίς ωστόσο να τοποθετείται πολιτικά. Ο εσωτερικός κόσμος κυριαρχεί και δημιουργεί τοπία χιονισμένα, ακτές που ξεβράζουν ημιθανείς φάλαινες, πρωινά Κυριακής με απόγνωση του ποιητή για το ‘καταφύγιο’ της ποίησης:

«Γράψε και γι’ αυτόν τον καθημερινό μου φόβο μήπως χαθεί για πάντα η
Μαρία
σ’ ένα μέρος χωρίς βροχή, ένα πρωινό χωρίς στίχους.»

Πρόσωπα του λογοτεχνικού σύμπαντος του ποιητή ζουν μέσα στους δικούς του στίχους, ένας ελάχιστος Κάφκα κρυμμένος πίσω από τον Χωρομέτρη του δικού του ποιήματος σαν να ξέφυγε από τον ‘Πύργο’ για να συνδράμει το “παράλογο” των προσωπικών του εικόνων:

«Να γράψω ένα ποίημα για τη σιωπηλή Κυριακή που να λέει τους λύκους
λύκους και τους φονιάδες φονιάδες
Να βγω στον ακάλυπτο και να φωνάξω ό χ ι σαν κάτι να με πνίγει
Να διαβάσω Γιόζεφ Ροτ, να ξαναθυμηθώ τον μεσοπόλεμο του Λεοντάρη
Να χορέψω με το Riders on the storm στο πικάπ σα να επίκειται πάλι το τέλος
Να είσαι εσύ το τέλος μου, να είμαι ο δικός σου μεσοπόλεμος
Να βγω από το σπίτι, να βγω επιτέλους από τον εαυτό μου,
Ν’ αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας
Να φανταστώ έναν βυζαντινό άγγελο να κατεβαίνει στα νερά ψιθυρίζοντας ακατάληπτες λέξεις
Να περάσω απ’ το καφενείο που συζητάνε πολιτική και ποδόσφαιρο
Να τηλεφωνήσω στον ηλεκτρολόγο
Να τηλεφωνήσω στον χωρομέτρη
Να ζητήσω ζάχαρη απ’ τον γείτονα
Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μην γράφω ποιήματα.»

Και το ελάφι, λες και βγαίνει από τα παιδικά Χριστούγεννα όπως οι ήρωες των παραμυθιών, για να υπογραμμίσει ότι ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι παρά η συνέχεια εκείνου του αλλοτινού:

«Για να ζεσταθείς κάλεσε για επίσκεψη το κοριτσάκι με τα
σπίρτα. Φαντάσου ζαχαρωτά σε φωτισμένες βιτρίνες. Αντί για
κουβέρτα χρησιμοποίησε τους επτά νάνους.»

«Απόψε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί σου
δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι
οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα – οδόφραγμα.
Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα.
Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει
πάνω στο κρεβάτι μου.»

Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή αυτοσχολιάζεται, και έτσι μας δίνει και τη δική του άποψη για τις ποιητικές απόπειρες:

«Αυτό δεν είναι ποίημα. Το ποίημα είναι τρία χιλιόμετρα μακριά,
πίσω απ’ τους αμμόλοφους κι έρχεται…
Το ποίημα είναι ένα παγωμένο κουκούτσι:
Σου σπάει τα δόντια.
Σου ξεσχίζει το λαιμό.
Κι αυτό δεν είναι ποίημα.»



Εδώ, λοιπόν, έχουμε ποίηση με δόντια, με την ιδιαίτερη δύναμη που αποκτά ο λόγος, όταν ξεφεύγει από τα τετριμμένα και καταθέτει την αλήθεια του με γλώσσα απλή αλλά αρματωμένη με πόνο, απώλεια, βίωση του μέγιστου νοήματος (το εξαιρετικό -με τον αριθμό 29- στιχούργημα, με την εικόνα του παιδιού που ονειρεύεται και μας τρομάζει με απειλές), έρωτα:

«…ο ‘Μπλε Λωτός’, πλοιάριο ρυπαρό και μεθυσμένο. Τώρα θυμάμαι:
Ανάμεσα στους επιβάτες του υπήρξα κάποτε κι εγώ,
άδειασα τη ζωή μου στα νερά σου.»

αλλά και θάνατο, δοσμένο μέσα σε μια μοναδική στην έμπνευσή της λέξη:

«Διόδια βιαστικά ν’ αποδοθεί ο οβολός στον Άδη. Κερβερίζουν
τριγύρω κάτι αδέσποτα σκυλιά».

Τελικά μια ποίηση που δεν επαίρεται για τον οίστρο της αλλά δείχνει τα ‘εργαλεία’ της με την αθωότητα που αρμόζει στον ποιητή:

«Έγραφα τότε νοερώς ένα ποίημα, όμως ακόμα δεν το ήξερα
γιατί καθένας έχει μέσα του έναν που κλαίει και φεύγει χτυπώντας
την πόρτα
κι έτσι μπορείς να μένεις κάπου ενώ στην πραγματικότητα είσαι ήδη
πολύ μακριά,
να γράφεις κάτι μέσα σου ενώ δεν γράφεις τίποτα»

Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ποιήματα μιλούν και μας αγγίζουν όπως ένα σύννεφο που υπερίπταται αλλά το προσεγγίζεις με τη δύναμη του λόγου:

«Θα με αναγνωρίσετε
γιατί θα κρατάω παραμάσχαλα ένα στυμμένο σύννεφο»

φέρνοντάς μας στο μυαλό τον άλλο ποιητή:

«Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
…δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια»
( Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκυ, «Σύννεφο με παντελόνια»)

Αυτοί που  συνταιριάζουν με το ασαφές νεφέλωμα δεν είναι όλοι ίδιοι. Άλλοι ξαπλώνουν πάνω του και νιώθουν να τυλίγονται όμορφα από την πάχνη του, προνομιούχοι τάχα αυτοί της άνωθεν εξαίσιας εποπτείας. Περιφρονούν τους ταπεινούς εργάτες της γραφής που ούτε λίγο γκρίζο χιόνι αξιώθηκαν στις λέξεις τους επάνω. Και αδιαφορούν για όλους τους αμέτοχους κι ανίδεους των πλούσιων νεφών.  Μα είναι κι άλλοι που, κομμάτι σύννεφο κι οι ίδιοι, στύβουν σκληρά το υδάτινο το σώμα τους για να γευτούν μια στάλα ουρανό όλοι της γης οι κουρασμένοι, επαίτες της ζωής. Αυτοί  οι ποιητές έχουν το σύννεφο αναγνωριστικό σημάδι, βαρύ φορτίο αέρινο, ωστόσο εκλεκτό.

Το ελάφι που δακρύζει πάνω στο κρεβάτι του ποιητή, μας κοιτάζει από τον πίνακα του Κώστα Σιαφάκα στο εξώφυλλο του βιβλίου. Σε ασπρόμαυρη εκδοχή, μακριά από εκείνο του παραμυθιού αλλά και τόσο κοντά στο πνεύμα της ποίησης που παρουσιάζει ο Δημήτρης Αγγελής:

«Τριγύρω χιόνι. Παραμονεύουν
Βοριάς λυσσάρης, Ιούδας, μάγισσα γριά»


Διώνη Δημητριάδου