Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ 

στην ποιητική συλλογή 

«Οθόνες» 
του Σταμάτη Πάρχα,


από τις «Μικρές εκδόσεις»




Διαβάζοντας τα ποιήματα του Σταμάτη Πάρχα σκεφτόμουν διαρκώς κινηματογραφικές σκηνές. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακριβώς τον λόγο που γινόταν αυτή η αυθόρμητη σύνδεση. Μετά ξαναγυρνώντας στο εξώφυλλο διάβασα (ουσιαστικά αυτή τη φορά) τον τίτλο «Οθόνες». Μα φυσικά, είπα. Πώς αλλιώς;
Ένας ορισμός της ποίησης, που τον προτιμώ από άλλους περισσότερο εμβριθείς, με απλότητα και ειλικρίνεια αποδίδει στην ποίηση την ιδιότητα της παρατήρησης και της αποτύπωσης στιγμών. Κι αυτό ακριβώς έχουμε εδώ. Με τη ματιά του “σκηνοθέτη” που εντοπίζει τα ενδιαφέροντα στιγμιότυπα, κυρίως αυτά που διαφεύγουν από τη προσοχή άλλων παρατηρητών, τα αιχμαλωτίζει για να τα αποδώσει συνθετικά στην οθόνη. Μ’ αυτή τη ματιά “του φακού” και ο ποιητής αποκόπτει από τη γύρω πραγματικότητα καρέ-καρέ τις εικόνες και τις ερμηνεύει με λόγο ποιητικό πεζόμορφο. Συχνά μπαίνει και ο ίδιος στο πλάνο, αφήνοντας το υπόλοιπο της ποιητικής ιδέας στον αυτοματισμό του υποσυνειδήτου, κατά τις επιταγές του υπερρεαλιστικού τρόπου γραφής, δημιουργώντας  πιο ευφάνταστο λόγο, όπως είναι αναμενόμενο.
Τα ποιήματα αυτής της συλλογής αποτελούν παλαιότερες γραφές του Σταμάτη Πάρχα, που τώρα ευτύχησαν να συναντηθούν  με την προσεγμένη (ως τη λεπτομέρεια) έκδοση των «Μικρών εκδόσεων». Διακρίνεται μέσα τους η άποψη για τα ποιητικά πράγματα, ένα είδος “Ποιητικής” του συγγραφέα.
Εδώ η αφορμή της γραφής, το “γιατί” της μελαγχολίας:

«και τι φταίω εγώ που δεν μου φτάνει πως είσαι μια
φωνή απλά από τα παλιά μου, τι φταίω εγώ που δεν
μου φτάνει πως είσαι μοιρολόι στην καρδιά του χει-
μώνα, τι φταίω εγώ»

και εδώ ο ποιητής για την τέχνη του:

«έχω την τέχνη ν’ απολιθώνω με μια ματιά πάνω στην
σάρκα σου τα χρώματα της ίριδας»

ή εδώ το αυτοσχόλιο για τη γέννηση του ποιήματος:

«από αταίριαστες εικόνες που χωρίζουν
το όνειρο απ’ το θεματικά φτωχό σου απόγευμα»

Ο κόσμος των ποιημάτων αυτών είναι συχνά ασπρόμαυρος, όπως οι ταινίες που αγαπήσαμε:

«θα προτιμούσα τώρα να ‘χα αφήσει πίσω μου
ασπρόμαυρες διαφάνειες στα παράθυρα»
«κι εγώ σου λέω πως τα κοράκια σου τρώνε το συκώτι
λίγο-λίγο, ασπρόμαυρες σκηνές»

κι ας καταλήγουν ολοφώτεινοι οι στίχοι μέσα στη φωτιά που ρίχνονται:

«στο τέλος γίνεσαι παρανάλωμα»

τα πιο ουδέτερα χρώματα κυριαρχούν στο σκηνικό και στα μάτια των προσώπων:

«τραγούδια μας κόβουν τον δρόμο για τους τεχνητούς
παραδείσους της απόγνωσης, ζητιανεύουμε αλήθεια
θέλοντας και μη τον οίκτο του κόσμου
τον οίκτο μοναχικών ανθρώπων
που δεν τραβάνε πια κανέναν δρόμο μοναχικό
μένουν σε άδεια δωμάτια με γεμάτα τασάκια και κοιτά-
ζουν συνέχεια το παράθυρο»

Οι στίχοι συνοδεύονται και από ήχους, που δεν είναι μόνο οι μουσικές από τραγούδια, υπογραμμίζοντας μνήμες του ποιητή:

«…
γυρίζω το κεφάλι μου απ’ την άλλη
να βλέπω μόνο τις σαύρες που ξεπροβάλλουν τα κεφα-
λάκια τους πίσω από τους προβολείς
μην τις ξυπνάτε, τέτοια γλυκιά ώρα που βρήκαν» 
(εδώ μας έχει μεταφέρει όλη την ατμόσφαιρα  μυσταγωγίας που επιβάλλει ο Keith Jarrett στις συναυλίες του – άλλωστε μνήμη από μια τέτοια είναι και το ποίημα «Πιάνο»)

αλλά και φυσικοί ήχοι, όπως στο υπέροχο «Μόνο η μορφή της θάλασσας» που στίχο-στίχο ακούμε τον παφλασμό των κυμάτων που σκάνε στην ακτή:

«…
ποτέ, ποτέ δεν θα μπορέσεις να νιώσεις το που νιώθω
τώρα, τώρα που το νιώθεις, τώρα, τώρα τώρα που το
νιώθω να διαλύεται, ομίχλη αεροδρομίου»


Υπάρχουν στίχοι που σε αναγκάζουν να σταθείς περισσότερο αναγνωρίζοντας σ’ αυτή τη νεανική γραφή τη στόφα του αληθινού ποιητή:


«…
τιμωρήστε τους αδελφούς, τις αδελφές μας
τους γονείς μας, τα παιδιά μας, τους δολοφόνους μας
έναν-έναν, όσο ομολογούν την ενοχή όλων των αν-

θρώπων που ταξιδεύουν συνέχεια γύρω-γύρω απ’ το
άγαλμα της λεοπάρδαλης
(μνημείο πεσόντων σε κάποια χώρα που κοροϊδεύει
τους άρχοντές της)»

Και εδώ:

«προφητεύω σαν βαρκούλα που την λέμε Άγιο Νικόλα
έχω την γνώση που κυλιέται νυσταγμένη στο πάτωμα
έχω το τρίξιμο της γκιλοτίνας πάνω απ’ το κεφάλι μου
και την νταντεύω σαν νεογέννητο κουτάβι στην αγκα-
λιά μου»

Είναι μια ολόκληρη εποχή που μας θυμίζει ο ποιητικός κόσμος του Σταμάτη Πάρχα, εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του ’80, με εικόνες και ήχους (όπως αυτούς από τη ντισκοτέκ-έμβλημα των καιρών εκείνων), με την πένα του να ταξιδεύει, όπως κι ο ίδιος άλλωστε τότε, σε τόπους που θέλει ο ίδιος να θυμάται αποτυπώνοντάς τους στο χαρτί. Δεν παύει, λοιπόν, η ποίηση να είναι στην ουσία μια αποτύπωση στιγμών, περασμένων φυσικά από τη ματιά του ποιητή-δημιουργού που τις αλλοιώνει, τις ανατρέπει ή ακόμη και γεννά εκ του μηδενός τη νοητή συνέχειά τους.
Όπως λέει ο ίδιος:

«Στην υπηρεσία των ονείρων, στην υπηρεσία φα-
νταστικών σκηνών, σαν πίσω από ένα πέπλο ομίχλης,
κυματιστές σκηνές, κινηματογραφικά εφέ να δείχνουν
πως αυτές οι εικόνες δεν έχουν παρά μία πολύ έμμεση
κι αόριστη σχέση με την πραγματικότητα, πάει να πει
την πραγματικότητα όπως τουλάχιστον την ξέρουμε να
εκτυλίσσεται βαριεστημένη μέσα σε άδεια σπίτια χω-
ρίς έπιπλα, με πολύχρωμους τοίχους
Στην υπηρεσία της μυθολογίας, παλεύουμε ακόμα να
ξεδιαλύνουμε αντιφατικούς οιωνούς».

Στο εξώφυλλο ένας πίνακας της Δήμητρας Κουλούρη, ο οποίος «παραφράζει» τον Vincent van Gogh. Θα μπορούσε να εκληφθεί και ως σχόλιο των εικόνων που γεμίζουν τους στίχους του βιβλίου. Λέγοντας αυτό που θέλουν, ταυτόχρονα θυμίζουν ή συμπληρώνουν κάτι άλλο στη σκέψη του αναγνώστη, δημιουργώντας τους δικούς τους συνειρμούς σε μια μαγική σειρά, τόσο οικεία σε όποιον προσεγγίζει αυτό το είδος ποίησης, που σχολιάζει στιχουργώντας.

Τα ποιήματα αυτά, αν και γράφτηκαν τόσα χρόνια πριν, έχουν πράγματι μια «έμμεση κι αόριστη σχέση με την πραγματικότητα» όσο ανιχνεύονται μέσα τους εικόνες σημερινές. Αρκεί ο αναγνώστης εδώ να έχει την ευαισθησία να διαβάζει πίσω και πέρα από τις λέξεις και να ανακαλύπτει με απροσδόκητη συνάφεια τους εσωτερικούς συνδέσμους.



Διώνη Δημητριάδου