Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' στην ποιητική συλλογή

«Ταξίδια με τον λύκο μου»

της Μαρίας Σαββάκη

εκδόσεις Μελάνι



Πώς συντροφεύει, αλήθεια, ένας λύκος; Αυτό το ιδιαίτερο ον που στοιχειώνει τη σκέψη του πολιτισμένου ανθρώπου μέσα σε θρύλους, παραδόσεις, σε σκοτεινές, φοβικές, εικόνες; Σε ποια ταξίδια θα στεκόταν συνταξιδιώτης μας;

Η Μαρία Σαββάκη, μέσα σε 42 πεζά ποιήματα (του είδους της ποιητικής πρόζας) θα ταξιδέψει με τον προσωπικό της λύκο, οδηγώντας κι εμάς μέσα από τους στενούς διαδρόμους της σκέψης της σε κοινούς φόβους, ανασφάλειες και ανησυχίες, θα μας δείξει τον μοναδικό ίσως δρόμο που πατούν οι επιθυμίες μας, οι πιο βαθιές.
Ο λύκος-συνταξιδιώτης σε έναν ρόλο βουβού παρατηρητή της πορείας του οδηγού-ανθρώπου, σ’ αυτό το ταξίδι ανίχνευσης του εσωτερικού κόσμου. Πού θα καταλήξει αυτή η πορεία; Είναι προδιαγεγραμμένη; Ή μήπως πρόκειται για ένα ταξίδι που επιφυλάσσει εκπλήξεις; Ο λύκος μάλλον εγγυάται για το επικίνδυνο κομμάτι του. Εκείνο ακριβώς που θα συμπέσει με τη ματιά των άλλων ανθρώπων σ’ αυτό το παράδοξο δίδυμο.
Γιατί, να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, αυτό το εκ φύσεως κοινωνικό ον, το τόσο κοντινό σε μας, με τον παρόμοιο συναισθηματικό κόσμο και τη μεγάλη δυνατότητα έκφρασης, κατέληξε αποσυνάγωγο της ανθρώπινης κοινωνίας, ενσάρκωση των απώτερων φόβων του  ανθρώπου. Το ενσωματώσαμε στον δικό μας κόσμο, των πολιτισμένων και οριοθετημένων αντιδράσεων, των λογικών επιλογών, μόνο όταν το υποτάξαμε και το εξημερώσαμε, ώστε να γίνει ο πιστός μας ακόλουθος, με τη μορφή του σκύλου.
Μέσα, όμως, στους στίχους της Μαρίας Σαββάκη ο λύκος-σύντροφος έχει την αρχική του μορφή, αυτή που παραπέμπει στα ενστικτώδη αντανακλαστικά του, αυτή που αναπόφευκτα οδηγεί σε σύγκρουση με τα κατά συνθήκη κοινά της συμβατικά αποδεκτής κοινωνικής συμβίωσης.
Έτσι, έχουμε μπροστά μας μια εικόνα πολλαπλών αναμετρήσεων: το ‘εγώ’ του πολιτισμού και του ορθού λόγου με το ‘εγώ’ του κόσμου των ενστίκτων,  το ιδιωτικό περιχαρακωμένο τοπίο με αυτό του χώρου των πολλών που απαιτεί συμμόρφωση με τα δεδομένα του, σε τελευταία ανάλυση την αναμέτρηση της σκέψης με την ανάγκη της καταγραφής της. Γιατί οπωσδήποτε ενδιαφέρον είναι και το έναυσμα που κινεί το χέρι της ποιήτριας να κάνει αυτό το εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας ή έστω ανίχνευσης επιθυμητής πορείας μέσω της επαφής με αυτό το κομμάτι του εαυτού της. Και γεννάται το ερώτημα: πόσο δυνατό είναι αυτό το ένστικτο, το καταχωνιασμένο μέσα στον άνθρωπο του πολιτισμένου κόσμου; Μπορεί να βγαίνει στην επιφάνεια κάθε που ο ‘λύκος’ ξυπνάει από τον επιβεβλημένο του λήθαργο; Και, αν ναι, τότε πού μας οδηγεί δυνητικά; Και πόσο το αντέχουμε αυτό το απρόσμενο σε εικόνες (ηθελημένο πάντως) ταξίδι;
Ας μην λησμονούμε, ωστόσο, πως ο λύκος είναι από τα πλέον ανθεκτικά όντα, έτοιμο να επιστρατεύσει όλα όσα φέρει προίκα από τη φύση, προκειμένου να επιβιώσει απέναντι σε ανθρώπινες μηχανουργίες και σχέδια εξόντωσής του. Η συντρόφευση μαζί του, επομένως, ενδυναμώνει το αδύναμο ‘εγώ’ που ασφυκτιά από τις κοινωνικές συμβάσεις με απαραίτητη προϋπόθεση όμως να υπάρχει η διάθεση για σύγκρουση με αυτά τα στενά όρια περιχαράκωσης στα θεμιτά και νόμιμα.
Αυτό το ‘άγριο’ κομμάτι του εαυτού μας, αναγκαστικά κρυπτόμενο κάτω από ποικίλες συμβάσεις, νιώθει την ανάγκη να εκφράσει το υγιές υπόστρωμα, αυτό που χαρακτήριζε το ανθρώπινο γένος προτού υποταχθεί στην κοινωνική αναγκαιότητα. Γεμάτο από ενστικτώδη αγάπη για τη ζωή, μια ζωή συντροφευμένη με όλα τα όντα, σε αγαστή συνύπαρξη με τη φύση, χωρίς κυριαρχικές τάσεις απέναντι σε οτιδήποτε πιο αδύναμο εμποδίζει την απόλυτη εξουσία του ισχυρού τάχα ανώτερου όντος.

«να σου πω τι επιθυμώ
πιο πολύ από σένα; να σου μιλάω! να
δείχνω τα λόγια μου στο πρόσωπό σου»

Έτσι θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι με τον λύκο, τον εσώτερο εαυτό, σαν να έχουμε την ‘αρχή του παραμυθιού’.
Σε μια προσπάθεια σωτηρίας προσωπικής, η οποία θα τεθεί υπό έμμεση αμφισβήτηση
«και κοιτάζω μια καλύβα σκουριασμένη
μέσα στα σκίνα, πάνω της ένας σταυρός,
εδώ κάποιος σώθηκε»

άραγε θα σωθεί και η συνταξιδιώτισσα του λύκου;

Γιατί σ’ αυτό το ταξίδι δεν υπάρχουν ορατά εφόδια
«ούτε φωτιά έχουμε μαζί μας
ούτε σωσίβιο δάκρυ»

που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν απέναντι στα εμπόδια, ορατά κι αυτά, αλλά ούτε και το άλλοθι της συγκίνησης. Κυνικό ίσως; Απολύτως συνταιριαστό πάντως και ετυμολογικά με τον λύκο-κύνα.

Υπάρχουν άραγε κάποιες ‘σταθερές’ να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα
«καθώς ψάχνεις μέσα σου για ένα σωρό αμετακίνητους τόπους»;

Αυτά τα ταξίδια είναι φτιαγμένα με σκληρά υλικά και μόνο για όσους
«τολμούν τα άχραντα και
τα βαθιά κρυμμένα».

Κυρίως γιατί από κάποια στιγμή και μετά ο λύκος είναι που θα πάρει το τιμόνι και θα οδηγεί. Πόσο έτοιμοι είμαστε για μια τέτοια ανατροπή, τη σημαντικότερη όλων;
Ανοιχτό αφήνει το ερώτημα η ποιήτρια. Μα  δεν νομίζω πως θα μπορούσε και να το κλείσει σε στεγανά λόγια. Ο χώρος στον οποίο κινήθηκε είναι ανοιχτός από παντού. Πολλά τα εχθρικά βλέμματα, πολλές οι παγίδες που στήνονται, ίσως πολλές και οι αμφιβολίες του ίδιου μας του εαυτού για το εγχείρημα.

Πιστεύω ότι η ποιητική πρόζα που επέλεξε ως τρόπο ‘αφήγησης’ έδωσε το απαραίτητο πλαίσιο, ώστε να κινηθεί πιο ευέλικτα η σκέψη και η δική της αλλά και η δική μας, ως αναγνωστών της. Από κει και πέρα ο δρόμος ανοιχτός και για μας να συναντήσουμε τον προσωπικό μας λύκο και να αναμετρηθούμε με την ιδιόμορφη οπτική του. Ένα ταξίδι που οφείλει να κάνει ο καθένας, προκειμένου να διατηρήσει εναργή τη φυσική ζωή μέσα του. Με κόστος ίσως; Μπορεί ναι. Με αναμφίβολο όφελος ωστόσο στον τελικό απολογισμό.


Διώνη Δημητριάδου