Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Περί «ποιητικής»





«Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του πνιγμού
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια·
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι τα δίνω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ
τα δίνω»
(απόσπασμα από τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου)

Η επαφή του ποιητή με τα μελλοντικά γραφόμενά του, εκεί "στο βάθος του πνιγμού". Μην και θαρρεί κανείς πως όλα τα βρίσκει στην ισάδα. Απαιτούνται καταδύσεις σε άγνωστα νερά, με αμφίβολη οπωσδήποτε τη σωστική επάνοδο. Από κει και πέρα αρχίζει το μοίρασμα με τους άλλους, μια απόπειρα μετάδοσης του θαύματος, μια νέα κατάδυση σε θολά νερά. Ο ποιητής αντιμέτωπος με την άγνοια, τη χλεύη, τη σφαλερή εκτίμηση, την ευτέλεια του βιαστικού σχολιασμού.  Διστάζει. Αληθινά δεν ξέρει αν αξίζει ή αν ακόμη μπορεί να μοιραστεί τα πολύτιμα πετράδια του. Και τότε αντιλαμβάνεται πως ανοίγεται μπροστά του μία και μοναδική οδός. Το μοίρασμα πρέπει να γίνει. Για όποιον, όπως κι αυτός, αντικρίζει τον υδάτινο κόσμο  με προσμονή για την καινούργια εμπειρία ή με αγωνία για προσωπική σωτηρία. Κι έτσι ξεκινούν τα ιδιωτικά ταξίδια που κάνουν οι μοναχικοί με τα ποιητικά στο χέρι. Έτσι συντελούνται τα ποιητικά θαύματα, έτσι η ποίηση ανοίγει την πόρτα της στους πρόθυμους των αβέβαιων καταβυθίσεων. Η "ποιητική" του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε λίγους στίχους.

Διώνη Δημητριάδου

(η εικόνα από το διαδίκτυο)