Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017


Αποκαΐδια ηθικής

της Κατερίνας Λιάτζουρα

εκδόσεις βακχικόν




σκέψεις για το ήθος της ποίησης



... Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί

μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής

το παλούκωσα

και το κρέμασα από το δοκάρι...



Το παραπάνω απόσπασμα επιλέγει η ποιήτρια στο οπισθόφυλλο της ποιητικής της συλλογής, σαν ένα είδος συστατικού σημειώματος προς τον αναγνώστη της. Και αμέσως γίνονται αντιληπτά δύο χαρακτηριστικά της ποίησής της: η Κατερίνα Λιάτζουρα προτιμά μια ευθεία και σκληρή γλώσσα στους στίχους της αλλά και πίσω από τις λέξεις της θέλει να διαβάσουμε την ηθική της κατάθεση παράλληλα με την ποιητική. Αυτό δεν είναι λίγο, φυσικά, μέσα σε μια θύελλα ποιητικής ευκολίας που μας έχει παρασύρει. Ωστόσο ο ποιητικός λόγος από τη φύση του έχει φορτίο βαρύ, για όποιον εισχωρεί μέσα στους υπαινιγμούς του, στη μεταφορικότητά του και ανακαλύπτει τα μυστικά περάσματα σε μια προνομιούχο θέα του κόσμου. Όποιος αγνοεί ή δεν υπολογίζει την εξαιρετική αυτή ιδιότητα της ποίησης αρκείται να στιχοπλέκει αδιάφορα τις λέξεις του και να πελαγοδρομεί σε ασαφή και αβαθή νοήματα, κυρίως εγωκεντρικά και αδιέξοδα.

Η ποιήτρια εδώ δεν ονειροβατεί ούτε αποσύρεται σε ιδιωτική οδό. Ανακατεύεται με τον κόσμο, παρατηρεί και σημειώνει εικόνες, κατόπιν τις μετουσιώνει σε λέξεις και τις δίνει στον αναγνώστη της με το φορτίο που ήδη έχουν αλλά και την ερμηνεία που η ίδια -στη βάση της προσωπικής της ηθικής στάσης- τους προσδίδει. Το λέει ξεκάθαρα:



Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι.

Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ.

Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες

ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.



Πώς θα γινόταν, λοιπόν, να σωπάσει; Στην ποίησή της διαφαίνεται η ρίζα του κακού. Η νοοτροπία των ανθρώπων, έτσι όπως έχει δουλευτεί γενιά τη γενιά με δουλικούς θεσμούς να υπηρετούν πάντοτε την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία, να διαιωνίζουν μια στάση συμμόρφωσης απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται με τον μανδύα του ορθού και του κοινά αποδεκτού. Η ομοιομορφία καταξιώνεται, η διαφορετικότητα καταδιώκεται, περιθωριοποιείται και φορά το ένδυμα του κοινωνικά απορριπτέου. Εδώ ακριβώς η ποίηση (περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή λογοτεχνίας) με την ευαισθησία της αλλά κυρίως με τον καίριο ελλειπτικό της λόγο έρχεται αρωγός σε κάθε φωνή και στάση που προτάσσει την ετερότητα ως αξία. Και τούτο γιατί έχει τον τρόπο να απομονώνει το ουσιώδες, να το προβάλλει σε ευσύνοπτο λόγο, να το κοινωνεί απαλλαγμένο από περιττά φτιασιδώματα και ανούσια ρομαντικά στολίδια. Η αληθινή ποίηση δεν έχει ανάγκη από κανένα κόσμημα για να πει αυτό που θέλει. Αρκεί η κατάλληλη λέξη. Συχνά, βέβαια, η λέξη σκληραίνει το κέλυφός της, κραυγάζει το δίκιο της με απότομο τρόπο. Είναι τότε που αποκτά και το πιο αληθινό περιεχόμενο, τότε που ο αποδέκτης της νιώθει ικανός να μεταλαμπαδεύσει αυτό που εννόησε.



Μια αυτοκρατορία είμαι

μια καθημερινή Ιστορία

που πιέζει με το βάρος της

την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.

Στριμώχτηκα

ανάμεσα σε πλούτη

κυκλοφοριακά φρακαρίσματα

κατάφορτη από διακοσμήσεις

καθήκοντα

πολύπλοκη σε μηχανισμούς

παλλακίδα σε ιεραρχίες

πρησμένη

τσιτωμένη

κατάκοπη

βαριά.

Πουτάνα Αθήνα.



Είναι, λοιπόν, η ποίηση φορέας μηνυμάτων; Ναι, αλλά όχι με το περιεχόμενο που συχνά προσδίδεται στη λέξη μήνυμα. Η λεγόμενη στράτευση του ποιητή σε πολιτικά τσιτάτα και κομματικές επιταγές είναι όχι μόνο πεπαλαιωμένη μέθοδος προπαγάνδας αλλά και πολύ φορτωμένη με αμαρτίες για να υποστηριχθεί σοβαρά από κάποιον. Ο ποιητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που συλλαμβάνει τα μηνύματα της εποχής του και αντιλαμβάνεται πού αξίζει να εστιάσει το νόημα των στίχων του. Κατ’ ανάγκη, λοιπόν, θα εμπεριέχει ο λόγος του το νόημα της εποχής του, όπως κι αν θελήσει να το δώσει, με όποιο τρόπο -σαφή ή κρυπτικό- επιλέξει να μιλήσει. Η ποίηση δεν συνθηματολογεί, δεν χρειάζεται την ευτέλεια ενός κωδικοποιημένου συνθηματικού λόγου που υπηρετεί πάντοτε σκοπιμότητες. Εμπεριέχει με τον καλύτερο και πιο σαφή τρόπο την εποχή μέσα στην οποία γεννιέται, και της οποίας τον ουσιαστικό πυρήνα φέρει μέσα στον λόγο της, θέλοντας και μη. Θυμάμαι εδώ τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που προσδιόρισε τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου:



να είσαι ταυτόχρονα κοινωνικός και αντικοινωνικός



Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία του ρόλου του. Να βρίσκεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δίπλα στα προβλήματα των ανθρώπων, να ευαισθητοποιείται και να κινητοποιείται απ’ αυτά. Κοινωνικός, λοιπόν, σημαίνει όχι απομονωμένος. Όμως πάντοτε απέναντι στις συμβάσεις, κατ’ ουσίαν αντίθετος με τους συμβιβασμούς που ορίζουν την αποδεκτή κοινωνικότητα, άρα αντι-κοινωνικός, με την έννοια του απέναντι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Αυτή την αντίθεσή της απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα δίνει η ειλικρινής και αυθεντική ποίηση, αθώα και αμέτοχη σε κάθε εύκολο συνυπολογισμό, σε κάθε δελεαστική ενσωμάτωσή της στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής.



Σ’ αυτή την κατεύθυνση θαρρώ πως κινείται η Κατερίνα Λιάτζουρα με τα Αποκαΐδια της ηθικής. Κραυγάζει αυτό που βλέπει, αυτό που την απογοητεύει, αυτό που διαψεύδει τις προσδοκίες της ως πολιτικό ον και κοινωνικά ενεργό μέλος ενός συνόλου ηθικά απορριπτέου. Κατορθώνει να διατηρήσει τους τρεις πυλώνες της ηθικής της μέσα στην καταιγίδα καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών που μαίνεται γύρω της.

Πρώτα απ’ όλα το πολιτικό ήθος, το ποικιλοτρόπως τρωθέν τις τελευταίες δεκαετίες (γιατί αλίμονο αν η τωρινή κατάντια μας οφείλεται μόνο σε μια χούφτα άτιμα χρόνια), και το διατηρεί με μια αθωότητα που πια σπάνια συναντάμε:



[…]

Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία

η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι[…]



[…]

Ποιος

ποιος θα μου πει τι να κάνω

ποια πέτρα να σηκώσω

για να κρυφτώ ή να σκοτώσω

και ποιος είναι αυτός

που θα μου αφηγηθεί την πικρή εκείνη ιστορία



ενός αναμάρτητου

που πρώτος τον λίθο βαλέτω;



Έπειτα η κοινωνική ευαισθησία προς τον πάσχοντα άνθρωπο όπου γης έρχεται να καθορίσει το ήθος πάλι, δίνοντας το μέτρο της σύμπλευσης, της συμπαράστασης, της αλληλεγγύης:



Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.

Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.



έχω κλειστοφοβία -σας το ’πα;



Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.

Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.

Με κάθε κυμάτισμά

αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.



φοβάμαι το σκοτάδι -σας το ’πα;

και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.



Υποθήκευσα τη ζωή μου.

Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.

Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.

Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.

Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;



Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου

μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.

Δεν ξέρω.

Δεν κοίταξα.

Δεν θυμάμαι.



φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;



Μόνο που για να ισχύουν οι δύο παραπάνω παράμετροι του ήθους, πρέπει να προηγηθεί η γενεσιουργός συνθήκη, το προσωπικό ήθος. Όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε οι πολιτικές ή κοινωνικές ευαισθησίες καταλήγουν ρητορικά σχήματα στο στόμα πολιτικάντηδων ποιητών.



Μην παριστάνεις την ανόητη

στα χέρια των αρχόντων

όλα ανακυκλώνονται

σαν πάρεις εσύ όμως την απόφαση

και ωσάν εσύ τις μνήμες απορρίψεις.



[…]

Ήρωάς μου ένας ρακοσυλλέκτης

που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές

ψάχνει να βρει το δικό του «καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση».



[…]

Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό

ή για του Βουδισμού το δόγμα

μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό

λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία

ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου

που τη ζωή του δε λογάριασε

μα αιώνες τώρα

το κακό εξόρκιζε

για τον Άνθρωπο

που τον συνάνθρωπό του

ως κόρη οφθαλμού

μέλει να προσέχει.



[…]

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης

μοναχική και παλλόμενη λεπίδα

προσδίδει στο λυκόφως

ανθρώπινη μεγαλειότητα.



Επιλεγμένα τα παραπάνω αποσπάσματα δείχνουν ότι στα αποκαΐδια ψάχνοντας βρίσκεις μια ποίηση που ακόμα διασώζει το ήθος της. Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι πολιτική ποίηση, όπως άλλωστε κάθε τι που μετουσιώνει τον ιδιώτη σε πολίτη, είναι βαθύτατα ανθρώπινη, όπως κάθε τι που αγωνιά σε μια κοινωνία φθίνουσα, τέλος είναι ποίηση με ήθος προσωπικό, όχι με την κοινά αποδεκτή (φθαρμένη πλέον) έννοια αλλά με την ουσιαστική. Δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει ανοήτως, δεν επαναπαύεται σε ευκολίες του λόγου. Μιλά, κραυγάζει αυτό που αποθηκεύει από τον πάσχοντα εν γένει πολιτισμό μας. Και μετά σιωπά. Γιατί έτσι οφείλει να κάνει. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.  



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/apokaidia-ithikis/)