Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015


Μια σκέψη και πολλή ντροπή



Με όλη του την αξιοπρέπεια, αν και του την πάτησαν κάτω και του την ευτέλισαν με τα χοντρά παχύδερμα πόδια τους. Στεκόταν ευθυτενής, ίδιος απόστολος εκείνης της Βίβλου που διαβάζαμε παιδιά, προτού γίνει κι αυτή πραμάτεια ιερών τάχα γερόντων. Και αμίλητος περίμενε κοιτάζοντας κάπου πέρα από όλους αυτούς που περνούσαν δίπλα του αδιάφοροι. Ήταν η γιορτινή ατμόσφαιρα ολόγυρα που έμοιαζε παράταιρη, σαν λάθος σκηνικό σε προχειροφτιαγμέννη ταινία του συρμού. Αυτός ήταν γερά αγκυροβολημένος στο πεζοδρόμιο, σαν πέτρα από τις πέτρες που το έχτισαν, σαν δέντρο από εκείνα που τα φύτεψαν κάποτε με αγάπη, πριν να ‘ρθουν τα τροχοφόρα. Κι ήθελα να του πω ότι αν κάποιος πρέπει να φύγει δεν είναι αυτός αλλά όλοι εμείς που του κόβουμε την ανάσα έτσι τυλιγμένοι στα ζεστά μας ρούχα, έτσι στεγανοποιημένοι μέσα στα σπίτια μας. Όμως δεν του είπα τίποτα. Ντράπηκα μόνο πολύ.

Διώνη Δημητριάδου


(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)