Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

"αυτό" της Inger Christensen μετάφραση – επίμετρο: Σωτήρης Σουλιώτης εκδόσεις Σαιξπηρικόν η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/christensen-inger-saixpirikon-auto-dimitriadou


"αυτό"
της Inger Christensen
μετάφραση – επίμετρο: Σωτήρης Σουλιώτης
εκδόσεις Σαιξπηρικόν
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/christensen-inger-saixpirikon-auto-dimitriadou




το ποίημα και μια δυναμική ερμηνεία του κόσμου

Είναι μεγάλη η συζήτηση γύρω από τον καθορισμό του ρόλου της ποίησης, κυρίως ως προς τη σκοπιμότητα που ενδεχομένως εμπεριέχει, την αποτελεσματικότητά της μέσα στο κοινωνικό σώμα/αποδέκτη, την έμμεσα εισηγητική της παρέμβαση στις εξελίξεις (πολιτικές κυρίως), την ικανότητά της να αποτελέσει ένα τρόπον τινά μανιφέστο, πολύτιμο «εγχειρίδιο», που με την πύκνωση του λόγου να μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός εξελίξεων και δυναμικών αλλαγών. Αλλά -από την άλλη πλευρά- εγείρεται η αποστομωτική ίσως θεωρία, που αρκείται ευφυώς στον αισθητικό χαρακτήρα της ποίησης αλλά και της τέχνης γενικότερα, που έχει από μόνη της, πέρα από την οποιαδήποτε σκοπιμότητα, τη δυναμική να διεγείρει συνειδήσεις ωθώντας σε νέες μορφές δημιουργίας μέσω της ενσυναίσθησης. Όταν γράφει η Christensen τις παρακάτω επαναλαμβανόμενες προτάσεις που καταλήγουν στην αποκαλυπτική τελευταία, αρχίζεις να σκέπτεσαι την εγγενή δυνατότητα ενός ποιήματος να μεταλλάξει τη ματαιότητα της δράσης σε αποτελεσματικότητα του ονείρου. Και τότε αρχίζουν όλα:

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω

Ο Σίσυφος τραγουδά:

Μια πέτρα πετάει πάνω απ’ τα βουνά





Η Δομή

Το ποιητικό βιβλίο-ποταμός αυτό της Inger Christensen,  είναι ένα ποίημα 250 σελίδων, που όμως μπορεί να διαβαστεί σαν ένα ποίημα της μιας ανάσας. Κι αν κάποιος μπορεί να σκεφθεί άλλα ανάλογα σχοινοτενή, όμως  χαώδη έργα, τον προλαβαίνω για να πω ότι το συγκεκριμένο ακολουθεί μια άψογη δομή, η οποία όχι μόνο  το συγκρατεί για να μην αποβεί χαοτικά ατελέσφορο αλλά ίσα ίσα διευκολύνει την αναγνωστική του προσπέλαση, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον οξύμωρο, μια αυστηρή δομή για ένα έργο από τα πλέον υπερβατικά των καθιερωμένων σχημάτων. Χωρισμένο σε τρία μέρη:

Πρόλογο

Λόγο και

Επίλογο



με το ουσιαστικό μέρος, τον Λόγο, να έχει τη μεγαλύτερη έκταση και να χωρίζεται σε τρία επίσης μέρη:
    Σκηνή
    Κείμενο
   Δράση



με το κάθε ένα απ’ αυτά να υποδιαιρείται σε οκτώ μέρη:

Συμμετρίες

Μεταβατικότητες

Συνέχειες

Συνεκτικότητες

Μεταβλητότητες

Επεκτάσεις

Ακεραιότητες

Καθολικότητες.



Οι σοφά επιλεγμένες αυτές ονομασίες (με το σχήμα 3, 3, 8 να στερεώνει μια αυστηρά τηρούμενη δομή) καθοδηγούν την ανάγνωση επιστρατεύοντας τη λογική σύνδεση των εννοιών. Το σκηνικό πρώτα, απαραίτητο για να βρει τον χώρο να δράσει το υποκείμενο  στη βάση ενός κειμένου. Οι έννοιες προχωρούν από την αρχική συμμετρία και  ως να φθάσουν στην ποθητή καθολικότητα θα διέλθουν από τις ανακατατάξεις μιας συνοχής και μιας μεταβλητότητας. Θα σπάσουν στα κομμάτια τους, θα διαφοροποιηθούν, θα δεχθούν προσμείξεις, θα ανασυνταχθούν, θα συμπεριλάβουν τα αντίθετα τους. Και όλα αυτά και στα τρία μέρη, σκηνή, κείμενο, δράση. Η πορεία του κόσμου. Η πλήρης εικόνα.



Το Θέμα



Μέσα σε μια τόσο μικρή λέξη, «αυτό», μπορεί να χωρέσει ο κόσμος; Ναι, αν τον δούμε ως αρχικό στοιχείο, απειροελάχιστο μόριο που εμπεριέχει τον σκοπό του – κατά την αριστοτελική θεωρία της Εντελέχειας, τη μετάβαση/εξέλιξη από το δυνάμει ον στο ἐνεργείᾳ ον και την εκπλήρωση του σκοπού που αυτό από την αρχή εμπεριείχε. Ο ποιητικός Πρόλογος της Christensen ξεκινά πάνω σ’ αυτή την αρχή, με τις λέξεις σταδιακά να πολλαπλασιάζονται δίνοντας έτσι και την εικόνα της δημιουργίας από το ελάχιστο στο διαρκώς διαμορφούμενο και επεκτεινόμενο:

Αυτό. Αυτό ήταν. Έτσι άρχισε. Αυτό είναι. Συνεχίζει. Κινείται. Πιο πέρα. Γίνεται. Γίνεται αυτό, αυτό κι αυτό. Πάει πιο πέρα απ’ αυτό. Γίνεται άλλο. Γίνεται πιο πολύ. Συνδυάζει το άλλο με το παραπάνω και συνεχίζει να γίνεται άλλο και παραπάνω. Πάει πιο πέρα απ’ αυτό. Γίνεται κάτι άλλο από το άλλο και παραπάνω. Γίνεται κάτι. Κάτι καινούργιο. Κάτι όλο και πιο καινούργιο.



Σ’ αυτόν τον έξοχο Πρόλογο θα δώσει όχι μόνον την αρχή της δημιουργίας αλλά και τα στοιχεία εκείνα που θα καθορίσουν στη συνέχεια την πορεία προς την πιθανή καταστροφή – εγγενή και αυτά τα στοιχεία σ’ έναν κόσμο που δρομολογήθηκε από την αρχή για μια αναπόφευκτη αυτοματαίωση. Για παράδειγμα, από εκεί ξεκινά η ψευδαίσθηση της ελευθερίας μέσα σ’ έναν κόσμο που για να στερεωθεί χρειάστηκε να ορίσει συμφωνίες και συμβάσεις δεσμευτικές:

Σκηνοθετούν, γιατί σκηνοθετούν μια ελευθερία, γιατί εξαναγκάζονται να επιθυμούν να πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι και γιατί αυτοί, όταν πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι, ξεχνούν τι είναι ελευθερία και ξεχνούν το δικό τους, τυχαίο θάνατο.

Σκηνοθετούν γιατί σκηνοθετούν μια τάξη. Γιατί κρατούν τη ζωή σε τάξη, πιστεύουν ότι κρατούν τη ζωή σε τάξη.



Καθώς το έργο προχωρεί στον Λόγο φαίνεται περισσότερο η πρόθεση της Christensen να συμπληρώσει την αρχική εικόνα εισχωρώντας στις επιμέρους πραγματικότητες του ενός κόσμου, όπως αυτός εξελίσσεται και δημιουργεί νέους ορίζοντες, νέα αποκτήματα, νέα προβλήματα, νέες ασυμβατότητες. Η αρχική μηδαμινή στις ανάγκες της κοινωνία μεγεθύνεται, οι άνθρωποι απομονώνονται, οι ψευδαισθήσεις κυριαρχούν. Μια ανατομία έχουμε εδώ της κοινωνικής συμβίωσης, της επιβαλλόμενης εξουσίας με τους μηχανισμούς της να φορούν το προσωπείο της λαϊκής συναίνεσης, τις εξεγέρσεις να καταπνίγονται, τις αφυπνισμένες συνειδήσεις να περιθωριοποιούνται, να στιγματίζονται. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στίχοι από το έργο της ποιήτριας γίναν σύνθημα αγώνων της επαναστατημένης νεολαίας, δείχνοντας ότι η ποίηση έχει τη δύναμη να μιλήσει με τον πιο προωθητικό λόγο, να εκφράσει τις πιο ριζοσπαστικές διεκδικήσεις. Ιδίως στα χέρια μιας ποιήτριας, οπαδού του μοντερνισμού, που αρνείται την αντικειμενικότητα της μιας και μοναδικής  αταλάντευτης ερμηνείας του κόσμου και ανοίγει τη σκέψη στη δημιουργική φαντασία. Τα σημεία που η ποιήτρια μιλά για το πώς χτίζεται η πολιτική εξουσία (σε όλα τα επίπεδα) παρακινούν σε συνειρμούς και σήμερα:

[…] όταν χτίσανε την πόλη ήταν άνοιξη και κανείς δεν

πρόσεξε τις σκιές

όταν χτίσανε τις σκιές ένοιωσαν σαν στο σπίτι τους

[…] η λειτουργία μας είναι να είμαστε ακατανόητοι

η λειτουργία μας είναι να είμαστε

η λειτουργία μας



Γραμμένο το «αυτό» στη δεκαετία του ’60 (εκδόθηκε το 1969) φέρει μέσα του το όραμα μιας κοινωνίας που θα ανατρέψει το κακοφορμισμένο σώμα της υπάρχουσας, εγκυμονεί το όνειρο, την ουτοπία (όπως τελικά αποδείχθηκε)· το ενδιαφέρον είναι πως τη δυνατότητα στο όνειρο τη θεωρεί η ποιήτρια ως άφευκτη πορεία του κόσμου προς το μέλλον:

Προσπάθησα να μιλήσω για  έναν κόσμο που δεν υπάρχει

Για να υπάρξει.



Αυτό θα μπορούσε να είναι το σύνθημα για κάθε επανάσταση, κυρίως γιατί η  Christensen δέχεται ως αναπόσπαστο κομμάτι της πορείας προς την αλλαγή του κόσμου αυτή την  ίδια την αλλαγή, καταργώντας κάθε πιθανό βόλεμα των πρωτοπόρων σαν βρεθούν στην εξουσία:


[…] πρέπει να φροντίζουμε να κατευθυνόμαστε συνειδητά και κατευθείαν προς το αδύνατο. Καθοδόν πρέπει φυσικά να κρατάμε την ισορροπία. Αλλά μόνο υπό τον όρο η ισορροπία να γίνεται ανασφαλής. Όλο και περισσότερο ανασφαλής.



Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Λόγος, το μεγαλύτερο κομμάτι της ποιητικής σύνθεσης, με τα τρία μέρη του και τις οκτώ υποδιαιρέσεις του καθενός απ’ αυτά, συνιστά μια πλήρη εικόνα του κόσμου όπως είναι και όπως θα μπορούσε να είναι. Η διαρκής κινητικότητα του ποιητικού υποκειμένου να παρατηρεί, να καταγράφει, να διακηρύσσει, να αποκαλύπτει, να παρακινεί σε αφύπνιση, να καταργεί την πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου χειρότερου κόσμου στη θέση του υπάρχοντος, αναδεικνύει το μακροσκελές αυτό ποίημα σε ένα εγχειρίδιο αυτογνωσίας, γνώσης του κόσμου και γνώσης των δυνατοτήτων μας και της θέσης μας σ’ αυτόν. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η σειρά του Επιλόγου, είσαι έτοιμος να δεχθείς την απλοποίηση πάλι των λέξεων· οι στίχοι μικραίνουν, οι λέξεις λιγοστεύουν. Έχει δοθεί το άπαν. Απομένει η δική σου εκτίμηση. Είσαι μπροστά σε ένα μορφοποιημένο σύμπαν (η αυστηρή οργάνωση του λόγου ήταν απαραίτητη για να δειχθεί σε όλο του το μέγεθος), το οποίο καταρρέει. Κυριαρχεί ο φόβος, παντοδύναμη συνθήκη που αποτρέπει από την όποια ενέργεια. Εξ αρχής εμπεριείχε ως σκοπό του το ατελές, το ανολοκλήρωτο;

Ο φόβος […] για έναν κόσμο που ποτέ δεν δημιουργείται

για έναν κόσμο που ποτέ δεν τελειοποιείται





Η Ποίηση



Είναι, λοιπόν, ο ποιητικός λόγος μια δύναμη προωθητική των εξελίξεων, ως ανάλυση των συνθηκών, ως επισήμανση των εγγενών προβλημάτων, ως πρόταση τελικά μιας ανατροπής; Μια απόλυτη απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, όχι μόνο γιατί τα ποιητικά μέσα είναι συχνά δύσκολα για μια απρόσκοπτη επικοινωνία, όσο γιατί από την ίδια την ποίηση (ακόμη και στα πλέον ριζοσπαστικά σε μορφή και θεματολογία ποιήματα όπως το συγκεκριμένο εδώ) εκφράζεται μια αμφισβήτηση ως προς τη δυνατότητα μετατροπής του κόσμου των σκοπιμοτήτων και των συμβάσεων σε κόσμο των φυσικών αξιών. Έρχεται πάλι στη σκέψη η εικόνα του Σίσυφου με την επαναλαμβανόμενη κίνηση προς τα πάνω, τη ματαιότητα επίτευξης του στόχου:

Μια πέτρα κυλά απ’ τα βουνά

Ο Σίσυφος τη σπρώχνει προς τα πάνω



Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να του απαγορεύσει να έχει την προσωπική του νίκη πάνω στη μάταιη αυτή κίνηση. Το Υποκείμενο αναλαμβάνει τη συνέχεια:

Ο Σίσυφος τραγουδά:

Μια πέτρα πετάει πάνω απ’ τα βουνά

Η Christensen έδωσε με το έργο της την εικόνα του συστήματος (καθόλου κοινότοπη η λέξη, καθώς δηλώνει τη συνέργεια των επιμέρους στοιχείων προκειμένου να σταθεί ακλόνητος ο δεδομένος κόσμος), έδειξε τους μηχανισμούς του, αποκάλυψε τη σαθρότητά του, έδωσε και το έναυσμα στη σκέψη να κινηθεί. Με τη γλώσσα που χρησιμοποίησε αναβάθμισε τη χρήση του κώδικα επικοινωνίας, δείχνοντας τη δυναμική που κρύβει μέσα της ακόμα και η ελάχιστη των λέξεων, όταν με αρχή μόνο τις δύο συλλαβές (μία στη Δανική γλώσσα) μπορείς ως έμπνευση αλλά και ως γραφή να πολλαπλασιάσεις τα λόγια, τις εικόνες, τις προοπτικές και τα όνειρα. Αυτή η γλώσσα υπαινικτικά πλούσια μέσα στον πυκνό ποιητικό λόγο πολλαπλασιάζει και τη δυναμική του έργου.

Αξίζει να σημειωθεί στα θετικά της έκδοσης και η απόδοση του έργου από τον μεταφραστή Σωτήρη Σουλιώτη σε ρέοντα λόγο, με ρυθμό και ένταση, καθώς και οι χρήσιμες πληροφορίες που δίνει ο ίδιος στο Επίμετρο. Φυσικά τα εύσημα να δοθούν και στις εκδόσεις Σαιξπηρικόν για την επιλογή ενός έργου μοναδικού στη δυναμική του, την ανάγνωση του οποίου είχαμε στερηθεί επί μακρόν.

Διώνη Δημητριάδου