Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Με τη Μέθοδο του Υλοτόμου ποιητική συλλογή της Γιώτας Τριανταφυλλοπούλου-Κόμη από τις μικρές εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/me-ti-methodo-tou-ylotomou/


Με τη Μέθοδο του Υλοτόμου
ποιητική συλλογή
της  Γιώτας Τριανταφυλλοπούλου-Κόμη
από τις μικρές εκδόσεις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/me-ti-methodo-tou-ylotomou/




μια πεινασμένη θλίψη όλα μας τα ποιήματα

Πώς γράφεται η ποίηση; Κι ας φαίνεται εύκολη στην απάντησή της η ερώτηση, δεν είναι. Κάποιοι θα πουν πως απαιτεί το χάρισμα εκείνο που μετουσιώνει τη σκέψη σε λέξεις· κι άλλοι θα κόπτονται για τα πολλά διαβάσματά τους που κάποτε τους έκαναν τη χάρη να τους μετατρέψουν εν μία νυκτί σε ποιητές. Όσοι ξέρουν σιωπούν μπροστά στη σκέψη που δεν τολμά να προχωρήσει πιο βαθιά. Αλίμονο! Η θλίψη η πεινασμένη (η εύστοχη συνύπαρξη των δύο λέξεων) είναι που παρακινεί τη γραφή αυτή. Γιατί ούτε από μόνη της η θλίψη είναι αρκετή, μα ούτε και η πείνα· όταν οι δύο αυτές εσώτερες συνθήκες συναντηθούν σε άρρηκτη (και συνεχώς ανατροφοδοτούμενη σχέση), τότε το έδαφος είναι έτοιμο να δεχθεί τη δημιουργία του ποιήματος – και πάλι χωρίς την απόλυτη βεβαιότητα του επιθυμητού αποτελέσματος. Πάντα στη θεώρηση μιας πιθανότητας βρίσκεται ο ποιητής· θα δέσει ο λόγος του με τη θλίψη του; Και είναι αυτή η ανασφάλεια που θα τον κατέχει κάθε φορά που θα μοιράζεται τα ποιήματά του με τον ξένο και απόμακρο αποδέκτη. Και θα θλίβεται αναπόφευκτα, κάθε φορά που θα ακούει την άλλη ερμηνεία, την εσωτερίκευση από τους άλλους της δικής του αφορμής που γέννησε το ποίημα. Ο αλλότριος πόνος είθισται να συντροφεύει τα δικά του ποιήματα προσανατολίζοντάς τα σε άλλη ανοίκεια κατεύθυνση. Το τίμημα της κοινοποίησης. Γνωρίζοντας απολύτως το μέγεθος του εγχειρήματος να ερμηνεύσει κανείς  όχι απλώς την ποίηση αλλά τον ξένο πόνο, προχωρώ σε μια ανάγνωση που μόνον ως προσωπική μπορεί να εκληφθεί.

Η ποίηση της Γιώτας επικοινωνεί μαζί μας μόνο στο πρώτο ενικό πρόσωπο, ακόμα κι όταν συναντάμε στα ποιήματά της εδώ κι εκεί κάποιο δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο – δεν μας ξεγελά η αποστασιοποίηση. Πάλι ένα «εγώ» αναδύεται στο φόντο. Η προσωπική της έτσι κατάθεση έχει τον χαρακτήρα μιας φωνής που εισέρχεται στο κάθε ποίημα με σκοπό να ακουστεί πρώτα από την ίδια, να την πείσει πως μια θλίψη εσωτερική ακόμα ζει και (διαρκώς πεινασμένη) θεριεύει ζητώντας τη λύτρωση μέσα από τη γραφή. Σ’ αυτό το τοπίο εισέρχεται και ο αναγνώστης ακολουθώντας τα βήματα των ποιημάτων. Η ποιήτρια δίνει και τη μέθοδο, του υλοτόμου, όπως θα τιτλοφορήσει και ένα ποίημά της και ολόκληρη τη συλλογή της. Και η ίδια στο οπισθόφυλλο θα διευκρινίσει:

Ο υλοτόμος:

Τον χρειάζεται το δάσος για να αναπνεύσει. Ρίχνεται στους κινδύνους των δυνατών ανέμων και παλεύει σε αντίξοες συνθήκες, εκτεθειμένος στην ύπαιθρο και στην απομόνωση. Αντιτάσσει δεξιότητες, μηχανικά μέσα, προσοχή και ψυχραιμία. Έχουν ανάγκη το τσεκούρι του οι συνάνθρωποί του.



Και να πώς εδώ ξεκάθαρα διαφαίνεται και ο ρόλος του ποιητή, στη διττή του υπόσταση: να έχει να αντιπαλέψει με τους δικούς του δαίμονες (σφοδρά απαιτητικούς και πεινασμένους για   πολλαπλασιασμό του πόνου και του πένθους) και ταυτόχρονα να νιώθει τη συνθήκη της αναπόφευκτης επικοινωνίας με όποιον θα θελήσει να εισέλθει στο δάσος των πελεκημένων δέντρων. Είναι ο μηχανισμός της λήθης που πελεκάει τα οδυνηρά κλαδιά που ζώνουν τον μέσα κόσμο, μήπως κι έτσι βρει τον δρόμο να συνεχίσει η ζωή, απτόητη θαρρείς από τα χτυπήματα της μοίρας. Είναι ταυτόχρονα η θλίψη που εγκαταβιοί στα απύθμενα του νου κι όλο ζητάει νέα τροφή για να μη σωθεί το δικό της το καντήλι ποτέ. Σ’ αυτό το τοπίο έρχεται το ποίημα να μιλήσει, κι όλο κραυγάζει να δούμε πίσω από τις λέξεις τον πόνο που το γέννησε.

Μας μέμφονται

για νοητικές ακροβασίες,

γιατί συχνά ο χρόνος μας

είναι πηγή αγωνίας

κι αποζητούμε να ραντιστούμε

με τη δροσιά της λήθης.

Θανατώνουμε τα κλαδιά του πόνου

περιχαράσσοντας τον θεριεμένο κορμό του

για να διακόψουμε την τροφοδοσία του.

Οι ελπίδες μας δεν καίγονται.

Ανοίγουμε, βλέπεις, ζώνες πυρασφάλειας

στο δάσος του μυαλού μας,

πλήθος ηλιαχτίδες χωρίς διαβατήριο

φτάνουν στις ρίζες μας.

Τις βαφτίζουμε «μηχανισμούς απώθησης».

Ανασαίνουμε!



Η ποίηση της Γιώτας ακροβατεί με μια λεπτή και επίφοβη ισορροπία ανάμεσα στη μέσα θλίψη -που ολοένα βαθαίνει και εδραιώνεται- και στη φωνή της ζωής που καλεί για μια σωτήρια λήθη. Μπαινοβγαίνει στους αρχαίους μύθους, φοράει τα προσωπεία των μυθικών πλασμάτων και μιλά με τη φωνή τους βρίσκοντας στη δική τους σοφία μια ομοιότητα ιαματική – για όσο αντέξει η φαρμακευτική δράση· άλλωστε γνωστή η καβαφική ρήση για το λιγοστό της ίασης,  ωστόσο επιθυμητής μέσα στην τραγικότητά της.

[…]

Οι χοροί του Φοίβου και του Βάκχου,

σαν υπάρχουν μέσα μας,

τροφοδοτούν τη σκέψη της μέρας μας:

Με φρυκτωρίες ανάβουν

το αναίτιο για τους άλλους

χαμόγελο της μέρας,

που παίρνει αμέσως θέση

στον κύκλο του νυχτερινού χορού.




Στο σημείο αυτό ίσως εγείρεται ένα ερώτημα: μια τόσο προσωπική στα χαρακτηριστικά της ποίηση ποια απήχηση μπορεί να έχει στον αποδέκτη της; Είναι που καλά κρατεί και η ιδεολογικά φορτισμένη θέση για τον κοινωνικό χαρακτήρα που δυνάμει καταξιώνει την ποίηση. Είναι και η εσωστρέφεια συχνά των ποιητών να αποτυπώνουν ένα μοναχικό ποιητικό υποκείμενο μέσα στους στίχους τους, που αδυνατεί να επικοινωνήσει με ό,τι βρίσκεται πιο έξω από τον στενό τους μικρόκοσμο. Απέναντι σε μια ανάλογη πραγματικότητα τι έχει να αντιπροτείνει μια ποίηση όπως αυτή που εδώ εξετάζεται απορρίπτοντας τον εγωκεντρισμό και την περιθωριοποίηση, ατοπήματα για τα οποία ελέγχεται ο ποιητής; Παραθέτω εδώ την εν συντομία και εν είδει ποιήματος Ποιητική της ποιήτριας:

Ποίηση:

Απόδοση τιμών στα ανθρώπινα πάθη.

Ακάνθινος σταυρός που προχωρά τα βάσανα του κόσμου.

Οι ανοιχτές αγκαλιές μιας μάνας για όλα τα παιδιά της.

Η διαμαρτυρία του Άδη για την ερήμωση του βασιλείου του.

Μια πεινασμένη θλίψη όλα μας τα ποιήματα.



Με τον τρόπο αυτό ενώνεται η μοναχή (από τη φύση της) φωνή του ποιητή με το δράμα του ανθρώπου· έτσι ο αποδέκτης κοινωνεί τη θέαση του κόσμου από την προνομιούχο θέση του ποιητή· το ένα ποίημα μεγαλώνει τη θλίψη του για να χωρέσει τη θλίψη και την κραυγή όλου του κόσμου. Μόνο που για να λειτουργήσει έτσι η ποίηση, πρέπει να είναι η φωνή της ειλικρινής, να πηγάζει η αφορμή της από την αυθεντική ανάγκη μετουσίωσης του πάθους σε λόγο. Το ποίημα δεν γράφεται με γνώσεις στιχουργικής· αυτή θα χρειαστεί για να κερδηθεί ο ρυθμός, να μη χαθεί η αρμονία. Ωστόσο, η αληθινή της ουσία βρίσκεται στη βίωση των στιγμών του χρόνου που παρήλθε, στη συσσώρευση της πείρας από μια ζωή που πασχίζει να ιστορηθεί, γιατί αλλιώς πεθαίνει. Πώς, λοιπόν, να απαντηθεί αλλιώς το αρχικό ερώτημα αυτού του σημειώματος; Μια πεινασμένη θλίψη είναι που κρατά τη γραφίδα και έτσι μόνο γράφονται τα αληθινά ποιήματα. Η ποιήτρια εδώ μας το έδειξε με τον πλέον εύγλωττο τρόπο.

Κοιτάζω τα πουλιά στο πέταγμά τους στο υπέροχο εξώφυλλο της Δήμητρας Κουλούρη.
Γλάροι που έχασαν το θαλασσινό τοπίο και βρέθηκαν στο σκοτεινό δάσος, τρομαγμένα από τον ήχο των υλοτόμων. Ζυγίζουν τα φτερά τους και μοιάζει αυτό το ζύγισμα με μια στροφή της Μοίρας, όπως η Άτροπος αιφνιδιαστικά αποφασίζει για το νήμα της ζωής. Μια συνομιλία με τα ενδότερα του βιβλίου.



Διώνη Δημητριάδου