Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Βραχνός προφήτης Ποιήματα & Κριτικά κείμενα 1981-1987 Χρήστος Μπράβος εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Βραχνός προφήτης

Ποιήματα & Κριτικά κείμενα

1981-1987

Χρήστος Μπράβος

εκδόσεις Μελάνι
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/mprabos-christos-melani-brachnos-profitis-dimitriadou





η θέα του σκοτεινού θανάτου

«Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά μου μού ’λεγε δημοτικά τραγούδια — ακούω ακόμα τον «Πραματευτή». Ο Πατέρας μού διηγιόταν ιστορίες από το αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν — με τον X. Ν. λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα — σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα — μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Από το 1976 ζω στην Αθήνα».

Με αυτό το σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ο ποιητής Χρήστος Μπράβος δίνει τα βασικά στοιχεία που ορίζουν το ποιητικό του έργο, δείχνει τις πηγές της ολιγοσέλιδης αλλά τόσο ξεχωριστής παρουσίας του στα γράμματα. Τρεις πυλώνες με άρρηκτη σύνδεση μεταξύ τους, τρία αλληλοσυμπληρούμενα τοπία που εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο δημιουργώντας τη μία εικόνα που περιγράφει όλο το έργο του. Αρχικά το έναυσμα για τη δική του κατάθεση στην ποίηση δίνεται από το δημοτικό τραγούδι, την παράδοση που έφτασε ως τις μέρες του μέσα από τις διηγήσεις και τα τραγούδια, με τη συλλογική συνείδηση ενός λαού που αρκέστηκε συχνά στην τραγικότητα της λαϊκής στιχουργίας, ικανής για την  απόδοση του εσωτερικού πάθους και της τραχιάς ζωής στην ελληνική ύπαιθρο χώρα.

[…]
«Όλο γεφύρια να περνάς·
όλο ν’ ακούς το κλάμα
της χτισμένης».

(Σφραγίδα, Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985)

Ενσωματώνοντας τους δικούς του στίχους στους παραδοσιακούς δημιουργεί τη νέα όψη της δημοτικής παράδοσης, αναβαπτισμένης στη σύγχρονη συνείδηση και στον προσωπικό του πόνο.

Πραματευτής κατέβαινε πάν’ από την Αυλώνα
Και συ λιώνεις στη Λάρισα με ταραγμένο νου
[…]

(Ανεπίδοτο, Ορεινό καταφύγιο, 1983)

Κι έρχεται, απαραίτητο συμπλήρωμα, η μνήμη των ηττημένων του Εμφυλίου. Το γεγονός πως ο Μπράβος ανήκει στην επόμενη γενιά και μόνον τον απόηχο των προηγούμενων έχει ως βίωμα προσωπικό δεν αναιρεί το δικαίωμα της πρόσβασης στον χώρο της ιστορικής μνήμης – όχι με τον μνημειακό και μουσειακό χαρακτήρα αλλά ως ιστορική συνείδηση, που διατρέχει τον παρελθόντα χρόνο, κι έρχεται και φωλιάζει μέσα στη χρονική διάρκεια της ζωής του. Έτσι «θυμάται» και όσα δεν έζησε, τα θεωρεί μνήμες του, ενσωματωμένες στις δικές του προσωπικές. Ως παραδόξως βιωμένος χρόνος και ο χρόνος που ηλικιακά δεν του ανήκει, ωστόσο εισχωρεί στα δικά του βιωμένα πράγματα.

[…]
Έπεσε νύχτα με πριόνι και θηλιά
κι οι λυπημένοι διάλεξαν τ’ αγρίμια·
νύχτα με χέρι σιδερένιο του τυφλού
στο δάσος οι παράνομοι εγλιστρήσαν
[…]
να’ χουν πετρώσει τα σκυλιά
κι οι λυπημένοι να ’χουν πιάσει
άγριες ράχες.

(Μαύρη κιβωτός, Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985)

Γυρνώντας ολοένα και πιο πολύ στο ίδιο τοπίο θανάτου, θυμάται τη μητρική κουβέντα και οριοθετεί τα βήματά του με την ιερή αίσθηση του καθήκοντος, οικειοποιούμενος τον χώρο της θυσίας ως τόπο οικογενειακό.

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά

η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
πεθαμένους.

(Οικογενειακό νεκροταφείο, Ορεινό καταφύγιο, 1983)

Τα δύο παραπάνω στοιχεία επικοινωνούν χαμηλόφωνα και υπαινικτικά δημιουργώντας τους συνειρμούς που ενοποιούν τα ποιήματα του Μπράβου σε ένα κοινό τόπο, όπου η προσωπική μνήμη δένει με τη συλλογική. Το τρίτο στοιχείο, από το οποίο αντλεί ο ποιητής την αφορμή της γραφής του, έρχεται τώρα ως επιστέγασμα των δύο προηγούμενων. Ο σκοτεινός θάνατος και η θέα που έχει σ’ αυτόν ο ποιητής. Η φωτοσκίαση του θανάτου εισχωρεί και αλώνει όποιο επιμέρους σκηνικό κατέγραψε η ποίηση. Ενυπάρχει σε κάθε χώρο που ο ποιητής περπατά, υποκρύπτεται ακόμη και πίσω στις ελάχιστες φωτογόνες εικόνες που απατούν τη συνείδηση του αναγνώστη. Ο χώρος της ποίησης του Μπράβου είναι σκοτεινός. Ο ήλιος που μοιάζει να ανοίγει το τοπίο μέσα από σπαρασσόμενα βουνά  δεν είναι ήλιος ζωής αλλά μια τραγική γέννα νέου θανάτου. Μέσα από τη θέα στον θάνατο ο ποιητής βρίσκει την εσωτερική του φωνή, νιώθει την επιταγή να μιλήσει στα χνάρια του δημοτικού τραγουδιού (σε θεματική και σε στιχουργική) αλλά και την ανάγκη να εισχωρήσει ταπεινά στις μνήμες των παλαιότερων και να τις οικειοποιηθεί.

Να στήνει ο κυνηγός τα δόκανά του
σε πέρασμα αγριμιού. Να πέφτει χιόνι.
Από παντού τον κόσμο να κυκλώνει
το μαύρο φως: η λάμψη του θανάτου.
[…]

(Ο γάμος ΙΙ, Μετά τα μυθικά, 1996)

Συναντάται με την ποίηση του Federico Garcia Lorca ακριβώς στο σημείο που η ζωή αγγίζει αναπάντεχα τη μη ζωή, τη φυσική της σκοτεινή συνέχεια, και οι στίχοι του αποπνέουν την ίδια αίσθηση που έχεις όταν διαβάζεις τον άλλο ποιητή – το ίδιο σιωπηλό άγγιγμα ενός κρυφού τοπίου.

[…]
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

(Σονέτο του σκοτεινού θανάτου, Μετά τα μυθικά, 1996)


Στην έκδοση, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2018 από το Μελάνι, υπάρχουν όλα τα ποιήματα του Χρήστου Μπράβου από τις συλλογές που εξέδωσε ο ποιητής εν ζωή αλλά και όσα εκδόθηκαν μετά τον πρόωρο θάνατό του το 1987 (Ορεινό καταφύγιο, Κείμενα 1983,  Με των αλόγων τα φαντάσματα, Κείμενα 1985, Καστανιώτης 1990, Μετά τα μυθικά, Πατάκης 1996, καθώς και ένα μονόφυλλο με το ποίημα Σονέτο του σκοτεινού θανάτου, Κείμενα 1986).  Η έκδοση συμπληρώνεται με τα κριτικά κείμενα του Μπράβου χρονολογούμενα στο διάστημα 1981-1987. Στα κείμενα αυτά ο Μπράβος ξεδιπλώνει μια άλλη οπτική, αυτή του εύστοχου και διεισδυτικού κριτικού σχολιαστή στα γραπτά των άλλων, και ασχολείται με τον Μίλτο Σαχτούρη (τρία κείμενα, τα οποία δικαιολογούν τη γειτνίαση με τον ποιητή ως προς τη θεματική αλλά εν πολλοίς και ως προς την τεχνοτροπία του υπερρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού) και με τον Γιάννη Δάλλα (ένα κείμενο). Στο πολύ ενδιαφέρον πρώτο κείμενό του για τον Μίλτο Σαχτούρη, με τον τίτλο «Η κριτική και ο  Μίλτος Σαχτούρης», κρίνοντας και συγκρίνοντας μεταξύ τους θετικά ή επικριτικά τις αναφορές και τα σχόλια των διαφόρων κριτικών στο έργο του Σαχτούρη δομεί σταδιακά τον κόσμο του κρινόμενου ποιητή. Δύσκολο εγχείρημα, απολύτως επιτυχές στα χέρια του Μπράβου.

Ο Χρήστος Δανιήλ έχει επιμεληθεί τη Βιβλιογραφία και την Εργογραφία και έχει προσθέσει στην έκδοση ένα κατατοπιστικό και διαφωτιστικό Επίμετρο για το έργο και τη φυσιογνωμία του ποιητή. Μια πλήρης έκδοση που έρχεται να καλύψει ένα κενό στη γνωριμία του αναγνωστικού κοινού με έναν ποιητή που έμοιαζε να έχει χαθεί στη λήθη και μόνον ψήγματα του σημαντικού έργου του διασώζονταν μέσα από παράπλευρες αναφορές, κυρίως μουσικές.  Ωστόσο πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον συνθέτη, τραγουδοποιό Θανάση Παπακωνσταντίνου που ευαισθητοποιήθηκε από την ποίηση του Μπράβου στο έργο του «Βραχνός προφήτης», Lyra 2000, τίτλος που επιλέχθηκε και στην παρούσα έκδοση. Για τους νεότερους ήταν ίσως η πρώτη σημαντική γνωριμία με τον ποιητή, μέσα από διασκευασμένα ποιήματα της συλλογής Με των αλόγων τα φαντάσματα.

Ο ποιητής, που συγκαταλέγει τον εαυτό του με τους λυπημένους, και νιώθει να βρίσκεται μέσα στο μαύρο δίχτυ του θανάτου, ίσως συνοψίζει το έργο του στους παρακάτω στίχους θυμίζοντάς μας μια ποίηση σκοτεινή και σπουδαία:

Όμως το πιο γλυκό βιολί
το παίζει ο θάνατος


Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου