Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Τρίτοι από της αληθείας της Αναστασίας Ν. Μαργέτη εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Φρέαρ (frear.gr) http://frear.gr/?p=18173


Τρίτοι από της αληθείας

της Αναστασίας Ν. Μαργέτη

εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Φρέαρ (frear.gr) http://frear.gr/?p=18173






η φιλοσοφική θεώρηση και η ποιητική πρόθεση

Πρόκειται για μια πλατωνική φιλοσοφική θεώρηση της ποίησης, αν κρίνουμε από τον τίτλο της συλλογής.  Έτσι, αν προηγούνται κατά την πλατωνική θεώρηση οι Ιδέες, εμείς μέσω των αισθήσεων συλλαμβάνουμε το είδωλό τους. Και τότε ο ποιητής, τρίτος στην κλίμακα της αληθινής πραγματικότητας, έρχεται να μιλήσει γι’ αυτό το απείκασμα και μόνον. Είναι, λοιπόν, ένας απλός διαμεσολαβητής ανάμεσα στα πράγματα, όπως αληθινά είναι, και στα πράγματα, που μόνον ως είδωλα γίνονται αισθητά;  Ή, για να το θέσουμε ορθότερα, δεν είναι καν διαμεσολαβητική η θέση του, αλλά απεικονίζει με τον λόγο του ως δεύτερη κατά σειρά απεικόνιση την ήδη πλασματική εικόνα; Κατά τον Πλάτωνα και τη θεωρία των Ιδεών, δεν μπορεί παρά να είναι εξόριστος από την ιδανική (και ιδεατή φυσικά) Πολιτεία και ο ποιητής και το έργο του.
Ωστόσο εδώ παράγεται ποιητικός λόγος και μάλιστα ενδιαφέρων και ιδιαίτερος, που αξίζει να τον προσεγγίσουμε. Διαβάζοντας τους επιμέρους τίτλους, κάτω από τους οποίους η Μαργέτη στεγάζει τα ποιήματά της χωρισμένα σε ενότητες, παρατηρώ ένα παιχνίδι λεκτικών εντυπώσεων να εδράζεται στις λέξεις που επιλέγει:

Δια - γνώσεως αίσθηση
Έργα τέχνης Ι Καλλιτεχνίας αίσθημα
Χρόνου και πόνου Συν - αίσθηση
Έργα τέχνης ΙΙ Θεωρίες Α – ν – επ - αίσθητες
Επιγνώσεως Δι- αίσθηση

 Και με δεδομένη την κυριολεκτική χρήση των προθέσεων στις λέξεις που χρησιμοποιεί, σκέφτομαι ότι μέσα σ’ αυτήν την πλατωνική θεώρηση έχει διεισδύσει η άλλη φιλοσοφική εκδοχή, αυτή του ευφυούς μαθητή του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη. Ο κόσμος των Αισθήσεων του εμπειριστή φιλοσόφου εισβάλλει ορμητικά στους στίχους και αναμετράται με τον κόσμο των Ιδεών. Ενδιαφέρουσα οπτική, ακόμη πιο ελκυστική στην ανάγνωση, καθόσον πρόκειται για ποίηση και όχι για φιλοσοφικό δοκίμιο.
Μας έχει προϊδεάσει, για το βαθύτερο πεδίο στο οποίο μας οδηγεί η ποιήτρια, στην εγκωμιαστική του εισαγωγή ο Καθηγητής Βασίλειος Α. Κύρκος παραπέμποντας στον Ηράκλειτο:
ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει
Πώς να βρεις τα πέρατα της ψυχής; Η φιλοσοφική οδός ας δεχθούμε ότι είναι μία από τις πολλές προτεινόμενες οδούς, με την ποίηση να διεκδικεί άλλη μία. Αλλά τα φιλοσοφικά ερωτήματα δεν έχουν τέλος, ενδεχομένως ούτε και η ποιητική θέαση του κόσμου. Άλλωστε στο ποίημα Πολυσημίες δίνεται το έναυσμα για τη σκέψη να συσχετίσει τις θεωρίες με το ζητούμενο, που είναι η βιωμένη ζωή, η εύρεση του αληθινού:

Η λέξη τέλος
σημαίνει
μαζί θάνατο και σκοπό.

Το πρώτο γνωστό
και βέβαιο
διαρκώς επιζητούμενο
το δεύτερο.

Βαδίζει ο νους
απ’ τα γνωστά
στα άγνωστα.

Τάχα μας περιπαίζει
η σημειολογία
ή μήπως
το μάτι δεν τολμά
ούτε της λέξης την ανάσταση;



Το ποιητικό υποκείμενο, παλεύει με το βάρος της φιλοσοφικής σκέψης, αφήνεται στον στοχασμό με το ελάχιστο των απαραίτητων λέξεων, υπακούοντας στην αρχή της λιτότητας του περιεκτικού λόγου. Άλλη μια σαφής θεώρηση, αριστοτελική και αυτή. Τα νοήματα δεν έχουν ανάγκη επιπρόσθετης ανάλυσης. Ο δρόμος ο εμπειρικός των αισθήσεων εναποθέτει μέσα τους το απαραίτητο προς κατανόηση φορτίο. Εκεί τελειώνει ο ρόλος της διατύπωσης. Από κει και πέρα όλοι οι δρόμοι ανοιχτοί για τον αναγνώστη προς ερμηνεία. Πρόκειται εδώ για μια ποίηση ήθους αναμφίβολα. Όπως δηλώνει η ποιήτρια στο ομώνυμο αυτοαναφορικό ποίημα:
             
              Πάλιωσε πάνω της του ρόλου το κοστούμι.
Τώρα το απεκδύεται στη σιγή[…]

Πολύτιμη σιγή, εξαιρετική ποίηση της εύγλωττης σιωπής. Το ήθος το ποιητικό ξεκάθαρο εδώ, και στην ειλικρινή εξομολόγηση αλλά και στην αποφόρτιση των στίχων από περιττά φορτώματα, ανούσια εντελώς. Άλλη μια συσχέτιση με τον φιλοσοφικό λόγο, που καταθέτει  το ελάχιστο δικό του προς σκέψη και ερμηνεία πιθανή. Όλοι οι δρόμοι ανοιχτοί, για μια ακόμη φορά.

Η ποίηση της Μαργέτη αφορμάται από τον διαχρονικό φιλοσοφικό στοχασμό, ωστόσο έρχεται αντιμέτωπη με απτά και σκληρά ερωτήματα της καθημερινής ζωής, όσο βέβαια μπορούν να αγγίζουν τον μόχθο του ανθρώπου οι φιλοσοφικές (αλλά και ποιητικές προθέσεις) και όσο μπορούν να μιλούν σε απλή γλώσσα για μεγέθη όπως αυτά του θανάτου και της αναπόφευκτης σωματικής φθαρτότητας:
[…]
Εν τω μεταξύ
σιωπηλά
παρατάσσονται
διαρκώς
κατά λεγεώνες
λευκές
οι λήκυθοι.

Στο παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα Αγγείων απόψεις βλέπουμε -καθόλου τυχαία- τη στιχουργική να υπακούει στον ρυθμό του τέλους με τις λέξεις μία μία να χτυπούν στο θυμικό μας σαν τον ήχο του θανάτου. Και στο άλλο ποίημα Στο τρίστρατο η κατάληξη κατευθύνει προς τη βασική έννοια κάθε φιλοσοφικής αλλά και ποιητικής θεώρησης, την έννοια του τραγικού:

[…]
Και ας γκρεμιστώ μονάχος μου
στα βάραθρα του τραγικού.

Ίσως η περισσότερο νοηματικά φορτισμένη λέξη στο παραπάνω απόσπασμα να είναι η λέξη μονάχος. Μέσα της εμπεριέχεται όλο το βάρος της ανθρώπινης ζωής, με τα πέρατα της ψυχής να είναι απρόσιτα κατά την ηρακλείτεια φράση, με τις ερμηνείες πολλές και απολύτως προσωπικές ως εκδοχές του αληθινού, με τον πλατωνικό κόσμο να ανοίγεται σε πολλές αμφισβητήσεις και με την αριστοτελική θέαση του κόσμου να αποδεικνύεται πιο προσιτή στις ανθρώπινες δυνάμεις. Η τραγικότητα σε κάθε εκδοχή παρούσα για τον άνθρωπο, που αναζητά τη μόνη υπαρκτή αλήθεια αλλά μόνο όψεις της συναντά.

Η καταγωγή του τίτλου της συλλογής πλατωνική, ωστόσο οι προμετωπίδες στα ποιήματα αριστοτελικές. Και να πλανάται η έννοια του τραγικού, η παντοδύναμη. Μέσα από τις εύστοχα επιλεγμένες λέξεις, μέσα από τον διαχωρισμό τους συχνά από τις προθέσεις τους καταδεικνύεται η ουσία των κωδίκων επικοινωνίας. Προσφέρεται η κάθε λέξη για μια δεύτερη κυριολεκτική ανάγνωση. Και έτσι φανερώνεται και η πρόθεση της ποιήτριας να μας οδηγήσει μέσα από τη φιλοσοφία και την ποίηση σε μια θεώρηση του κόσμου πολύ ευθύβολη άρα και ενδιαφέρουσα. Μπορεί ο ποιητής να έρχεται μόλις τρίτος στον δρόμο της αλήθειας, ωστόσο η δική του οπτική, όταν προσφέρεται με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, είναι μια πολύτιμη εκδοχή της φύσης των πραγμάτων. Συσχετίζοντας τους στίχους δύο ποιημάτων δομείται εδώ μια αναμφισβήτητη αλήθεια:

[…]
Με το τραγικό να αφουγκράζεται…

[…]
την βιοτήν περαίνουσα δίχως κάθαρσιν


Η κάθαρσις εδώ φυσικά αφορά όχι τον απλό (έστω και συμμετέχοντα) θεατή μιας τραγωδίας αλλά τον άνθρωπο απέναντι στη δική του τραγική ζωή. Η ποίηση της Μαργέτη είναι τελικά μια ποίηση δυνατή, μια ποίηση του τέλους, με την έννοια του εμπεριεχομένου σκοπού στην έννοια αυτή. Το εν δυνάμει εξελισσόμενο σε εν ενεργεία. Αυτό που μπορεί να συντελεσθεί αλλά και αυτό που νομοτελειακά συντελείται. Πρόκειται άρα για την ποθητή ολοκλήρωση;


Οι εικαστικές προμετωπίδες (σ’ αυτή την ιδιαίτερης αισθητικής έκδοση) στις ενότητες του βιβλίου, τα σχέδια της Λίτας Μαυρογένη, με τις φιγούρες εν κινήσει να δίνουν μόνον τις απαραίτητες γραμμές των σωμάτων τους, έρχονται να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα. Σαν να μην έφθασαν στο τελείωμά τους, σαν μια αίσθηση που μόλις προλάβαμε να πάρουμε απ’ αυτές. Μα και οι ιδέες και οι πολλαπλές όψεις του υπαρκτού μήπως έχουν ποτέ τη βολική  πολυτέλεια μιας ολοκλήρωσης; Οι ποιητές μπορεί να θεωρούνται εξόριστοι ως μη συμβατοί με την ιδεατή πλατωνική Πολιτεία, διαβιούν όμως μέσα στην πραγματική κοινωνία και με τον λόγο τους διεκδικούν την προσωπική τους εκδοχή της αλήθειας. Αναπόφευκτα και μια προσωπική ολοκλήρωση.




Διώνη Δημητριάδου
[η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Φρέαρ (frear.gr) http://frear.gr/?p=18173] 

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

μια ποιητική εναλλαγή προσώπων σχολιάζοντας τρία ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου από τη συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι»


μια ποιητική εναλλαγή προσώπων



σχολιάζοντας τρία ποιήματα

της Χρυσάνθης Ιακώβου

από τη συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι»

εκδόσεις βακχικόν






διαιρεμένοι εαυτοί



τεθλασμένοι εαυτοί

στα μισάνοιχτα παράθυρα,

διαιρεμένοι εαυτοί

στα τρία, στα εννιά, στα εικοσιπέντε,

ποιον να διαλέξεις,

ο αέρας που μπαίνει

και ο θόρυβος των αυτοκινήτων

τόσο επιτηδευμένος, τόσο φιλάρεσκος,

στα είκοσι, στα εικοσιεννιά, στα τριανταδύο,

τόσες ζωές,

ποια να διαλέξεις,

τόσες εκδοχές,

τόσες θολές

αντανακλώμενες

ακαθόριστες λύσεις.



Το πρόσωπο που επιλέγει εδώ το ποιητικό υποκείμενο είναι το δεύτερο ενικό, το εσύ, που αποτελεί μια άλλη όψη του εαυτού, μια μικρή υπεκφυγή και μια ελάχιστη συγκάλυψη του εγώ. Ίσως μόνον έτσι μπορεί να αναμετρηθεί με τις διαδρομές των χρόνων, αισθητοποιώντας ποιητικά μια αποστασιοποίηση. Με την πλήρη συνείδηση ωστόσο πως αυτές οι αντανακλώμενες ακαθόριστες λύσεις, όσο θολές κι αν φαίνονται, ρίχνουν το φως τους πάνω του. Πώς να ξεφύγεις από το φορτίο που μέσα σου φέρεις;




σκιές



στο σπίτι αυτό

δε μένει πια κανείς

και τα υπόκωφα βήματα

και οι ψίθυροι

και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα

και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά

δεν είναι παρά αναμνήσεις

δεν είναι παρά σκιές

δεν είναι παρά

αντανακλώμενες προβολές

μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.



Στο σπίτι αυτό το έρημο, μα στοιχειωμένο από ήχους γνώριμους παλαιούς, κυριαρχεί μια τριτοπρόσωπη αντανάκλαση από προβολές μιας θλιμμένης ευτυχίας. Το ποιητικό υποκείμενο προτίμησε εδώ να πάρει τη θέση του θεώμενου προσώπου σε μια μεγαλύτερη και σαφέστερη αποστασιοποίηση, η οποία όμως ξανά ρίχνει το φως της πάνω του σαν μια μνήμη οπτική και ηχητική, εσωτερική σε κάθε περίπτωση.




πόλεις σφραγιστές



και η πόλη μοναχή

με τα γκρίζα στενά της,

τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,

τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,

χαμένη στο ημίφως

που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,

υπάρχει και δεν υπάρχει

στον πελώριο χάρτη του κόσμου,

κι οι κάτοικοί της

υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,

αφουγκραστήκαμε κάποτε

τον αχό της ιστορίας,

ανυψωθήκαμε

ίσα με τις ταράτσες

τις σημαίες

τους λόφους

να φυσήξει και για εμάς

λίγος αέρας.



Το εμείς εδώ καταλληλότερο προκειμένου να ενταχθεί το εγώ και το εσύ αλλά κι εκείνο το απρόσωπο τάχα αυτό πιο ομαλά στο πλαίσιο μιας πόλης που φθίνει και σβήνει απειλώντας να παρασύρει μαζί της όλα τα πρόσωπα -πραγματικά και ποιητικά- στη φθορά. Εκείνα όμως, σε μια σύμπλευση απρόσμενη ανυψώνονται στο προσιτό ύψος που συναντώνται με λίγο αέρα. Μια νότα αισιοδοξίας, ίσως, σε μια ποίηση που λιτά και απλά δηλώνει την αναζήτηση του εαυτού μέσα από εικόνες  αυτοαναιρούμενες. Ψάχνει το στέρεο έδαφος, τον ίσιο δρόμο αλλά αυτός τρέμει καταργώντας την ευστάθεια και καθιστώντας την όποια ισορροπία επισφαλή. Μια ποίηση που ακροβατεί ανάμεσα στη ματαίωση και στην αναζήτηση. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.

 σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου
(οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι της ποιήτριας)

Η Χρυσάνθη Ιακώβου έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή Αχ - έρων από τις εκδόσεις Βακχικόν. Έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματά της σε συλλογικές εκδόσεις. Οι Τεθλασμένοι χρόνοι είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.

Μόνον έτσι ο έρωτας




Ήθελε πολύ να τους φωνάξει πως αυτή τον έρωτα τον γεύονταν σαν μια στιγμή που χάνεται αφήνοντας άγγιγμα στο κορμί και πιο βαθιά το σκίρτημα μιας πάσχουσας ενθύμησης. Δεν ήθελε υποσχέσεις, μακριά δεν έβλεπε ποτέ. Μονάχα τον απόηχο της στιγμής να κράταγε ήθελε. Μα μόλις πήγε να αρθρώσει τούτο το ελάχιστο, βροχή πέσανε πάνω της λόγια αντιγραμμένα, κομματιασμένες φράσεις και κενές από αιώνιες τάχα αγάπες, που πιθηκίζανε με πάλλουσα φωνή  χιλιάδες τιμητές. Πήρε τότε να ζωγραφίσει όλο αυτό, ίσως πιστεύοντας πως με το χρώμα θα καταλάβαιναν τι πάσχιζε να πει. Μα τίποτα δεν έβαφε κόκκινο το χαρτί. Λευκό θανάτου, ανύπαρκτες σκιές και άηχοι τριγμοί από παντού γεμίσαν το δωμάτιο. Έτσι, του άγευστου κενού νιώθοντας κοντά την απειλή, από το κόκκινο το φυλαγμένο μέσα της πήρε το σώμα της να ζωγραφίζει σκίζοντας με τη βία σάρκες και λυγμούς, κατάθεση αιμάσσουσα σε όλους τους μιμητές του έρωτα, ανούσιους κι ανέραστους που γράφουν στίχους τρυφερούς, αδύναμοι οι ίδιοι να νιώσουν στο κορμί ερωτικό παλμό.
Διώνη Δημητριάδου



(πίνακας: Burne Jones, Τα βάθη της θάλασσας. 1887. Μουσείο Τέχνης Fogg (Fogg Art Museum, Harvard University).

Διαβάζοντας τις δύο συλλογές διηγημάτων της Αρετής Πάνου




Διαβάζοντας τις δύο συλλογές διηγημάτων
της Αρετής Πάνου




Μια ενδιαφέρουσα παρουσία στην πεζογραφία είναι η Αρετή Πάνου. Με δύο ήδη συλλογές διηγημάτων, «Μήτρα με αγκάθια» (εκδόσεις Λαγουδέρα, 2010) και «Κωμικοτραγική» (εκδόσεις Carpe Librum, 2016) δείχνει να ξέρει τον τρόπο της λιτής και περιεκτικής αφήγησης, άλλοτε με σοβαρότητα και άλλοτε με ένα λεπτό χιούμορ να υπογραμμίζει τα τραγικά και τα κωμικά της ζωής. Οι ιστορίες της βγαίνουν μέσα από την παρατήρηση της ζωής, καθημερινές και αληθινές, με χαρακτήρες που εντυπώνονται στη μνήμη του αναγνώστη.
Στην πρώτη συλλογή, Μήτρα με αγκάθια, επικεντρώνει τον λόγο της στη μυστική αρχή της ζωής, τη μητρότητα, μέσα από ιστορίες που ξαφνιάζουν με την αμεσότητά τους άλλοτε μιλώντας κυριολεκτικά και άλλοτε έμμεσα δείχνοντας τον ομφάλιο λώρο που συνδέει με την ελάχιστη επιμονή για ζωή.

Γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Έξι ιστορίες ακανθώδους μητρότητας, με νήματα που μπλέκονται και περνάνε υπόγεια από τη μια στην άλλη, όπου ο χρόνος και ο χώρος συστρέφονται και οδηγούν σε αναπάντεχες συναντήσεις. Μοιάζουν με σκυταλοδρομία, καθώς η μια γυναίκα μετά την άλλη συνεχίζει την αναζήτηση, ψάχνοντας το παιδί που έφυγε, το παιδί που δεν έρχεται, τη μάνα της, την ευτυχία και τελικά τον ίδιο της τον εαυτό.
Γιατί, σαν τη μήτρα, η ζωή είναι στρογγυλή και ατόφια, μα μερικές φορές σχίζεται κι από μέσα ξεχύνεται πίσσα θανάτου. Και τότε γίνεται εφιάλτης από τον οποίο δεν μπορείς να ξυπνήσεις. Άλλοι βυθίζονται στο μάγμα της θλίψης που καίει κι εκμηδενίζει. Και άλλοι συλλέγουν με κόπο τα νήματα για να πλέξουν ένα νέο κουκούλι, τη μήτρα που θα στεγάσει το καινούριο τους είναι.

Εδώ ένα δείγμα γραφής:
Η ζωή αντιστοιχεί στον πόλεμο ή στην ειρήνη; Και ο θάνατος δεν είναι το πιο σταθερό στοιχείο της ζωής, αυτό που πάνω απ’ όλα τη χαρακτηρίζει; Και δεν είναι ειρήνη ο θάνατος, ακόμα κι όταν είναι προϊόν πολέμου; Και όχι μόνο γιατί ο αποθανών ησυχάζει από τα βάσανα και δεδικαίωται που λένε, και τα πάθη και τα μίση που τον κινούσαν στη ζωή, όπως οι σπάγκοι τις μαριονέτες το κουκλοθέατρο, ξαφνικά λασκάρουν και σπάνε και δεν έχουν λόγο ύπαρξης, αλλά και γιατί κι αυτοί που μένουν πίσω, για μια στιγμή σταματάνε και ρίχνουν μια φευγαλέα ματιά στο μαύρο πηγάδι, το άπατο, που χάσκει εκεί μπροστά τους, έτοιμο να τους ρουφήξει όπως ρουφάει ασταμάτητα δικούς, συγγενείς και συνοδοιπόρους και εχθρούς και άγνωστους κι αδιάφορους, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, χωρίς να χορταίνει ποτέ, και ξυπνάς μια μέρα και μετράς και ξαναμετράς και όλο τους περισσότερους τους βρίσκεις στην αντίπερα όχθη, και αναρωτιέσαι εσύ τι κάνεις εδώ, θα ’πρεπε να ’σαι από κει, κοντά τους, και παραδίνονται για λίγο οι ζωντανοί στον ίλιγγο και αμφιταλαντεύονται στο χείλος του πηγαδιού, πριν αποστρέψουν το βλέμμα και επιστρέψουν στον πόλεμο, στο δικό του ο καθένας. Μια στιγμή ειρήνης, υποχρεωτική εκεχειρία για τους εμπόλεμους.
(απόσπασμα από το διήγημα Η γριά και η θάλασσα, συλλογή διηγημάτων «Μήτρα με αγκάθια», εκδόσεις Λαγουδέρα)

Στο οπισθόφυλλο της δεύτερης συλλογής, την  Κωμικοτραγική, γράφει:
Ιστορίες που συμβαίνουν σ’ έναν τόπο, κάπου στην περιφέρεια, που απειλείται από καταστροφή. Στους ανθρώπους που ζουν και πεθαίνουν εκεί, σ’ αυτούς που έρχονται και μένουν ή περνούν και φεύγουν. Γιατί σ’ ένα μέρος, όσο μικρό κι απόκεντρο και να 'ναι, όλα υπάρχουν, ο δικός κι ο ξένος, το αστείο και το σοβαρό, το καλό και το κακό, η ζωή κι ο θάνατος. Στο χωριό όπως και στη χώρα. Όπως και στον καθένα.
... Ιστορίες ανθρώπων που τους βρίσκουν δυσκολίες, μερικοί θα τις έλεγαν καταστροφές, αλλά δεν το βάζουν κάτω.
... Ιστορίες προσωπικές και μύχιες και άλλες πιο συλλογικές, σαν χορικά που σχολιάζουν αυτά που συμβαίνουν σ' ένα χωριό, το Δραματικό, στην παραλία του, την Κομική και στην περιοχή ανάμεσά τους που κάποιοι φιλοπαίγμονες τη λένε Κωμικοτραγική.


Εδώ το ενδιαφέρον της εντοπίζεται σε έναν τόπο, που μεταφέρεται λογοτεχνικά και μυθοπλαστικά στα διηγήματά της, αφήνοντας να φανούν οι ιδιαιτερότητές του, και ας έχει πάρει άλλο όνομα, ευφυώς εμπνευσμένο ώστε να τονίζει τα χαρακτηριστικά του.

Η ίδια λέει για την «Κωμικοτραγική»:
Η «Κωμικοτραγική» μου  ξέρω δεν θα ταράξει τα λογοτεχνικά πράγματα στη χώρα, αλλά για μένα είναι σημαντική. Θα μου πείτε ποιος να νοιαστεί για τη λογοτεχνία, όταν ολόκληρη η χώρα παραπαίει και θαλασσοδέρνεται και ποιος να συγκινηθεί απ’ τη λογοτεχνία, όταν μας έχουν γίνει καθημερινές και οικείες οι εικόνες των βομβαρδισμένων πόλεων και των πνιγμένων παιδιών. Αλλά η ζωή συνεχίζεται και η λογοτεχνία είναι ένα κομμάτι αληθινής ζωής. Για να μην παρεξηγιόμαστε σπεύδω να δηλώσω ότι όλες οι ιστορίες της Κωμικοτραγικής είναι εντελώς φανταστικές. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα οφείλεται στην ελαττωματική φαντασία μου και μόνον. Αυτό όμως δεν τις κάνει λιγότερο αληθινές. Εξάλλου η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερη φαντασία από τον καθέναν από μας ξεχωριστά κι απ' όλους μας μαζί.

Εδώ ένα δείγμα γραφής:
Κάποτε ήμουν δέντρο. Είχα ρίζες Και κλαδιά. Στα φυλλώματά μου φώλιαζαν πουλιά. Έκοψαν το κορμί μου σε σανίδες και μαδέρια. Τα έψησαν στο φούρνο. Νόμιζα ότι δε θα μείνει τίποτα από μένα παρά στάχτες κι αποκαΐδια, όμως ήταν ένα καθαρτήριο ψήσιμο. Το έκαναν για να σκοτώσουν τα μαμούνια που έσκαβαν μέσα μου τα επίμονα λαγούμια τους. Να σκοτώσουν κάθε ίχνος ζωής. Απ’ τη ζωή και την υγρασία ποτίζεσαι, χαλάς, διαλύεσαι, τρυπάς, μουχλιάζεις, σαπίζεις και πεθαίνεις. Εγώ έπρεπε ν’ αντέξω. Έβγαλαν τα κομμάτια μου απ’ το φούρνο και τα κάρφωσαν σταυρωτά. Έγινα παγκάκι. Πάλι καλά. Άλλα αδέλφια μου έγιναν φέρετρα. Μετά από τόση περιποίηση, πλάνισμα και λουστράρισμα, περίμεναν μεγαλεία, ονειρεύονταν σαλόνια, σκρίνια και τραπεζαρίες. Δεν μπορούσαν αν φανταστούν. Τα ξερίζωσαν για να τα χώσουν πάλι στο χώμα, ολόκληρα. Εγώ έγινα παγκάκι. Ένα παγκάκι πλάι στη θάλασσα. Εδώ στην άκρη της παραλίας, δίπλα στο λευκό εκκλησάκι, κάτω από τούτο το παράξενο δέντρο που οι ρίζες του ρουφάνε αρμυρό νερό και τα πουλιά δεν το πλησιάζουν. Πάλι καλά. Τουλάχιστον δε μου απολείπει η μουσική. Τότε είχα τα πουλιά, τώρα έχω τα κύματα.
Περνάω την ώρα μου ζυγίζοντας ανθρώπους, τους ανθρώπους που κάθονται πάνω μου.
(απόσπασμα από το διήγημα Το παγκάκι, συλλογή διηγημάτων «Κωμικοτραγική», εκδόσεις Carpe Librum)


Η Αρετή Πάνου γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στο Γραμματικό. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε πολλά χρόνια στη Διεύθυνση Πληροφορικής της Αγροτικής Τράπεζας, που δεν υπάρχει πια.  Από τη φύση της αναγνώστης, πέρασε στο γράψιμο από αγάπη. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων: «Μήτρα με αγκάθια» (εκδόσεις Λαγουδέρα, 2010) και «Κωμικοτραγική» (εκδόσεις Carpe Librum).  




Σάββατο 3 Ιουνίου 2017


Τρία ποιήματα
της Γιώτας Τριανταφυλλοπούλου - Κόμη
και πέντε πίνακες με θέμα Γυναίκες στο παράθυρο



Γυναίκες μιας μέσης ηλικίας



Πασχίζουν να μείνουν κορίτσια

μέσα στο χειμώνα

γιατί τις κούρσεψαν οι μέριμνες

και οι προσπάθειες της συνέπειας.

Λαχανιάζουν από τα σύγχρονα βήματα

του άνευρου έρωτα

που θέλει γιατρικά.

Οργανικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις

μιας οδυνηρής κλιμακτηρίου

με τις τύψεις από τις εκδοχές.

Αποτραβηγμένες από το παράθυρο

που κεντούσαν το μέλλον

και διάβαζαν ελπίδες,

ρυθμίζουν τον εσωτερικό κλιματισμό τους:

Φιλτράρουν πάθη

θρηνώντας τη χαμένη απαιτητικότητα

και υπερασπίζουν τη νοστιμιά των νόστων τους.

Μάχιμοι ακόμα στρατιώτες

-κι ίσως με κυρτωμένη ράχη-

αναπνέουν αεράκια ποίησης

σφιχταγκαλιά

με το δραματικό ρεαλισμό τους.





Θερμή χειραψία



Συγχρωτισμός

σ’ απόκρημνα τοπία

επωάζονται φιλιά

σε στόμα απύλωτο,

εσύ δόκιμος σε σπουδή

άμεμπτης αταξίας

σε τυφώνα ζαλιστικό.

Με παρασέρνει,

-ωδή σε αστερόεντα ουρανό,

επόπτη του ίμερου-

-δε θα ξεφύγω

του φεγγαριού το ένοχο βλέμμα

που εκπέμπει sos

σαν βλέπει το λαμπάδιασμα

σε μια χειραψία

μορφής πρωτεϊκής,

σε καλπασμό αποκάλυψης


   μιας αιώνιας γιορτής σου.


Ποτίζεσαι παραλήρημα

πυρολατρικής τελετουργίας

και με φίνο ρυθμό

δραπετεύεις από την τύρβη.






Αυτοβιογραφία




Πέτρινη

λαξευτή κρήνη

καρφωμένη σε ρίζα του βουνού

και στα μάτια μου,

(πολλά λουλούδια γύρω της),

τραγουδούσε με πλατάνια

πάνω από τα υπόγεια νερά της

στη γριά μαμή κάτω απ’ τη λάμπα

πού πάσχιζε

να μου δείξει τον ήλιο.

Σε χειμωνιάτικη βρυσομάνα

με ορμητικό κρουνό,

(τον έφτιαξε πρώτα ο πατέρας μου),

χρωστάει αγρυπνίες αμέτρητες

η παιδική μου κούνια.

Απ’ το καλοκαιρινό της κελάρυσμα

έκλεψα μνήμη:

Λουκούμι

ξεπλενόταν απ’ την άχνη του

και σκυμμένο κεφάλι

που έπινε χούφτες το νάμα της .

Πυρπολούσε ολόδροση

χωρίς ανάπαυλα

στάμνες και ξυλοβάρελα σε ώμους.

-Ξένη, Αργυρώ, Ευσταθία,

ακούστε την υγρή μου πρόσκληση

για μετακένωση ζωής

σε διψασμένα στόματα.

-Αγγελική, Δήμητρα, Ελένη,

σε λίγο, να με ζεστάνετε

να γίνω αλισίβα

κι εγώ θα σας λάμψω

το σαπούνι που φτιάξατε

σε απλωμένα ασπρόρουχα.




Πριονίζει συνέχεια τη μνήμη μου

η φωτογραφία της:

Πήλινες στάμνες στην αράδα

συναγμένο κουβεντολόι

σε χαλί υδάτινο,

βρύα λουσμένα με πράσινο:

Εξαίσιο μαρτύριο-

μουσικοί μου κραδασμοί

και τραντάγματα

σε αποφράδες μέρες.

Αιφνίδιος ή τακτός κατάπλους

της νοσταλγίας μου

σ’ αρχέγονο νανούρισμα

μέσα στο λιμάνι της.



Γιώτα Τριανταφυλλοπούλου - Κόμη



(οι πίνακες με θέμα Γυναίκες στο παράθυρο είναι των: Carl Holsoe, Hans Heyerdahl, Balthus, Dali, C.D. Friedrich)

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017



Ανεπάρκεια


Κάποτε που τόλμησε να βγει από το καβούκι του

έριξε μια ματιά στον κόσμο γύρω

θαύμασε τη βιοποικιλότητα του χώρου

σάστισε με τον συνωστισμό

μια ερώτηση του ήρθε αυθόρμητα

‘και όλα αυτά πού ήταν;’



Λίγο μετά σαν να κουράστηκαν τα μάτια του

σκέφτηκε πως αρκετά αυτά που είδε

σύρθηκε πίσω στο προφυλαγμένο περιβάλλον του

και κάθισε να γράψει εντυπώσεις.



Νυχτώθηκε πάνω από το λευκό χαρτί.



Διώνη Δημητριάδου

(φωτογραφία: Edward Honekar)

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Δύο ποιήματα της Πόπης Πασχαλίδου


Δύο ποιήματα

της Πόπης Πασχαλίδου





Σώμα

    
         

   

    Τη μέρα τούτη γλιστρώ σε πέτρες 

γεμάτες βρύα και δεν προφταίνω 

να σκεφτώ ούτε τον πόνο στα 

γδαρμένα γόνατα, ούτε τα αγκάθια 

απ’ τα ξερόκλαδα που σκαλώνουν 

στα μαλλιά μου, ούτε τα χέρια

που πονούν απ’ την αντίσταση της κατεβασιάς

Την μέρα τούτη είμαι ένα 

σώμα λιθάρι που σβουρίζεται

με ταχύτητα και ίσως λίγο

μονάχα δροσίζεται από το νερό που

κυλάει πάνω του, για να το λειάνει ακόμη 

γρηγορότερα. Και ούτε ένα χέρι βρίσκεται, έτσι να 

σκουπίσει την κολλημένη 

πάνω μου λάσπη.


(η φωτογραφία του Benoit Courti)





Το φιλί 





«Πολύτροπε ταξιδευτή, που χρόνια ανεμοδέρνεσαι

Στη μάννα κι ερωμένη, 

Άλλοτε λάγνα ποθητή, 

Άλλοτε ανταριασμένη

Θάλασσα,

Χτυπιέσαι και χτυπάς, με τα θεριά τα βάζεις,

Στα πάθη μ’ όλη την ορμή δίνεσαι δίχως έγνοια,

Μολόγησε άντρα τρανέ, τι σου ’χει λείψει πιο πολύ,

Απ’ της ξηράς τα δώρα;»

«Δεν θέλω σκέψη δεύτερη, απόκριση να δώσω,

Μόν’ μίας και μοναδικής ανάγκης έχω τυράννια 

Του φιλιού. 

Δυο χείλη ζουμερά απάγκιο για τα δικά μου τ’ αλμυρά

Ποθώ.

Το μέλι τους να φτάσει βαθιά, μες στις σκασιματιές,

Το δέρμα τ’ άδροσο να γιάνει, με του ροδιού τη στάλα.

Το φιλί, κόκκινο σαν την φλόγα, με αίμα να με ράνει,

Να νιώσω του κορμιού παλμό, εκεί στο πανωχείλι.

Το φιλί, νιώσιμο αιθέριο, ηδονικό, άγγιγμα δειλό,

Που στο κατόπι

O δισταγμός σαν φύγει, 

Δυο στόματα να μάχονται το ’να τ’ άλλο να φάνε.

Το φιλί, εκείνο το παιχνίδισμα της γλώσσας με τα χείλια,

Καράβι που ποντίζεται και πάλι επιπλέει.

Το φιλί, ένα φιλί ονειρεύομαι, του γυρισμού παντιέρα.

Ν’ αποσυρθώ γι’ αυτό ποθώ, απ’ τα νερά να φύγω.

Πέρα απ’ τα δέντρα , τους καρπούς, τις μυρωδιές του κάμπου

Τα χέρια της γυναίκας μου, λαχτάρα έχω μεγάλη.

Ένα φιλί ζωής στα χείλη, με πάθος να μου δώσει

Κι ο θάνατος παράμερα, ανήμπορος να στέκει».


(η φωτογραφία του Lee Jeffries)



Πόπη Πασχαλίδου