Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

«Εξόριστα καλοκαίρια» «Στις ράγες της μνήμης» δύο ποιητικές συλλογές του Ιωάννη Σ. Παπουτσάκη από τις εκδόσεις βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stis-rages-tis-mnimis/


«Εξόριστα καλοκαίρια»

«Στις ράγες της μνήμης»

δύο ποιητικές συλλογές

του Ιωάννη Σ. Παπουτσάκη

από τις εκδόσεις βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stis-rages-tis-mnimis/




η ποίηση του «εμείς»

Δεν καταφέραμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο αδελφέ μου

Όμως δεν κατάφερε κι ο κόσμος

ν’ αλλάξει εμάς

(Οι ράγες της μνήμης)



Καμιά φορά μέσα στο ελάχιστο σώμα των λέξεων ενός ποιητή διαβάζουμε τη θεώρηση της ζωής, τον τρόπο που αυτός βλέπει τον εαυτό του, τον κόσμο και τη θέση του σ’ αυτόν. Πίσω από τις λέξεις ακούμε τον ήχο της διάψευσης του οράματος, της απογοήτευσης για έναν αγώνα που αποδείχθηκε μάταιος ως προς τη δυναμική  του να μεταμορφώσει τον κόσμο· ταυτόχρονα όμως νιώθουμε την ικανοποίηση του ποιητικού υποκειμένου για τη διάσωση εαυτού μέσα από τα συντρίμμια ενός τοπίου διαλυμένου. Ο Ιωάννης Παπουτσάκης συχνά χρησιμοποιεί το εμείς στην ποίησή του, και αυτό από μόνο του είναι δηλωτικό του ήθους του – φυσικά όχι μόνον του ποιητικού. Για να μπορέσεις να δεις τον εαυτό σου ενταγμένο σε ένα σύνολο που έχει κοινά οράματα, άρα διάθεση για κοινούς αγώνες, πρέπει πρώτα να έχεις καταργήσει μέσα σου το επικίνδυνο εγώ της έπαρσης και της οίησης αλλά και την αυταπάτη της αυτάρκειας.  Έτσι προσεγγίζεται ο ποιητικός λόγος στοχεύοντας τον αποδέκτη του με ειλικρίνεια. Και αυτό το προσωπικό ήθος αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει μέσα στην ποίηση και η κοινωνική ευαισθησία και η αυθεντική μετατροπή του ιδιώτη σε πολιτικό ον, σκεπτόμενο και ενεργό.



Κάθε μας χαμόγελο και κάθε μας τραγούδι

είναι μια γροθιά

στους αγέλαστους κι ανέραστους

που θέλουν να μας τα στερήσουν

Το ξέρουμε πως μας μισούν γι’ αυτό

Γιατί δεν είμαστε κι ούτε θα γίνουμε

όμοιοί τους

(Εξόριστα καλοκαίρια)




Έχει ενδιαφέρον η ποίηση που ανοίγεται στον κοινωνικό προβληματισμό, που ψάχνει τα όρια του λόγου της μέσα σε άδειους δρόμους μαζί με τους αρνητές του πολιτικού συμβιβασμού, τους πιστούς των μοναχικών ιδεών τους. Και ακόμη περισσότερο ενδιαφέρουσα γίνεται, όταν επιλέγει την συμπερίληψη της ατομικής της διαμαρτυρίας (συχνής στην ποίηση) στη συνομοταξία των ομοίων και ομοφρονούντων. Για κάποια αναζήτηση ελπίδας άραγε; Η ποίηση του Παπουτσάκη έχει ένα λεπτό (αδιόρατο σχεδόν) στρώμα αισιοδοξίας, που αφήνει ο ποιητής να φανεί κάτω από τις διαψεύσεις, τις ήττες (προσωπικές και κοινές), τα αδιέξοδα της διαλυμένης χώρας, τον αδυσώπητο χρόνο που απτόητος γράφει πάνω στα άλλοτε παιδικά πρόσωπα και καταργεί τη νεανική αφέλεια και την  πίστη στα όνειρα που διαρκούν.



Συνεχίζουμε την πορεία μας

Λαβωμένοι μα και περήφανοι

Λυγάμε κάπου-κάπου

μα βρίσκουμε τη δύναμη

και σηκωνόμαστε ξανά

Αντέχουμε αδέλφια

Πρέπει ν' αντέξουμε

Για μας, για σας

Για όλους τους ασυμβίβαστους αυτής της γης

που παλεύουν για μια χαραμάδα φως

(Εξόριστα καλοκαίρια)





Η αισιοδοξία αυτή πηγάζει από την άρνηση της αποδοχής του εύκολου συνυπολογισμού, της δελεαστικής ενσωμάτωσης στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής. Και ενισχύεται από τη συνοδοιπορία με τους ομοϊδεάτες – όσοι κι αν είναι αυτοί, όσο κι αν ολοένα λιγοστεύουν. Άλλωστε οι θιασώτες μιας πορείας δύσκολης ποτέ δεν ήταν πολλοί· ούτε και οι θιασώτες της ποίησης βέβαια. Συχνά η σκέψη γυρνά σ’ αυτούς που άνοιξαν δρόμο πιο παλιά, και που τώρα πλέον μόνο ως ανάμνηση επιστρέφουν. Δεν είναι τυχαία η εισαγωγική αναφορά που κάνει ο ποιητής στη δεύτερη συλλογή του (Στις ράγες της μνήμης) στην αφορμή που οδήγησε στη συγκεκριμένη γραφή. Θυμάται τον πατέρα του, έτσι όπως ένα κυριακάτικο απόγευμα τα βήματά του τον έφεραν σαν από μόνα τους σε ένα μνημονικό χρέος.




Είναι επιτέλους χρέος να αφιερώσω αυτή τη συλλογή στη μνήμη του αγαπημένου μου πατέρα, Σταμάτη. Στον άνθρωπο που μου έδειξε το δρόμο της ευγένειας, της καλοσύνης, της αξιοπρέπειας, της λεβεντιάς, της περηφάνιας, της δικαιοσύνης. Πάνω από το μνήμα του υποσχέθηκα να μην τον προδώσω. Και δεν θα το κάνω. Ούτε σ’ εκείνον ούτε σε μένα αρέσουν οι προδοσίες.



Θα ήταν λάθος να αποτιμηθεί ως ρομαντική η οραματική οπτική του ποιητή. Η ποίηση δεν υπερίπταται της πραγματικότητας ούτε, φυσικά, την ωραιοποιεί. Μέσα στην κοινωνία πλάθεται το ποίημα και την αλήθεια της κραυγάζει. Γι’ αυτό και κατορθώνει να βλέπει πιο πέρα και πιο πάνω από τους προκαθορισμένους δρόμους, να καταπνίγει τις πικρές απογοητεύσεις και με ωριμότητα να δηλώνει την απόλυτη συνειδητοποίησή του: «ποιος είμαι», «πού πηγαίνω», κυρίως «τι γίνεται εδώ». Είναι θέμα επιλογής, λοιπόν, το περιβάλλον που θα δώσει στον ποιητή την απαραίτητη ανάσα προκειμένου να μην πνιγεί μέσα στον κλοιό των συμβιβασμών που γύρω του πληθαίνουν προσφέροντας τα ανταλλάγματά τους. Ο ποιητής παρατηρεί γύρω του, αποθηκεύει εικόνες που πληγώνουν, εκτιμά τις δικές του αντοχές και κατόπιν μιλά. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.



Μιλάμε μόνο όταν πρέπει να μιλήσουμε

Όταν ο λόγος μας είναι πιο δυνατός απ’ τη σιωπή

δυνατά για να ακούσουν

αυτοί που φιμώνουν τις λεύτερες φωνές

για να τους δείξουμε ότι νικήσαμε το φόβο

που σφραγίζει τα στόματα των ανθρώπων.

(Εξόριστα καλοκαίρια)





Μας μεταφέρει τον δικό του κόσμο θέτοντας τα υποθετικά του ερωτήματα, γνωρίζοντας πως η ποίηση δεν δίνει απαντήσεις, ερωτήσεις μόνο διαμορφώνει και αυτές προτείνει στους αποδέκτες της:



Πώς θα ήταν η ζωή αν ο ήλιος της δικαιοσύνης

άπλωνε τις αχτίδες του πάνω από τις φτωχογειτονιές

εκεί όπου δεν υπάρχουνε τραγούδια

εκεί όπου φωλιάζουν τα έρημα πουλιά

και τα παιδιά τρώνε πικρό ψωμί

(Στις ράγες της μνήμης)




Η ποίηση του Ιωάννη Παπουτσάκη κάνει τη διαφορά μέσα στο ποιητικό τοπίο. Δεν έρχεται να προτείνει νέους τρόπους έκφρασης, νέες πολύπλοκες ανακατατάξεις του ποιητικού υλικού, δεν νεωτερίζει ούτε υπεραίρεται για την τάχα ριζοσπαστική της μορφή ή τις πρωτότυπες ιδέες της. Πολύ μακριά από την αληθινή τέχνη της γραφής και την ποιητική έμπνευση θα ήταν όλα αυτά, που ίσως κάποιους τους εντυπωσιάζουν. Εδώ ο τρόπος είναι ο οικείος μιας απεύθυνσης πρώτα προς εαυτόν και κατόπιν προς τον αναγνώστη/συνοδοιπόρο. Είναι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (που σπάνια το συναντάμε σε τόσο αυθεντικό νοηματικό περιεχόμενο) που προκαλεί σε κοινή πορεία. Ίσως όχι για αγώνα, αν αυτός είναι πλέον τόσο δυσδιάκριτος στον ορίζοντα, τουλάχιστον για έναν κοινό προβληματισμό. Και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.




Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν το «εμείς» υπερτερούσε του

 «εγώ»,

αν όλοι μας δηλώναμε αιώνιοι μαθητές, αέναοι κυνηγοί της

γνώσης

σε έναν κόσμο που πληθαίνουν οι δάσκαλοι της άγνοιας

κι οι δήθεν οραματιστές ενός αύριο που δεν έρχεται

(Στις ράγες της μνήμης)





Διώνη Δημητριάδου