Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015


Μεταφορικά μιλώντας (η λέξη)




Περπατάει με προσοχή
μετρώντας βήμα βήμα το βάδισμά του το γερτό,
κοιτάζοντας κάτω λοξά
κοντά τριάντα μοίρες μετρημένες.
Όσες, μαντεύω, και τα χρόνια του.
Ποτέ του δεν παρατηρεί τίποτε γύρω
σαν να έχουν σβήσει από τη ματιά του
εικόνες ζωντανές και παρουσίες ανθρώπινες.
Κάνεις να τον αγγίξεις
και χάνεται το χέρι σου σε άυλη επιφάνεια,
σε μάταιη ηχώ γυρνάει η φωνή σαν του μιλήσεις.

Κι όμως σαστίζει κάποτε και σταματά για λίγο
σαν μυστικά να του μιλάει
χαμένη πια στο χρόνο μια φωνή.
Τότε σηκώνει τη ματιά  και θλιβερά
σπαράζει μία λέξη, δυσδιάκριτη πολύ.

Μια νύχτα μέσα σε όνειρο
άκουσα καθαρά «νέμεση» να αρθρώνει.
Μα πάλι, λέω, πως ίσως και να λάθεψε
ο λαβύρινθος του νου
και βάζει λόγια σκοτεινά στο στόμα το δικό του.

Διώνη Δημητριάδου