Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο 

«Για μια χούφτα ζωή – δεκαεπτά διηγήσεις» 

της Φωτεινής Βασιλοπούλου,

 εκδόσεις Γαβριηλίδης

 

“Διηγήσεις” ονομάζει η Φωτεινή Βασιλοπούλου τα δεκαεπτά μικρά πεζά που απαρτίζουν το πρώτο της αυτό  συγγραφικό πόνημα, με το οποίο μας συστήνεται. Και πράγματι καλύτερη είναι αυτή τη λέξη από το πιο συνηθισμένο “διηγήματα”, αφού έτσι αποδίδεται η προφορικότητα που υποκρύπτεται στον αφηγημένο της λόγο. Οι ιστορίες που παρουσιάζονται εδώ, με θαυμαστή οικονομία λέξεων, θα μπορούσαν να ακούγονται από το στόμα των συγχωριανών της, έτσι διανθισμένες με τη ντοπιολαλιά, παραδεδομένες μέσα στα χρόνια, κάτι ανάμεσα σε αληθινά γεγονότα και σε παραμύθι.

Οι άνθρωποι που δίνουν ζωή στις διηγήσεις αυτές είναι χαρακτήρες που διαγράφονται με τις απολύτως απαραίτητες γραμμές, προκειμένου να αποδοθούν τα ουσιαστικά τους χαρακτηριστικά. Γιατί εδώ δεν χωρούν πολλά λόγια, ούτε δίνεται σημασία σε φλύαρες περιγραφές. Όπως λιτός είναι ο τρόπος των απλών ανθρώπων που μετρούν τη ζωή με τα δικά τους ζύγια, έτσι και ο λόγος που αφηγείται τις ιστορίες τους αναλογεί απολύτως  στον απέριττο μικρόκοσμό τους.
Και είναι η δύναμη του ελάχιστου που καθηλώνει τη προσοχή σε ένα μικρό πεζό σχεδόν τριακοσίων λέξεων («Η δεύτερη ανάσταση») και λες τελειώνοντάς το «μα τα είπε όλα!». Η μικρή φόρμα στην πεζογραφία είναι από τα δυσκολότερα είδη, το να καταφέρνεις να μιλήσεις με τις πλέον απαραίτητες λέξεις, να συμπυκνώσεις νοήματα, να έχεις πλοκή όπως επιτάσσει η διήγηση, να αφήνεις μια επίγευση στον αναγνώστη. Που σημαίνει να συγκρατεί τα πρόσωπα της κάθε ιστορίας στη μνήμη του. Ίσως αυτό είναι το πλέον σημαντικό. Το κατορθώνουν τα μακροσκελή μυθιστορήματα, αλλά αυτό προκύπτει από τις περιπέτειες που διαβάζει ο αναγνώστης, από το γεγονός ότι επί πολλές σελίδες αγωνιά για την τύχη των προσώπων. Εδώ, όμως; Εδώ, με απλά λόγια, θέλει τέχνη συγγραφική να πιάσεις το νήμα μιας ιστορίας (όσο μικρό κι αν είναι το μήκος του) και να φέρεις τον αναγνώστη σου από την αρχική παρατήρηση, στην αγωνία και τελικά στην έκπληξη, και όλο αυτό μέσα σε όσο το δυνατό μικρότερο αριθμό σελίδων. Κάποιοι από τους συγγραφείς που έχουν ταυτίσει την αξία της γραφής τους με τον αριθμό των σελίδων που γεμίζουν, ίσως θα έπρεπε να ασκηθούν στη μικρή φόρμα, να δοκιμάσουν τη δύναμη αυτού του σημαντικού ελάχιστου.
Ελάχιστο, όπως εδώ μια χούφτα ζωή. Πόσο μετράει “μια χούφτα ζωή”; Κάποιες στιγμές της μπορεί να αναδειχθούν πιο αληθινές από μακροχρόνιες πλάνες. Ο μικρός που λαχταράει να πάει στο πανηγύρι με τον πατέρα του θα στήσει τη δική του γιορτή, χαρά κι εκδίκηση μαζί. Ο Λάμπρος που

«τ’ απόγιομα  έβγαινε κατά τη μεριά πο’ βλεπε στη θάλασσα και τραγούδαγε ο έρμος»

πώς μέτραγε το βάρος της ζωής του που όλο έφθινε μόνο με το τραγούδι; Κείνο το άτιμο το τηλεγράφημα, μέσα σε οκτώ λέξεις όλες κι όλες, πώς έκλεισε μια ζωή και καθόρισε και μιας άλλης το τέλος; Μια χούφτα ζωή, αλλά ζωή γεμάτη, όσο μπορεί να της αλλάξει την ουσία και να την κάνει σημαντική μια καπαρντίνα που αλλάζει χέρια και ομορφαίνει τη θεωρία των ανθρώπων με τα χρυσά κουμπιά της. Σκηνές που καθηλώνουν με τη δική τους αναμφισβήτητη αλήθεια, με τον απλό ρεαλισμό τους. Αλλά κι άλλες που ξεστρατίζουν σε πιο εξωλογικό περιβάλλον, με αλλοπαρμένα πρόσωπα, νεραϊδοχτυπημένα, που αλλιώς κατανοούν τα λόγια των άλλων:

«Μην τρως πολλά καρύδια, παιδάκι μου. Θα πεθάνεις.» Ναι, έτσι είχε αποφασίσει να πεθάνει, τρώγοντας καρύδια

ακόμη και νεκραναστημένα, που ωστόσο μπορούν να περιπαίζουν την κατάστασή τους με τα λόγια τους:

«Να σχωρεθούν τα πεθαμένα σου» της είπε σαν ήπιε κι  απόφαγε. «Το φαΐ σου ανασταίνει και πεθαμένο.»

Κι όλα αυτά να δένουν με απόλυτη συνάφεια με τα άλλα που πατούν γερά στο χώμα, λες και στο μυαλό του ανθρώπου το καθένα έχει τον τόπο να σταθεί χωρίς να αντιμάχεται το λογικό με το παράλογο. Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες δεν ξέρεις τι να διαλέξεις την αλήθεια ή το παραμύθι, μια που και τα δυο σου φαίνονται σαν δυο όψεις ενός πράγματος. Μήπως είναι άραγε έτσι;

Η Φωτεινή Βασιλοπούλου κρύβει πίσω από τις καταστάσεις που αφηγείται μια δόση χιούμορ, που άλλοτε σου αποκαλύπτεται πίσω από φράσεις και αντιδράσεις και άλλοτε σε περιμένει εκεί στο τέλος της ιστορίας για να σου ανατρέψει μια θλιβερή εικόνα που σου ξετύλιξε, υπογραμμίζοντας έτσι, όμως, αυτή καθεαυτή την έννοια του τραγικού σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του, όπως στο ευρηματικό στην κλιμάκωσή του  «Πλην κλιτσινάρας» ή στο απολαυστικό «Το κολλάγκαθο» με την τελευταία σκηνή να μιλάει περισσότερο κι από εκατό κουβέντες.



Οι περισσότερες διηγήσεις ανατρέπουν τα δεδομένα τους στις τελευταίες αράδες, κι εκεί που νόμιζες πως κατάλαβες, σου δείχνει όλο το νόημα αλλιώς. Αυτό το “ανάποδο” του πράγματος σε κάνει να ξανακοιτάξεις τη ζωγραφιά της προμετωπίδας (έργο της Χριστίνας Καραντώνη, που φιλοτέχνησε και το εξώφυλλο) με το δέντρο που φύεται πλαγιαστά, τελείως ανακόλουθα με τον φυσικό τρόπο. Μια άλλη οπτική στα πράγματα όπως τα ξέρουμε μας δείχνει η συγγραφέας, μια λοξή ματιά στα όσα μάθαμε να πιστεύουμε και να εμπιστευόμαστε. Με την πολύ προσεγμένη της γραφή, με μετρημένες τις δόσεις σε όλα τα υλικά της έφτιαξε τη δική της πραγματικότητα. Πολύ δελεαστική στην ανάγνωση, πρωτότυπη στη θεματολογία της. Να που ένας κόσμος τόσο περιορισμένος στις παραστάσεις του, όπως αυτός που ζει μακριά από τα αστικά κέντρα, έχει να πει (με τη βοήθεια της λογοτεχνίας) ιστορίες και να αφηγηθεί τα δικά του θαύματα. Κι εδώ, στην περίπτωση της Φωτεινής Βασιλοπούλου, βρήκε την καλή του ώρα.


Διώνη Δημητριάδου