Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' στο «Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης»
της Δήμητρας Χριστοδούλου,
από τις εκδόσεις Μελάνι




Όταν διαβάζοντας κάποιο ποιητικό στιχούργημα σε ξαφνιάζει μια λέξη, όταν σταματάς να αναμετρηθείς με έναν απρόσμενο συνδυασμό υλικών και άυλων μαζί, όταν εκεί που στέριωσες τη σκέψη σου στη γη νιώθεις πάλι να απογειώνεσαι πάνω σε ένα στίχο, τότε μπορείς θαρρώ να πεις: “εδώ έχουμε ποίηση αληθινή, κάτι σαν όχημα να σε πάρει μαζί του σε άγνωστη πορεία, γεμάτη ωστόσο από έντονες συγκινήσεις”.
Αυτό νιώθω κάθε φορά που διασταυρώνομαι με την ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου. Εδώ και χρόνια. Και κάθε φορά επιβεβαιώνω την παραπάνω διαπίστωση.
Στην πιο πρόσφατη ποιητική της συλλογή «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» έρχεται με την πολύτιμη αυτή προσφορά της, όσο κι αν η ίδια τη μετράει για ελάχιστη. Και φτιάχνει από τον τίτλο ακόμη το απροσδόκητο συναπάντημα των εννοιών. Πόσο ελάχιστη μπορεί να είναι η συνείδηση; Και ποιο το αληθινό της βάρος; Πώς αξιολογείται; Όταν βιώνεται ως πραγματικότητα απαιτητική από τον ίδιο τον άνθρωπο ή όταν προσφέρεται σαν τροφή στον άλλο πάσχοντα άνθρωπο δίπλα;

«…
Να ζήσουμε σαν να υπήρχε λόγος
Να πεθάνουμε σαν ν’ αξίζει τον κόπο
Να πειθαναγκαστεί η αιωνιότητα
Να ριχτεί για τα καλά στη βιοπάλη.»
(Συνεκτικό υλικό)


Μια ποίηση, όπως πάντα, κοινωνική, με την ποιήτρια να αγγίζει με τον λόγο της και προσωπικά της δράματα αλλά και τον άνθρωπο της κρίσης, χλευάζοντας την πραγματικότητα με στοιχεία ανατρεπτικά, δίνοντας εικόνες που χτυπούν κατάστηθα τον αναγνώστη.
Με λιτά κυρίως μέσα ο λόγος της.
«Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,
«Γράψεις δεν γράψεις φαρμακώνεσαι»

«Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται
Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη
Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα
Οποιονδήποτε στίχο
…»
(Το ελάχιστο που μπόρεσα να είμαι)

Ωστόσο, επειδή λειτουργεί με το ‘ανάλογο’ και το ‘παρόμοιο’ ο στίχος της απεκδύεται τον ρεαλιστικό τρόπο γραφής για να κινηθεί σε περισσότερο υπερρεαλιστικούς τόπους, κάθε φορά που νιώθει το νόημα να πνίγεται μέσα στο γήινο περιτύλιγμά του. Είναι τότε που η ποίησή της δημιουργεί τις πιο πλούσιες εικόνες. Εικόνες που παλεύουν να σταθούν σαν πραγματικές, με τη διάθεση όμως να απογειωθούν σε συμβολισμούς και καταστάσεις που υπερβαίνουν τα σταθερά και χειροπιαστά νοήματα.

 «Ήμουν πάντα ένα άχαρο παιδί
Με μια βαλίτσα στο χέρι.
Άφηνα πίσω μου ένα απόγευμα
Χλωμό σαν γάλα στο πιατάκι της γάτας
Και μετακόμιζα σ’ ενηλικίωση
Πιο ακατοίκητη απ’ τον ουρανό.
Γι’ αυτό θα το κοιτάξω κατάματα
Αυτό το χάλκινο κεφάλι
Που σέρνει η ομίχλη πάνω απ’ τον σταθμό.
Ακούω που εκφωνούνται δρομολόγια
Κι η περηφάνια μου σχεδιάζει το χάρτη
Με ισχυρή διαίσθηση καταστροφής.
Λοιπόν, δεν κατεβάζω τα βλέφαρα
Στην κάθε εκτυφλωτική προειδοποίηση,
Ταΐζει την αναμονή το ρολόι,
Εξαντλείται και πάλι ακέραιο
Επιπλέει, όταν μετά την αναχώρηση
Την αίθουσα την κατακλύζουν άσπρα φώτα.
Κανείς δεν έμεινε συνεπιβάτης.
Ως κι εκείνο το ασουλούπωτο νήπιο
Ξυλιάζει έξω, στη μεγάλη πλατφόρμα,
Νομίζοντας ότι θ’ αλληθωρίσει μπρος του
Το κυκλώπειο το άστρο της ημέρας
Που αίρει τις αποσκευές της γης.»
(Γρήγορα τρένα)

Μια σπασμένη αλληλουχία των λέξεων, των φράσεων που επιμένουν να ξεκινούν κάθε στίχο με κεφαλαίο. Κεφαλαιώδες ζήτημα, λοιπόν, η συνέχεια, όσο κι αν αυτή διασπάται, έτσι όπως ταχύτατα τραίνα διασχίζουν σταθμούς ζωής. Ζωή που μοιράζεται σε ηλικίες – σταθμούς, αδιαφορώντας για τους επιβάτες που καθυστερούν να ανέβουν στα βαγόνια.
Κι είναι κι εκείνο το ξεχασμένο παιδί που τολμά ακόμη να κοιτάζει κατάματα τα φώτα αγνοώντας το επερχόμενο τούνελ. Με τα μπαγκάζια του αφημένα δίπλα, λες και πρόκειται να φύγει. Ποιος είναι, επομένως, αυτός που φεύγει; Μπορεί κανείς να ξεφύγει από το παιδί που καταχώνιασε σε κάποιο σταθμό σημαδιακό της ηλικίας του;
Τέλος, είναι και η ωριμότητα. Ποτέ δεν ήταν περισσότερο αμφισβητούμενη. Αλλά και απολύτως σχετική και ευθέως ανάλογη με τις αποσκευές που κουβαλάει κανείς από σταθμό σε σταθμό. Ίσως ακόμη να μετράει και η ταχύτητα των τραίνων. Κανείς δεν συνειδητοποιεί τις αλλαγές μέσα του, αν δεν συμφιλιωθεί με τις παραμέτρους του βάρους και της ταχύτητας. Και πάλι, μετέωρο το ζήτημα μπορεί να είναι, αν σκεφτούμε το υπέρβαρο του όλου θέματος. Πόσο ζυγίζει ένα παιδί;


Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρόκειται για ποιήματα που βρίσκουν τον στόχο τους. Ίσως γιατί η Δήμητρα Χριστοδούλου βλέπει και παρατηρεί γύρω της και μέσα της. Έτσι κατορθώνει να διυλίσει τον εσωτερικό της κόσμο

«Στην πτέρυγα των ελαφρών παθήσεων
Μπορεί κάποιος ν’ αποθέσει ένα λοφάκι
Με φτέρωμα από παπαρούνες και σπαρτά.
Είναι η εποχή που κανείς βγαίνει,
Ακόμη με τον συνήθη πυρετό του
Να δει αν υπάρχει ο θεός της Κυριακής.
Στην άλλη πτέρυγα οι προγραμμένοι
Ξέρουν.
(Πάνω κάτω στο διάδρομο)

να απλοποιήσει το βάθος και το βάρος της ζωής της, και να σχολιάσει τον ξένο πόνο αντλώντας τις λέξεις από την προσωπική της αποκωδικοποίηση. Πώς, αλήθεια, μπορεί κάποιος να μιλήσει για την κρίση της κοινωνίας γύρω του με υπερρεαλιστικά υλικά; Εδώ ο ρεαλισμός φωνάζει και απαιτεί την ξεκάθαρη εικόνα, μια διαμαρτυρία ζωντανή. Η ποίηση, όμως, έχει τη δική της δυναμική. Μπορεί να μιλάει με τη δική της κάθε φορά γλώσσα, γυρνώντας τις λέξεις συχνά στον αντίποδά τους. Φυσικά για όποιον κατανοεί.

«Οσμή καπνού από παμπάλαιο σπίτι
Αυτό το αθόρυβο Χαμόγελο.
Σεμνά τακτοποιεί τα ασπρόρουχα.
Μέσα στη νύχτα δεν μπορώ να σιδερώσω!
Αύριο ή ποτέ. Ποτέ πια.
Όλοι οι χοροί πατούν στο ίδιο μνήμα.»
(Απλοί κανόνες)

«…
Ω, πώς μοιράζονται τα ελάχιστα
Πολλαπλασιασμένα από τον φόβο…»
(Το σοφό δείπνο)


Μια ποίηση αναμφίβολα υπαρξιακή, όπως μόνο η ποιητική αλήθεια το καταφέρνει, δίνοντας νόημα στα συναισθήματα που πηγάζουν από τον εσωτερικό κόσμο. Έναν κόσμο ολόκληρο από αγάπη για τον συνάνθρωπο, αντλώντας δύναμη από αυτή την ‘ελάχιστη’ συνείδηση’, έτοιμη να προφέρει το ‘ψωμί’ της στον κάθε πρόθυμο αναγνώστη, συνταξιδιώτη στον ποιητικό της κόσμο.


Διώνη Δημητριάδου