Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015


"Τέσσερα λεπτά"



Ίλιγγος. Ίσως είναι η κατάλληλη λέξη γι’ αυτό το αντιπαθητικό ‘πήγαινε-έλα’ που ένιωθε μέσα της. Για την ακρίβεια σαν να ξεκινούσε από το στομάχι και ανέβαινε ίσια πάνω στο κεφάλι. Πάλι κάτω και τούμπαλιν. Της ερχόταν  μια ακατανίκητη διάθεση να πέσει κατ’ ευθείαν και να μη περιμένει άλλο να ζαλιστεί εντελώς. Να ξεμπερδεύει, γιατί όχι;

Έσκυψε λίγο, ίσα για να κοιτάξει κλεφτά το ρολόι. “Λίγο ακόμη”, σκέφτηκε και αμέσως πολλαπλασιάστηκαν οι σταγόνες της αγωνίας στο ιδρωμένο μέτωπο. Προχώρησε δυο βήματα ακόμη. Η στενή σανίδα έτριξε (ή μήπως της φάνηκε;), λες και κρατούσε το αμφίβολο σώμα της μετά βίας.
Ξανά το τρίξιμο. Όχι, ήταν αλήθεια. μπορεί και να έπεφτε. Σταμάτησε απότομα και ταλαντεύτηκε κάπως, λίγο αριστερά, πάλι λίγο δεξιά. Ισορρόπησε. Με τρεμάμενα πόδια στήριξε το βάρος της στο έδαφος. Κοίταξε το ρολόι. Μόλις τέσσερα λεπτά. Ήταν αρκετά;

Το άλλο πρωί, ο πρωινός εργάτης στην οικοδομή βλαστήμησε: “Ποιος, διάβολο, κουνάει τις σανίδες; Παλιόπαιδα!”
Τράβηξε τη στενή σανίδα και πέταξε μακριά τα τούβλα που τη στήριζαν, μόλις είκοσι εκατοστά πάνω από το έδαφος.

Την ίδια ώρα, στον τρίτο όροφο της διπλανής πολυκατοικίας, μια γυναίκα κατέγραφε τη χθεσινή της επίδοση: ‘4 λεπτά’. Και σχολίαζε από κάτω: ‘Καθόλου άσχημα’.
Έτσι ξεμπέρδευε σιγά αλλά σταθερά από την πρώτη της φοβία. Να παίρνουν σειρά και οι άλλες.

(ανέκδοτο)

Διώνη Δημητριάδου