Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

Συνέντευξη της Διώνης Δημητριάδου στην εφημερίδα Πελοπόννησος (13 Αυγούστου 2017)


Συνέντευξη της Διώνης Δημητριάδου
στην εφημερίδα Πελοπόννησος
(13 Αυγούστου 2017)


Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Άλλαξε κάτι από τότε;

Αλίμονο αν δεν έχει αλλάξει. Ευτυχώς η ζωή μάς συμπαρασέρνει σε αλλαγές, όχι μόνο επιφανειακές ως προς τη μορφή μας. Το μέσα μας αλλάζει. Το παιδί που ακόμα με κάποιο τρόπο επιμένει να κατοικεί στο σώμα μας (γιατί αυτό κανείς δεν το έχει αποφύγει) είναι ένας προγενέστερος εαυτός. Κάποτε τον αναγνωρίζουμε σε ό,τι κάνουμε σήμερα, κάποτε μας ξαφνιάζει, γιατί ελάχιστα τον θυμόμαστε. Αν πάντως είναι κάτι που διατηρώ από εκείνο το παιδάκι είναι το πείσμα μου και το ανυποχώρητο πνεύμα μου, όταν νιώθω ότι έχω δίκιο, όταν αισθάνομαι την καταπίεση. Ως παιδί μου δημιουργούσε ποικίλα προβλήματα. Νομίζω το ίδιο συμβαίνει και τώρα.





Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Χαίρομαι όταν ακούω τον ρυθμό της. Θυμώνω με τον εαυτό μου όταν αυτός ο ρυθμός μού διαφεύγει. Ακόμα μεγαλύτερη χαρά όμως νιώθω (μετά την αρχική έκπληξη) όταν ακούω τους στίχους μου σαν να ήταν κάποιου άλλου, γιατί αυτό σημαίνει ότι ξέφυγαν από τη θνητή τους αφορμή που τους γέννησε και ταξιδεύουν πλέον με άλλο πρόσωπο ή με πολλά πρόσωπα, κι εγώ, ως ένας αναγνώστης πια μέσα στους άλλους άγνωστους, διαβάζω ποίηση.





Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Κάθε ποιητής που γράφει σήμερα, ας θεωρεί τον εαυτό του επίγονο όλων των προηγουμένων, στο μέτρο που ο καθένας τον επηρέασε, καθώς τον διάβαζε. Άλλος πολύ, άλλος λίγο, άλλος ελάχιστα. Επιρροή δεχόμαστε ακόμα και όταν αντιδρούμε σε κάποιου τη φωνή. Η συνέχεια η ποιητική είναι πολύ ενδιαφέρουσα, με τον κυματισμό της να διαφοροποιεί κάθε τόσο την εικόνα.





Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας;

Κανείς ποιητής δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ζει από την ποίηση που γράφει. Λέτε ότι αυτό αδικεί τον ποιητή. Μπορεί και να διαφωνήσω. Η ποίηση δεν είναι επάγγελμα, έτσι διασώζει την ομορφιά και τη μαγεία του ερασιτεχνισμού.





Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι’ αυτές;

Συχνά είναι μόνο μια εικόνα ή μια λέξη, που ξεστράτισε και βρέθηκε μπροστά μου. Από μια παρατήρηση στον γύρω τόπο, από τα λόγια κάποιου, από μια θύμηση, ίσως και από κάποια προσωπική σκέψη. Αποκομμένη από το αρχικό της περιβάλλον μοιάζει να θέλει νέο χώρο να σταθεί. Δεν έχει σημασία αν το νέο περιβάλλον που της φτιάχνω δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό στο οποίο βρισκόταν. Η ποίηση είναι ένα νέο σπίτι, που ακόμα και τα παλαιά υλικά τα ανανεώνει.





Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

Με δεδομένο ότι ο καθένας από μας διαφέρει ως προς το ύφος, τη γλώσσα, τη θεματολογία κ.λπ. προχωρώ στην ουσία της ερώτησης. Η αρματωσιά έχει να κάνει με το φορτίο που έχουμε επωμιστεί, άλλοτε αθέλητα και άλλοτε ηθελημένα. Αυτό μπορεί να είναι τα αναγνώσματά μας, οι εμπειρίες μας, οι παραστάσεις από όλη τη μέχρι τώρα ζωή μας, οι επιλογές μας, οι σπουδές μας, οι ευαισθησίες μας, ο ιδεολογικός μας κόσμος. Πιστεύω ότι το δικό μου φορτίο είναι αρκετά βαρύ -το νιώθω πάνω σε κάθε τι που κάνω- και με τη δική του βοήθεια πορεύομαι. Τώρα, αν αυτό διαφέρει ποιοτικά από το φορτίο (την αρματωσιά, όπως λέτε) των άλλων, τι να πω; Δεν ξέρω. Ο καθένας κρίνεται γράφοντας ως προς όλα.





Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Σε όλους τους χώρους δραστηριοποίησης ομοτέχνων παρατηρούνται αψιμαχίες, ας το πούμε κομψά. Κάποτε παίρνουν μεγάλες διαστάσεις βοηθούσης και της ιδεολογίας, η οποία αναπόφευκτα παρεισφρέει σε κάθε τι που λέμε, πράττουμε ή γράφουμε και μας εκφράζει. Άλλοτε παραμένουν στο επίπεδο μικρών αντιπαραθέσεων, που λίγο θα έπρεπε να μας απασχολούν. Με συγκατάβαση αντιμετωπίζω και τις δύο εκδοχές. Δεν ωφελεί να προχωρούμε στα άκρα. Έτσι κι αλλιώς οι γνήσιες αντιπαραθέσεις, οι μόνες που θα έπρεπε να μας απασχολούν, λύνονται (αν κατ’ ουσίαν λύνονται ποτέ) στον μακρό χρόνο, που όλα τα επαναπροσδιορίζει. Και λύνονται μόνον μέσα από το έργο του καθενός.





Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Αποφεύγω να σχεδιάζω. Εμπιστεύομαι τον αυθορμητισμό, την έμπνευση της στιγμής. Άλλωστε η ίδια η ζωή γνωρίζει την τέχνη να μας ξαφνιάζει. Ελπίζω ευχάριστα. Αλλά πάλι, όπως έρθουν τα πράγματα. Μου αρκεί να μπορώ να γράφω και να μιλάω γι’ αυτά που αγαπώ. Για όσο διάστημα και με όποιον τρόπο κάθε φορά.





Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια επιτελείτε;

Δεν θα απαντήσω με εικασίες, μια που αυτές είναι πάντα φορτισμένες από το τώρα, άρα ελάχιστα μπορούν να δουν το απώτερο και πολύ περισσότερο το επέκεινα. Θα πω, όμως, τι ελπίζω. Ελπίζω, λοιπόν, αν διασωθεί κάτι από όλα αυτά, να εκτιμάται ως ειλικρινής κατάθεση, χωρίς κάτι ψεύτικο πάνω του. Η προσποίηση δεν ταιριάζει στην ποίηση έτσι κι αλλιώς.





Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει τον χρόνο»;

Μου αρέσει η διατύπωση «το ποίημα αντέχει τον χρόνο», καθώς ορθότερα αποδίδει τα πάθη του λόγου. Ο χρόνος γράφει πάνω στο ποίημα, όπως κάποτε το ποίημα έγραψε πάνω στον χρόνο διασπώντας για μια στιγμή το συνεχές του. Για μια ανταλλαγή, λοιπόν, πρόκειται. Το ποίημα μεγαλώνει μέσα στα χρονικά διαστήματα, ωριμάζει, αλλάζει και μιλά άλλη γλώσσα. Και η διαχρονικότητα του κλασικού έργου έτσι πρέπει να εννοείται, με τις αντοχές που αυτό έχει απέναντι στις οφειλές του χρόνου.

(δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας Πελοπόννησος, στις 13 Αυγούστου 2017, επιμέλεια Αντώνης Σκιαθάς για το Γραφείον Ποιήσεως)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου