Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Οι Λύκοι Επιστρέφουν διηγήματα της «Γενιάς των Ερειπίων» μετάφραση: Φοίβος Ι. Πιομπίνος εκδόσεις Gutenberg σειρά Aldina η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/oi-lykoi-epistrefoun/


Οι Λύκοι Επιστρέφουν
διηγήματα της
«Γενιάς των Ερειπίων»
μετάφραση: Φοίβος Ι. Πιομπίνος
εκδόσεις Gutenberg σειρά  Aldina
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/oi-lykoi-epistrefoun/




Η έννοια της συλλογικής ενοχής και ευθύνης δεν είναι καθόλου απλή, ακριβώς γιατί μια κοινωνία πολυδιάστατη και πολύμορφη στις οικονομικές και κατ’ επέκταση στις κοινωνικές, τις πολιτικές και πολιτισμικές της διαφοροποιήσεις και ανακατατάξεις μόνον ως ένα συλλήβδην αριθμητικό σύνολο δεν μπορεί να νοηθεί. Υπάρχει, φυσικά, και ο αντίλογος. Τον έχει διατυπώσει με τον καλύτερο τρόπο ο Jean Améry (Hans Maier) μιλώντας για την κοινή ενοχή των Γερμανών:

[…] δικαιούμαι να πω ότι στη δική μου συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. […] Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του.



(Jean Améry, «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση», Άγρα, σε μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη)





Έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία άραγε το γεγονός ότι εν προκειμένω (και με αφορμή την έκδοση του Gutenberg) εστιάζουμε στη λογοτεχνία; Διαφοροποιείται η συνείδηση του λογοτέχνη από τη λίγο ως πολύ (σε ένα συγκερασμό των δύο απόψεων) κοινή θεώρηση του γερμανικού λαού ως προς τη φύση των πραγμάτων στα χρόνια της ανόδου και της επικράτησης του Ναζισμού; Αν εξαιρέσουμε φυσικά τους ομοϊδεάτες ενός καθεστώτος που διέσπειρε τον παραλογισμό μιας αστήρικτης «ιδεολογίας», θα ήταν αναμενόμενο να συναντήσουμε στους κύκλους της γραφής ανατρεπτικά πνεύματα· άλλωστε είθισται η λογοτεχνία (η τέχνη γενικότερα) να συλλαμβάνει ακόμη και τα αχνά μηνύματα και να σηκώνει ανάχωμα με το έργο της απέναντι στην επικράτηση των ολοκληρωτισμών. Για ανάλογες πράξεις δέχεται διωγμούς, συχνά ανηλεείς.

Στη συλλογή «Οι Λύκοι επιστρέφουν» βρίσκουμε είκοσι εννέα διηγήματα από είκοσι γερμανόφωνους συγγραφείς, που ηλικιακά αλλά και θεματικά συγκαταλέγονται ως γενιά στη «Λογοτεχνία των Ερειπίων». Σύντομη στη χρονική της διάρκεια η γενιά αυτή (μόλις μια δεκαετία) δηλώνει ταυτόχρονα και μια ήττα. Αρέσει στους θεωρητικούς της λογοτεχνίας αυτός ο όρος, ακόμη και όταν οι συμπεριλαμβανόμενοι στην κατηγορία αυτή (τουλάχιστον στην ελληνική ανάλογη περίπτωση) αρνούνται το περιεχόμενο της έννοιας. Μιλώντας, ωστόσο, για τους λογοτέχνες αυτών των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων όχι μόνον η έννοια της ήττας έχει εύλογο περιεχόμενο αλλά και αυτή της διάψευσης, ακόμη και αυτή της χαμένης γενιάς, με την έννοια ότι στα γόνιμα χρόνια τους είχαν αποκλειστεί από την ελεύθερη διατύπωση της γνώμης τους οι συγγραφείς αυτοί. Αναμενόμενο, λοιπόν, να εντοπίζεται στη γραφή τους η χαμηλόφωνη θλίψη, η απογοήτευση, μια όψιμη στηλίτευση της φασιστικής ιδεολογίας, μια υπόκωφη ενοχική συνείδηση στους ήρωές τους που απηχεί εν πολλοίς τον εκάστοτε γράφοντα. Στους πλέον ικανούς αλλά και τολμηρούς στην αντιμετώπιση της τραγικής πραγματικότητας βρίσκουμε τα σύμβολα, πάντοτε αποτελεσματικά να προσφέρουν τα πολυδύναμα σημαινόμενά τους  στους προσεκτικούς αναγνώστες.

Οι είκοσι λογοτέχνες που ανθολογούνται είναι:

Άιχινγκερ Ίλζε (Aichinger Ilse), Γκες Άλμπρεχτ (Goes Albrecht), Ζέγκερς Άννα (Seghers Anna), Κάσνιτς Μαρί Λουίζε (Kaschnitz Marie Luise), Κλούγκε Αλεξάντερ (Kluge Alexander), Λάνγκεσερ Ελίζαμπετ (Langgässer Elisabeth), Μίλερ Χάινερ (Müller Heiner), Μίλμπεργκερ Γιόζεφ (Mühlberger Josef), Μπάουερ Βάλτερ (Bauer Walter), Μπάχμαν Ίνγκεμποργκ (Bachmann Ingeborg), Μπέκερ Ρόλφ (Becker Rolf), Μπελ Χάινριχ (Böll Heinrich), Μπέντερ Χανς (Bender Hans), Μπέχερ Ούλριχ (Becher Ulrich), Μπόρχερτ Βόλφγκανγκ (Borchert Wolfgang), Μπρεχτ Μπέρτολτ (Brecht Bertolt), Ροζίνσκι Πέτερ (Rosinski Peter), Σνούρε Βόλφντιτριχ (Schnurre Wolfdietrich), Φρις Μαξ (Frisch Max), Χέρμλιν Στέφαν (Hermlin Stephan).

Η επιλογή όλων είναι το διήγημα, συνήθως πολύ μικρό· σε λίγα η έκταση μεγαλύτερη. Γιατί το διήγημα; Είναι η πλέον πρόσφορη φόρμα, ο λιγόλογος μα εύστοχος προσδιορισμός του θέματος, η λιτή χρήση της γλώσσας, τα ελάχιστα πρόσωπα, η δράση εντοπισμένη σε χρόνο και τόπο, η απουσία των παλινδρομήσεων, η ευθύτητα του στόχου. Η χρονική γειτνίαση με τα τραγικά γεγονότα διευκολύνει μια επιμέρους ματιά σ’ αυτά· το διήγημα απομονώνει τη σκηνή, το γεγονός, αδυνατεί να μιλήσει για το όλον, το οποίο ακόμη για τους γράφοντες δεν είναι ορατό, καθώς βρίσκονται μέσα στη δίνη του ή έστω στα απόνερα που αυτό δημιούργησε. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για τη μεγάλη αφήγηση, που θα απαιτούσε τη γνώση του όλου, την επίγνωση των επιπτώσεων σε μακρότερο χρόνο. Η σοφή επιλογή ήταν το διήγημα – αν εξαιρέσουμε φυσικά την ποίηση ως αποτελεσματικότερη.

Ο W.G. Sebald επισημαίνει μιλώντας για τη μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία:

Είναι συγκλονιστικό να διαπιστώνεις εκ των υστέρων την ανεπάρκεια που διακρίνει την αισθητική και την ηθική της γερμανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας ως τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα. Το διττό έλλειμμα των κειμένων εκείνης της εποχής, απ’ όπου απουσιάζει κάθε προσπάθεια να αρθρωθεί ένας νέος λόγος και να τεθούν τα κατάλληλα ερωτήματα σε ό,τι αφορά το παρελθόν […]



(από το Επίμετρο του βιβλίου του Jean Améry: «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση», Άγρα, σε μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη)



Ο ίδιος μάλιστα εκφράζεται απαξιωτικά για την «Ομάδα 47», στην οποία ανήκουν κάποιοι από τους συγγραφείς της παρούσας συλλογής, θεωρώντας ελλειμματική τη συνείδηση, επιφανειακή και ίσως υποκριτική τη στάση των μελών της να προχωρήσουν στην εξάλειψη των ναζιστικών στοιχείων από τη λογοτεχνία και από τη ζωή τους. Μεγάλο το θέμα σε κάθε περίπτωση.  Το βέβαιο είναι πως διαβάζοντας τη συλλογή με τον ευρηματικό τίτλο (πρόκειται για τον τίτλο του διηγήματος του Hans Bender) «Οι λύκοι επιστρέφουν» προσεγγίζεις ίσως περισσότερο και από την αισθητική αξία της γραφής (αλλού μεγαλύτερη αλλού μικρότερη) την τραγικότητα ως βίωμα του εκάστοτε γράφοντος. Και νομίζω πως πρέπει το βίωμα αυτό να το θεωρήσουμε ειλικρινές. Η αίσθηση της τραγικότητας, έντονη και διαρκής, συμβαδίζει με τις λιτές γραφές, τις ιστορίες που συχνά μοιάζουν ατελείωτες, σαν να πρέπει ο αναγνώστης να δώσει το τέλος ή το επιμύθιο (αν φυσικά αυτό το δεύτερο το χρειάζεται) ή σαν να μη θέλει ο συγγραφέας να αφηγηθεί τίποτε άλλο. Αυτό δεν ομαδοποιεί σε καμία περίπτωση τις ιστορίες της συλλογης, που ποικίλουν ως ύφος και ως αφηγηματικές τεχνικές· περισσότερο τους προσδίδει, θα έλεγα, μια υπόκωφη αγωνία να μιλήσουν, να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Αυτό άλλωστε δεν συμβαίνει μόνο στην πεζογραφία αλλά και στην ποίηση. Στα 1962 ο Heinz Piontek θα γράψει:

Και σύντομα θα ξεμπερδέψουμε με το δικό τους αίμα…



(απόσπασμα από το  ποίημα του Heinz Piontek «Αυτοί που προσέχουν»,

μετ. Διώνη Δημητριάδου)



Τα αναπάντητα εσωτερικά τους ερωτήματα προβάλλουν αναπόφευκτα και οι συγγραφείς της συλλογής. Στο διήγημα «Ο θάνατος του στρατιώτη Νικήτα» του Peter Rosinski το θέμα δεν είναι πλέον η ζωή αλλά ο θάνατος. Αν δεν μπορείς να σώσεις τη ζωή σου, τουλάχιστον ας περισώσεις τον θάνατό σου, μοιάζει να λέει ο ήρωας. Στο «Οι λύκοι επιστρέφουν» του Hans Bender βλέπουμε μια ειρήνη που συμβαδίζει με τον φόβο από τους λύκους που επελαύνουν. Στα «Γαβγίσματα» της Ingeborg Bachmann (ένα από τα πληρέστερα της συλλογής) οι δύο όψεις -αληθινή και ψεύτικη- της ζωής καλύπτεται από τα μυστηριώδη γαβγίσματα που μόνον επιλεκτικά μπορεί κάποιος να τα ακούσει.

Κατόπιν τα σκυλιά γάβγισαν πιο σιγανά, και η γριά σκέφτηκε ότι κάποιος θα τ’ απομάκρυνε τα σκυλιά ή θα χάρισε μερικά, γιατί δεν ακουγόταν πια το δυνατό και συχνό κι επίμονο αλλοτινό γάβγισμα. Όσο πιο σιγανά γάβγιζαν τα σκυλιά, τόσο πιο άκαμπτη γινόταν η γριά, περίμενε μόνο την επανάληψη των δυνατότερων γαβγισμάτων, έπρεπε να μάθει κανείς να περιμένει, κι εκείνη ήξερε να περιμένει. Ξαφνικά δεν επρόκειτο πια τελικά για ένα τελικό γάβγισμα, μολονότι αυτό αναμφίβολα προερχόταν από τα σκυλιά της γειτονιάς, ούτε και για ένα ομαδικό γρύλισμα, παρά μονάχα, πότε πότε, για το μεγάλο, άγριο και θριαμβευτικό ουρλιαχτό ενός μοναδικού σκύλου, κι έπειτα ένα θρηνητικό αλύχτισμα και πίσω πίσω το γάβγισμα όλων των άλλων που αλάργευε. 



Η εξαιρετική Anna Seghers με δύο διηγήματα («Οι καλαμιές» και «Το καταφύγι») με κινηματογραφική ματιά στο πρώτο και με υποδειγματική συντομία στο δεύτερο θα αφηγηθεί δύο συγκινητικές ιστορίες, απ’ αυτές που φτιάχνει ο πόλεμος, με τη λιτότητα της έκφρασης που γνωρίζουμε ήδη από τα πιο γνωστά της έργα.



Στο δρόμο της επιστροφής, η Μενιέ αναλογίστηκε γι’ άλλη μία φορά τον κίνδυνο στον οποίο είχε εμπλέξει και τον εαυτό της και τους δικούς της. Όσο κι αν αναλογιζόταν τα πράγματα, που τα είχε κάνει δίχως ωστόσο να το πολυσκεφτεί, αυθόρμητα, η ίδια η διαδρομή της επιστροφής της επαλήθευσε τις αποφάσεις που είχε πάρει: οι ουρές έξω από τ’ ανοιχτά καταστήματα, τα κατεβασμένα ρολά όσων ήταν κλειστά,  τα κορναρίσματα των γερμανικών αυτοκινήτων που περνούσαν σαν βολίδες στις λεωφόρους και οι αγκυλωτοί σταυροί πάνω από τις πύλες. Έτσι, άμα μπήκε στην κουζίνα της, χάιδεψε το κεφάλι του αγοριού σαν να το καλωσόριζε για δεύτερη φορά.

(Το καταφύγι)

Το διήγημα του Bertolt Brecht «Οι δύο γιοι» και αυτό του Heinrich Böll «Το λυπητερό μου πρόσωπο»  ξεχωρίζουν για τη γνώριμη γραφή των σπουδαίων συγγραφέων. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ εδώ το διήγημα του Böll (σε διαφορετική μετάφραση και με τίτλο «Το λυπημένο μου πρόσωπο») ανθολογημένο στο βιβλίο της Λογοτεχνίας της τελευταίας τάξης του Λυκείου (στο τμήμα του βιβλίου με έργα από τη μεταφρασμένη λογοτεχνία). Με τον καλύτερο τρόπο μέσα από αυτό το διήγημα δινόταν η εικόνα, ξεκαθάριζαν οι μέθοδοι, αναδυόταν ο παραλογισμός, η τραγικότητα του ολοκληρωτισμού· καλύτερα και από το πιο πλούσιο σε τεκμήρια μάθημα ιστορίας. Αυτή είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, όταν γράφεται από ικανούς γραφιάδες.

Το κάθε ένα από τα διηγήματα απηχεί την τέχνη του συγγραφέα του, τον τρόπο (συνήθως εξπρεσιονιστικό) που αυτός επιλέγει για να δώσει τη συμμετοχή του στην εικόνα της μεταπολεμικής Γερμανίας, να δείξει πώς νιώθει και τι αποφασίζει να πει ο λογοτέχνης από όσα μέσα του καλά κρατούν· είτε για να αποσείσει από πάνω του το (άφευκτο ίσως) μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί είτε για να δείξει πως μπορεί να μιλά για την τραγική αυτή εποχή με την τέχνη του λόγου – συχνά παντοδύναμου. Με αυτή τη δύναμη του λόγου η «σύναξη» των εκπροσώπων της «γενιάς των ερειπίων» αποβαίνει πολύτιμη εμπειρία για τον αναγνώστη· μια ευκαιρία επανεκτίμησης της γερμανικής λογοτεχνίας σε  μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες στιγμές της, ακριβώς για τον μεταιχμιακό της χαρακτήρα· το τέλος μιας εποχής και η αυγή  μιας άλλης – όποια κι αν ήταν η προηγούμενη και όποια κι αν κατέληξε να είναι η επόμενη.



            Ο μεταφραστής Φοίβος Ι. Πιομπίνος, με τον τρόπο που πάντοτε προσεγγίζει τα προς μετάφραση έργα (προσεκτική μετάφραση και όχι απόδοση, πολυετής συχνά μελέτη και έρευνα ακόμη και της παραμικρής λέξης) έχει εδώ, εκτός από το έξοχο σε ζωντανή ελληνική γλώσσα κείμενο, και μια κατατοπιστική εισαγωγή, βιβλιογραφικές σημειώσεις για το κάθε διήγημα και βιογραφικά σημειώματα για όλους τους συγγραφείς. Άλλο ένα προσεγμένο βιβλίο με την αναγνωρίσιμη πλέον αισθητική της σειράς Aldina (η έμπνευση ανήκει στον εκλιπόντα Δημήτρη Αρμάο) των εκδόσεων Gutenberg. Τελειώνοντας δεν μπορώ να μην κάνω μνεία της εικόνας του εξωφύλλου· μια από τις καλύτερες επιλογές το έργο «Το Κουκλοθέατρο» (λεπτομέρεια) του Χριστόφορου Κατσαδιώτη. Έξοχος συνειρμός μέσα από μια τραγική εικόνα που συναντά μια ακόμα πιο τραγική εποχή.



Διώνη Δημητριάδου