Βασίλειος
Χριστόπουλος, 2026
Εκδόσεις Ένεκεν
Γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος
«-Άκου
Μπάμπη, η θεία πρόνοια είναι το ιερό φως που γεμίζει τα κενά του σύμπαντος,
είναι το πανταχού παρών Άγιο πνέμα. Είναι η παγκόσμια ενέργεια που στερεώνει
και κυβερνά τον κόσμο.»
Οι απόψεις αυτές εκφράζονται όχι
από ένα εκπρόσωπο της Εκκλησίας, όχι από ένα θεολόγο, αλλά από ένα λήσταρχο,
τον Κώστα Πανόπουλο, που έδρασε στα βουνά Αχαΐας και Ηλείας. Βίωσε την ανέχεια
και την κοινωνική αδικία από τα παιδικά του χρόνια, να στρέφεται εναντίον του
ίδιου και της οικογένειάς του και με τον καιρό κατάλαβε πόσο βαθιά ριζωμένη
είναι στις σχέσεις των ανθρώπων, ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και δεν υπάρχει
ελπίδα ευημερίας για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
«-Ενώ στο σχολείο ήμουν το πιο έξυπνο παιδί κι άρπαζα
την πνευματική τροφή σαν πεινασμένο σκυλί, ο δάσκαλος με έβαζε να κάθομαι μόνος
στην άκρη. Γιατί μου το έκανε αυτό; γιατί ήμουνα ξυπόλητος και τα πόδια μου
λασπωμένα, γιατί τα ρούχα μου ήταν μπαλωμένα...»
Ήταν
ένας διαφορετικός ληστής από τους άλλους, οπαδός του κινήματος του
χριστιανοκοινωνισμού, το οποίο ήταν υπέρ ενός χριστιανισμού της Αγάπης και της
Κοινοκτημοσύνης και είχε αναπτυχθεί στα τέλη του 19ου αιώνα
συνδυάζοντας στοιχεία του σοσιαλισμού και του χριστιανισμού, κίνημα εμπνεόμενο
από το κήρυγμα του Ιησού για αγάπη, ισότητα και φροντίδα προς τους φτωχούς και
τους αδύναμους και αντιτιθέμενο στις ακραίες οικονομικές ανισότητες και στην
εκμετάλλευση της εργατικής τάξης επιδιώκοντας την κοινωνική αλλαγή και τη
βελτίωση της κοινωνίας μέσα από ειρηνικές χριστιανικές αξίες και
μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι η διαφορά του κινήματος από τις αρχές των
μπολσεβίκων και του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής εκείνης. Στο κίνημα
αυτό του χριστιανοκοινωνισμού ανήκε ο περισσότερο ίσως γνωστός κοινωνικός
επαναστάτης Μαρίνος Αντύπας (τέλη του 19ου αιώνα - αρχές του 20ού
αιώνα). Ο Μαρίνος Αντύπας δολοφονήθηκε το 1907, η χρονική περίοδος δράσης του
Κώστα Πανόπουλου ήταν 1890-1902.
«...Προσπάθησε
να ξεσηκώσει τους χωριάτες του Χελμού και του Βοδιά κι ονειρεύτηκε χιλιάδες να
τον ακολουθούν στο όνομά του και στο όνομα του Κυρίου. Να γίνει η Ελλάδα η
πρώτη χώρα που κάνει τέτοια επανάσταση με αρχηγό τον Πανόπουλο, από ένα
χαμόσπιτο των Μαζέικων. Χαμογέλασε με τρυφερότητα για κείνα τα νεανικά του
όνειρα. Όταν είδε το ανέφικτο, εγκατέλειψε την ιδέα της επανάστασης και
περιορίστηκε στην αποκατάσταση μεμονωμένων αδικιών...»
Τον
Κώστα Πανόπουλο μάς παρουσιάζει ο Βασίλης Χριστόπουλος στο καινούργιο βιβλίο
του «Με τον Ισού και το ρεβόλβερ», όπου πλάθει μυθιστορηματικά την
προσωπικότητά του, αφού έχει προηγηθεί ενδελεχής έρευνα των δεδομένων της ζωής
και της δράσης του. Ο ίδιος ο Πανόπουλος άλλωστε άφησε πολύτιμες πληροφορίες
γράφοντας ο ίδιος απολογισμό της κοινωνικής του δράσης, που εκδόθηκε μάλιστα
στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα με τον τίτλο «Η εξομολόγησις του
Λήσταρχου Κ. Πανοπούλου προς την κοινωνίαν» από τον πατρινό εκδοτικό οίκο
Χαραλ. Καγιάφα (19473). Από τον τρόπο γραφής του στο βιβλίο του
διαπιστώνεται πως έγραφε σε λόγια γλώσσα και φαίνεται πως ο λήσταρχος είχε
αρκετές γνώσεις, διάβαζε βιβλία. Γράφει, λοιπόν, σε ένα απόσπασμα της
εξομολόγησής του:
«Εις τας φυλακάς της
Αιγίνης εκρατήθην επί τέσσερα έτη και τέσσερας ημέρας... Ο σκοπός της φυλακής
είναι διττός. Να παραδειγματίσῃ τους ψυχικώς ασθενείς πολίτας δια της τιμωρίας
του εγκληματίου, όπως τους αναχαιτίσῃ και προλάβῃ την υπ’ αυτών διάπραξιν
εγκλήματος και όπως σωφρονήσῃ και θεραπεύσῃ τον ψυχικώς ασθενή εγκληματίαν.
Διότι είναι φανερόν ότι, εάν δεν έπασχε ψυχικώς, δεν θα διέπραττεν έγκλημα, δια
να χάσῃ το πολυτιμότερον των αγαθών, την ελευθερίαν του...
Κατά
τον Ουγκώ, η περιέργεια είναι λαιμαργία και δύναμαι να βεβαιώσω ότι είναι πολύ
οχληρά η λαιμαργία δια το αντικείμενον της περιεργείας. Διότι εφ’ όσον
ευρισκόμην εις τας φυλακάς, όσοι ήρχοντο χάριν αναψυχής, ιδίως το καλοκαίρι εις
την Αίγιναν είχον την περιέργειαν να ίδουν και τον Πανόπουλον. Και μη δυνάμενος
ο δυστυχής να αρνηθώ, ήμην υποχρεωμένος να εξέρχωμαι εις το προαύλιον της
φυλακής δια να κορέννυται το πάθος της περιεργείας των ανθρώπων εκείνων...»
Είναι
αλήθεια πως ο διαβόητος για τις αρχές, περιβόητος και περιλάλητος για τους
πολλούς από το λαό, λήσταρχος Πανόπουλος δεν είχε διαπράξει εγκλήματα. Το όπλο
του, που επιμελώς έκρυβε στα ρούχα του, κάτω από τα ράσα μοναχού, όπως συνήθιζε
να μεταμφιέζεται για να διαφεύγει τη σύλληψή του από τους διώκτες του, το
χρησιμοποιούσε μόνο προς εκφοβισμό. Πολλοί από το λαό τον είχαν ηρωοποιήσει, οι
πλούσιοι όμως, τους οποίους προσέγγιζε και πίεζε ζητώντας τους χρηματικά ποσά,
για να βοηθήσει όσους είχαν οικονομικές δυσκολίες, συντάσσονταν με την
αστυνομία που τον καταδίωκε.
Ο
Βασίλης Χριστόπουλος παρουσιάζει τον λογοτεχνικό του Πανόπουλο να μιλά με
λεξιλόγιο επηρεασμένο από τη λόγια γλώσσα και από τη συχνή ανάγνωση της Αγίας
Γραφής που είχε πάντα μαζί του και διάβαζε αποσπάσματά της στον βοηθό και
ακόλουθό του τσιγγάνο Πάνο Ρουμελιώτη, αλλά με λαϊκές παραλλαγές στην προφορά
κάποιων λέξεων της Γραφής ή στη σύνταξη του λόγου, για παράδειγμα:
«-Κύριε πρόεδρε,
δεκαπέντε χρόνια απήλθον αφ’ όταν εκλείσθην εις τας φυλακάς. Κατά το διάστημα
τούτο εκδύθην τον παλαιόν άνθρωπον και ενδύθην νέον. Ομολόγησα τας αμαρτίας
μου... Εδώ ο Κύριος Ισούς Χριστός έδωκεν συγγνώμην τοις ανθρώποις όλοι, χωρίς
καμίαν εξαίρεσις...»
Δεν
είχε βεβαίως τις γνώσεις να κατανοεί πλήρως τα νοήματα, αλλά προσπαθούσε:
«-Καπετάνο, αυτά είναι ακαταλαβίστικα.
-Αυτά,
Πάνο, είναι Αγιαγραφή. Τη διαβάζω όπως τη γράψανε τα παλιά χρόνια οι ίδιοι οι
απόστολοι, παναπεί στα πρωτότυπα. Θα σου πω την αλήθεια, δεν ντρέπουμαι. Ούτε
κι εγώ τα καταλαβαίνω. Κάποτε όμως θα τα καταλάβω και τότε θα στα ’ξηγήσω και
σένα με δικά μου λόγια.
-Αφού
δεν καταλαβαίνεις, καπετάνο, τι διαβάζεις;
-Μα
γι’ αυτό διαβάζω συνέχεια, για να μπορέσω κάποτε να καταλάβω.»
Τον ενοχλεί η απληστία των πλουσίων, που με
δυσκολία τούς αποσπά λίγα χρήματα για βοήθεια των μη εχόντων, τους οποίους
νοιάζεται. «Ο Πανόπουλος θυμήθηκε την τσιγκουνιά του γέρου Σταυρουλόπουλου
κι αγρίεψε περισσότερο. Του γράφει επιστολή και του ζητάει πεντακόσιες και
χίλιες δραχμές να βολευτεί. Να βοηθήκει κάνα φτωχό από τους πολλούς που έχει
έγνοια. Και όταν τον συναντά ο τσιγκούνης τού δίνει εκατό και διακόσια. “Δεν
έχω άλλα, δεν ευκολύνομαι”. Ο τοκογλύφος που δεν ξέρει τι έχει στα
χρηματιστήρια και στα σεντούκια του, όλο δεν ευκολύνεται.»
Έτσι λοιπόν, λειτουργώντας ως «Ρομπέν των
δασών» (σε μια σπηλιά στα δασωμένα όρη της Αιγιαλείας μάλιστα είχε το
κρυσφύγετό του) θα συλλάβει την ιδέα που θα του προσφέρει πολύ περισσότερα για
τον «ιερό σκοπό του», την απαγωγή του γιου τού τσιγκούνη Αιγιώτη σταφιδέμπορου
Λεωνίδα Σταυρουλόπουλου το 1902, για να ζητήσει «λύτρα για την απονομή
δικαιοσύνης». Στην επιτυχία των σχεδίων του πίστευε πως συντέλεσε η θεϊκή
συναίνεση, ερμηνεύοντας, κατά την κρίση του, ως θετικά διάφορα καιρικά
φαινόμενα, που τα θεώρησε ως μηνύματα της θείας Πρόνοιας!...
Είχε πιστέψει ο Πανόπουλος πως θα αλλάξει η
κοινωνία προς το δικαιότερο με την Επανάσταση στο Γουδί το 1909, πίστευε στην
πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη φυλακή όμως δεν μάθαινε για τις
πολιτικές εξελίξεις που μεσολάβησαν και, όταν απελευθερώθηκε το 1916, η χώρα
βρισκόταν στη δύσκολη κατάσταση του Εθνικού Διχασμού, με το βασιλικό κράτος των
Αθηνών και πρωθυπουργό τον Πατρινό δικηγόρο (που είχε σταθεί πολέμιος του
Πανόπουλου) Δημήτριο Γούναρη, με τους τραμπούκους επίστρατους να τρομοκρατούν
την κοινωνία και με ένα δεύτερο κράτος του βορρά με έδρα τη Θεσσαλονίκη και
επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον «σατανά» και «προδότη», όπως τον
αποκαλούσαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι και η Εκκλησία. Ο Πανόπουλος βρισκόταν
σε αμηχανία μη κατανοώντας την επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Ευτυχώς είχε
εποικοδομητικές συζητήσεις με τον γιατρό Χρήστο Κορύλλο, διευθυντή του
Δημοτικού Νοσοκομείου στην Πάτρα και παλιότερο βενιζελικό βουλευτή «τότε που
η ’πανάσταση ήτανε στα ντουζένια της», που τον διαφώτισαν.
Με έξυπνο τρόπο ο Βασίλης Χριστόπουλος, μέσω
των συζητήσεων που πλάθει μεταξύ Πανόπουλου και Κορύλλου, αναφέρεται στα
πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της εποχής εκείνης και τα σχολιάζει έτσι, ώστε να
φωτίζει και πλευρές και της σημερινής πραγματικότητας, αφού σε κάποια στοιχεία
της η κοινωνία φαίνεται να μη διαφέρει τόσο από παλαιότερες μορφές της. Ας
δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«-Με συγχωρείς, κυρ Χρήστο, μ’ όλο το σέβας που σου ’χω, αλλά αυτά τα
λόγια γιατί ο κυρ Λευτεράκης δεν τα λέει πιο απλά; Αν τα είχε πει όπως μου τα
’πες και του λόγου σου, θα ’ταν για τον κοσμάκη ο λόγος του Κυρίου Ισού
Χριστού. Θα ’ταν η Αγιαγραφή του Αγίου Βενιζέλου. Όλοι αυτοί που σήμερα τον
πολεμάνε, το κάνουνε γιατί δεν καταλαβαίνουνε τη γλώσσα του, τι θέλει να
πει...»
Μπορούμε να σκεφτούμε, λοιπόν, πόσοι, σε κάθε
εποχή, ψηφίζουν ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, ενάντια στο δικό τους συμφέρον
δηλαδή, επειδή παρασύρονται, αφού δεν κατανοούν τον πολιτικό λόγο και τι
κρύβεται πίσω από τις ...ωραίες υποσχέσεις για «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων»,
καταλήγοντας σε κυβέρνηση που διασφαλίζει τα συμφέροντα μιας κοινωνικής ομάδας
των ισχυρών!...
Ένα τέτοιο παράδειγμα, που αντιπροσωπεύει τους
εξαπατημένους πολίτες είναι στο μυθιστόρημα η Γιαννούλα, η οποία ήταν ερωμένη
του λήσταρχου Πανόπουλου, και, ενόσω εκείνος ήταν για χρόνια στη φυλακή,
παντρεύτηκε, ο δε φιλοβασιλικός σύζυγός της την έχει επηρεάσει να πιστεύει ότι
ο βασιλιάς εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα, ενώ η πραγματικότητα ήταν πως
τηρούσε ουδετερότητα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, για να μην εναντιωθεί στης
Γερμανίας τα συμφέροντα, η σύζυγός του βασίλισσα Σοφία, άλλωστε, ήταν αδελφή του
Γερμανού Κάιζερ!... Δυσκολεύτηκε αρκετά ο Πανόπουλος να της εξηγήσει την
κατάσταση!
Η Γιαννούλα, λογοτεχνικό πρόσωπο και όχι
υπαρκτό στη ζωή του πραγματικού λήσταρχου Πανόπουλου, τραγουδούσε στην ταβέρνα
του Μπάμπη, στη συνοικία Ταμπάχανα της Πάτρας, ταμπαχανιώτικα τραγούδια (μη
χορευτικά, αστικά τραγούδια, συγγενή με τον αμανέ και το ρεμπέτικο, που
συνδέονται με τις περιοχές όπου υπήρχαν βυρσοδεψεία, ταμπαχανέδες), στη
συνέχεια βρήκε δουλειά υπηρέτριας. Ήταν μια «...ντερμπερντέρισσα, ρε, μια
ρεμπέτισσα...»
Με αφορμή την ιστορία του λήσταρχου ο
συγγραφέας μάς προσφέρει ένα ιστορικό μυθιστόρημα με περιγραφές των τραγικών
συμβάντων των Νοεμβριανών, τα οποία φέρεται να βίωσε στην Πάτρα ο Πανόπουλος
στο μυθιστόρημα (πρόκειται βεβαίως για μυθοπλασία, στην Πάτρα τα «Νοεμβριανά»
του 1916 δεν εκδηλώθηκαν με ένοπλες συγκρούσεις όπως στην Αθήνα, αλλά με τον
αιφνιδιαστικό και αυστηρό ναυτικό αποκλεισμό της πόλης από τις δυνάμεις της
Αντάντ στις 21 Νοεμβρίου 1916, ο οποίος προκάλεσε σοβαρή οικονομική ασφυξία,
ελλείψεις τροφίμων). Ζωντανεύουν οι μέρες της πείνας στην πόλη, λόγω του
αποκλεισμού της από τον γαλλικό στόλο, την εποχή του Εθνικού Διχασμού, όταν
στην Αθήνα οι επίστρατοι λεηλάτησαν το σπίτι του δήμαρχου Εμμανουήλ Μπενάκη και
συνέλαβαν τον ίδιο, όταν πρωτοστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών έστησαν με
πέτρες στο πεδίο του Άρεως μνημείο αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Ανάλογα γεγονότα πλάθει και ο συγγραφέας για την Πάτρα, με τη συμμετοχή και της
Εκκλησίας και την ανοχή των αστυνομικών δυνάμεων!...
Γράφει ο Βασίλης Χριστόπουλος, με τη φωνή του
Πανόπουλου:
«...Αυτά είναι τα Νοεμβριανά της Πάτρας...
Κάποιους άτυχους τους βγάλανε στο δρόμο και μ’ απόφαση ’σαγγελέα, γύρευε τι
’σαγγελέας φερέφωνο ήτανε, τους εχτελέσανε επί τόπου. Επί εσχάτη προδοσία,
εξύβριση βασιλέα, αντίσταση της αρχής και τα σχετικά, από δικαιολογίες άλλο
τίποτα...
»...Κοίταξα ένα γύρω. Άνθρωποι μέσα στην τρέλα
και την παραφροσύνη. Με μάτια θαμπά, σκοτεινά, ίδιοι τυφλοί... Ταλαιπωρημένοι,
φτωχοί, πεινασμένοι, ντυμένοι με κουρέλια... Ζητούσανε να ξορκίσουνε τη φτώχεια
και την αθλιότητά τους...»
Είναι οι πολίτες στους οποίους αναφερθήκαμε
παραπάνω, που ψηφίζουν ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, ενάντια στο δικό τους
συμφέρον δηλαδή, επειδή παρασύρονται από τους πολιτικούς και έτσι νομίζουν πως
...ξορκίζουν τη φτώχεια και την αθλιότητά τους, όπως γράφει ο Βασίλης
Χριστόπουλος. Σε αυτούς στηρίζουν την εξουσία τους μάλιστα άδικα και αυταρχικά
καθεστώτα. Ο Πανόπουλος δούλεψε να πληρωθεί τριάντα δραχμές για να
συγκεντρωθούν πέτρες και να πουληθούν στο μαινόμενο πλήθος, παρά τους αρχικούς
ενδοιασμούς του λόγω της ιδεολογικής διαφωνίας του με τους αντιβενιζελικούς,
και αυτό του δημιουργούσε τύψεις, θεωρώντας εκείνη την πληρωμή ως τα «τριάκοντα
αργύρια» της προδοσίας, ωραία λογοτεχνικό εύρημα του Βασίλη Χριστόπουλου!
Το βιβλίο περιγράφει τα γεγονότα με μια δομή
διαρκούς εναλλαγής στο χρόνο, όσα διαδραματίζονται το 1902 εναλλάσσονται με
κεφάλαια γεγονότων του 1916 και μετά, μια κινηματογραφική τεχνική θα μπορούσε
να πει κανείς. Πληροφορούμαστε βήμα-βήμα τις δραστηριότητες του λήσταρχου το
1902 μέχρι τη μεγάλη απαγωγή και την είσπραξη των λύτρων, εναλλακτικά με τα
δραματικά γεγονότα του 1916 μέχρι την πολιτική αλλαγή και την εκδίωξη του
γερμανόφιλου βασιλιά, αλλά και την προσωπική ζωή του Πανόπουλου ως ελεύθερου
πλέον στην Πάτρα όπου διαμένει. Η αφήγηση γίνεται άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο με
αφηγητή τον συγγραφέα, κυρίως όμως σε πρώτο πρόσωπο με αφηγητή τον ίδιο τον
Πανόπουλο, λογοτεχνική τεχνική που προσφέρει ιδιαίτερη ζωντάνια στο κείμενο.
Εκτός από την ικανότητα του Βασίλη Χριστόπουλου
στην αφηγηματικότητα με ευχάριστο τρόπο, που δεν κουράζει τον αναγνώστη, ο
συγγραφέας περιγράφει με ξεχωριστή φροντίδα και ενδιαφέρον το φυσικό περιβάλλον
στο οποίο ζούσε ο λήσταρχος στα βουνά, όπου είχε το κρησφύγετο του, τη σπηλιά
του, έχοντας ιδιαίτερη αγάπη για τη φύση και πίστη στη δύναμή της:
«...Αναπνέοντας κάμποσες φορές αφέθηκε στην
ευεργετική αύρα του δάσους, που σύντομα άρχισε να τη νιώθει να τον κατακλύζει
εσωτερικά και να τον περιβάλλει εσωτερικά. Στην πολύχρονη ζωή του μέσα στη φύση
ανακάλυψε μόνος του τη θεραπευτική της δύναμη, την επίδρασή της πάνω στο σώμα,
στο πνέμα και στην ψυχή του. Καθώς η δασική αύρα εισχωρεί βαθιά στους πνεύμονές
του, τη νιώθει να ποτίζει ολόκληρο το σώμα του και το μυαλό του. Έμεινε κάμποση
ώρα σ’ αυτή την κατάσταση αναπνέοντας ήρεμα κι όταν κατάλαβε πως ηρέμησε,
άνοιξε τα μάτια του. Σηκώθηκε, ευχαρίστησε τη φύση, βγήκε από το απομονωτήριό
του και επέστρεψε στο λιθάρι του...»
Και ανάλογα σε άλλο απόσπασμα:
«...βγήκε έξω από τη σπηλιά. Είχε πια νυχτώσει
για τα καλά.
Ο πονοκέφαλος που τον βασάνιζε από το πρωί,
νιώθει να τον τρελαίνει. Κοίταξε προσεκτικά το σκοτεινό δάσος και με αργό βήμα
κατευθύνθηκε στο πιο κοντινό του έλατο.
Το πλησίασε με θολωμένο μυαλό και κάθισε μπροστά του ανακούρκουδα. Έκλεισε τα
μάτια του κι αγκάλιασε τον κορμό του, ακουμπώντας απαλά το μέτωπό του πάνω στις
σκληρές φλούδες του. Αφέθηκε στη ζωτική ενέργεια του δένδρου κι ένιωσε να του
ποτίζει ολόκληρο το κεφάλι. Ο νυχτερινός παγωμένος αέρας που τον φυσούσε στο
πρόσωπο με τις βαθιές εισπνοές του εισχωρούσε μέσα στα πνευμόνια του. Με κάθε
εκπνοή ένιωθε να ξεφυσά και μέρος απ’ τον πονοκέφαλο και το θυμό του. Έμεινε
αγκαλιασμένος με το δέντρο κάμποση ώρα μέχρι που το μυαλό του καθάρισε και το
σώμα του ησύχασε...»
Αλλά ο Βασίλης Χριστόπουλος διακρίνεται κυρίως
στην ικανότητά του να μετασχηματίζει σε λογοτέχνημα, ιστορικό μυθιστόρημα,
δεδομένα και πληροφορίες που έχει αντλήσει από τις ενδελεχείς έρευνές του και
δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας κάνει κάτι τέτοιο με το παρόν και
πρόσφατο βιβλίο του. Την ικανότητά του αυτή επέδειξε με το παλιότερο βιβλίο του
«Κάτοικος Πατρών», Κέδρος, 1998.
Ακόμα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις καλές
γνώσεις του όσον αφορά στη γλώσσα των Ρομά, αφού χρησιμοποιεί πολλές λέξεις και
φράσεις της στους διαλόγους του λήσταρχου με τον τσιγγάνο βοηθό του. Και πάλι
αυτή την ικανότητά του έχει δείξει ο συγγραφέας σε προηγούμενα κείμενά του και
μάλιστα στο βιβλίο του «Ρομανό Τσορουπέ», διηγήματα, ΕΝΕΚΕΝ 2022.
Το βιβλίο «Με τον Ισού και το ρεβόλβερ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ 2026.
Ο Βασίλης Χριστόπουλος (Πάτρα, 1951) πολιτικός
μηχανικός, σπούδασε στην Αθήνα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη Γλασκώβη
μεταπτυχιακά στη χωροταξία και την περιφερειακή ανάπτυξη. Ζει και εργάζεται
στην Πάτρα από το 1976.
Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή
αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη, κείμενα για το θέατρο σκιών, μικρά πεζογραφήματα, νουβέλες, τέσσερα
μυθιστορήματα και πολιτικά κείμενα σε ζητήματα επικαιρότητας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου