Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Πεζογραφία έξι προτάσεις για ανάγνωση (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/exi-protaseis-gia-anagnosi/ Ελένη Γκίκα: Η ωραία της νύχτας, Λίλα Τρουλινού: Αουρέλια – η πρώτη μνήμη, Τζέιν Ώστιν: Σάντιτον, Τζούλια Γκανάσου: Γονυπετείς – μια πορεία προς την αρχή, Γεωργία Μακρογιώργου: Τύχη στα τείχη, Γιώργος Μολέσκης: Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο


Πεζογραφία 
έξι προτάσεις για ανάγνωση

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/exi-protaseis-gia-anagnosi/




Ελένη Γκίκα: Η ωραία της νύχτας, μυθιστόρημα,

 εκδόσεις Διάπλαση

Λίλα Τρουλινού: Αουρέλια – η πρώτη μνήμη,

νουβέλα, εκδόσεις Περισπωμένη

Τζέιν Ώστιν: Σάντιτον, μυθιστόρημα, (μετάφραση –

 επίμετρο: Λαμπριάνα Οικονόμου)

εκδόσεις Κοβάλτιο

Τζούλια Γκανάσου: Γονυπετείς – μια πορεία προς την

 αρχή, νουβέλα, εκδόσεις Γκοβόστης

Γεωργία Μακρογιώργου: Τύχη στα τείχη,

 μυθιστόρημα, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Γιώργος Μολέσκης: Όταν ο ήλιος μπήκε στο

 δωμάτιο, διηγήματα, εκδόσεις βακχικόν



Ελένη Γκίκα

 Η ωραία της νύχτας

μυθιστόρημα

εκδόσεις Διάπλαση




Δύο φονικά με απόσταση μεταξύ τους πενήντα χρόνια, με τη μια γενιά να ακολουθεί την  άλλη στην κοινή μοίρα της γυναικείας υποταγής, του πάθους, των ενοχών, με το αίμα να γράφει τη δική του πορεία και να στοιχειώνει συνειδήσεις στον μικρό κλειστό τόπο, που δεν μπορεί παρά να θυμάται. Γυναικείες αφηγήσεις να συμπλέκονται, η τωρινή γυναικεία ματιά να καταγράφει, να θυμάται, να συνδέει, να ενσωματώνεται στις ιστορίες, να τις οικειοποιείται.  Η Ελένη Γκίκα, έμπειρη της γραφής, βρίσκει τον τρόπο να μιλήσει για τις παλιές ιστορίες θυμίζοντας πως όλα εδώ ακόμη είναι ζωντανά. Και πάνω απ’ όλα, ξέρει πως ακόμα κι ένα σκηνικό βίας και αίματος μπορεί να δώσει ψήγματα ελπίδας μέσα από ανθισμένους κήπους και χαμηλόφωνες αγαπημένες παρουσίες. Διαβάζεται σαν μυθοπλασία. Προκαλεί σαν πραγματική ιστορία. Αγαπιέται σαν γραφή.


«Όπου κι αν έχω πάει πάντως, ο δικός μου τόπος με κυνηγάει. Απολογούμαι γι’ αυτόν, παθιάζομαι μαζί του, είμαι χώμα  απ’ το χώμα του, και νερό απ’ τα πηγάδια του, κουβαλάω τη βαριά σκιά  τη συκιάς και της προδοτικής κουτσουπιάς. Μυρίζω μιμόζα και αρμπαρόριζα έχω την αφή της αγριοτριανταφυλλιάς. Αναπνέω τα καμένα σκουπίδια του και τα βρεγμένα σοκάκια του, είμαι τζιτζίκι κι αηδόνι του, είμαι η νυφιάτικη φωτογραφία της δικής μου γιαγιάς. Είμαι η ιστορία του και το καμένο του παρελθόν, είμαι οι αδικοχαμένοι και οι προδότες του, είμαι τα θύματα και ο θύτης τους […] Είμαι η Ελένη που ξαναζεί το παρελθόν της να αναγεννάται ανάγλυφο, είμαι ό,τι επιζεί από μεγάλη πυρκαγιά. Είμαι η φλόγα η ίδια και μ’ έκαψα. Είμαι η μνήμη, που για να επιζήσω προσποιούμαι καμιά φορά και τη λησμονιά».



Λίλα Τρουλινού

Αουρέλια – η πρώτη μνήμη

νουβέλα

εκδόσεις Περισπωμένη




Με τον προσωπικό της τρόπο γραφής η Λίλα Τρουλινού κινούμενη ανάμεσα στην πεζογραφική απόδοση της ιστορίας και στην ποιητική εξαΰλωσή της, μας μεταφέρει πίσω στον χρόνο, στο μεσοπόλεμο διάστημα, στη Ρουμανία των μεγάλων οραμάτων και του εκκολαπτόμενου φασισμού, για να μας προσγειώσει στην υγρή πραγματικότητα της σημερινής Θεσσαλονίκης. Με την Αουρέλια, τη Ραλούκα και τη Χρυσούλα, κι ανάμεσα τους συνδετικό νήμα τη μνήμη. Μυθοπλασία και ιστορία. Ήρωες αληθινοί και επινοημένοι σε συμπόρευση σ’ αυτή τη συναρπαστική νουβέλα. Ανάμεσά τους ο Παναΐτ Ιστράτι (ποιος αλήθεια θυμάται τη «Νερατζούλα» του;) που τον μάθαμε πιο πολύ μέσα από τη σχέση του με τον Νίκο Καζαντζάκη. Αξιοπρόσεκτη παρουσία η Τρουλινού, εδώ με τη δεύτερη πεζογραφική της εμφάνιση.


«Επινοώ τη μνήμη μου σημαίνει ψάχνω τα χνάρια, αναζητώ τα ίχνη, την κοίτη του ποταμού ψηλαφώ, τους κόκκους του χρυσαφιού και της άμμου, τις πέτρες, τα βάραθρα, τα φαράγγια και τα αργιλώδη τοιχώματα απ’ όπου κύλησε το ρεύμα του χρόνου». «Σαν να λες ότι πρόκειται για διαισθητική δουλειά της φαντασίας, κι όχι για αυθαίρετη μυθοπλασία. Πάνω στα διάσπαρτα ίχνη αναπλάθεις το παρελθόν σε μια εικόνα ρευστή, ζωντανή».



Τζέιν Ώστιν

Σάντιτον

μυθιστόρημα

(μετάφραση - επίμετρο: Λαμπριάνα Οικονόμου)

εκδόσεις Κοβάλτιο




Ένα χειρόγραφο με τον τίτλο «Τα αδέλφια», δώδεκα κεφάλαια ενός ημιτελούς μυθιστορήματος, που φέρει το όνομα της Τζέιν Ώστιν και θα εκδοθεί με τον τίτλο «Σάντιτον» το 1925 (πάνω από εκατό χρόνια μετά) και θα μεταφραστεί στα ελληνικά μόλις το 2017 (διακόσια χρόνια μετά τη γραφή του και τον θάνατο της Ώστιν). Θα μπορούσε να θεωρηθεί και το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Μια ιστορία που αν και ανολοκλήρωτη συγκινεί με τις γυναικείες παρουσίες (ενδιαφέρουσα εδώ η πρώιμη εστίαση της Ώστιν στην αξία της γυναίκας ως μοχλού των εξελίξεων)  αλλά και δείχνει (έστω σχηματικά μέσα από τη μυθοπλασία) τη δημιουργική δύναμη της οικονομικής βάσης του όλου κοινωνικού οικοδομήματος, ικανή να μεταλλάσσει και τις συμπεριφορές των υποκειμένων.


[…] έχουμε έρθει στον κόσμο για να φανούμε όσο το δυνατόν πιο χρήσιμοι, και όποιος διαθέτει νοητική δύναμη δεν πρέπει να βρίσκει δικαιολογίες ή να σκαρφίζεται προφάσεις λόγω σωματικής αδυναμίας. Οι άνθρωποι -κατά βάση- χωρίζονται σε πνευματικά αδύναμους και δυνατούς· σε αυτούς που μπορούν να δράσουν και σε αυτούς που δεν μπορούν· επιτακτικό καθήκον των ικανών είναι να φαίνονται χρήσιμοι σε κάθε ευκαιρία.



Τζούλια Γκανάσου

 Γονυπετείς –μια πορεία προς την αρχή

 νουβέλα

 εκδόσεις Γκοβόστης




Πεζογράφος με διακρίσεις ήδη στο ενεργητικό της η Τζούλια Γκανάσου έρχεται με τους «Γονυπετείς» να ταράξει για τα καλά τα νερά της πεζογραφίας. Μια νουβέλα με την ανατροπή (από τα βασικά γνωρίσματα αυτού του λογοτεχνικού είδους) να κυοφορείται από την αρχή της αφήγησης ως εσωτερική αναδιάταξη τροφοδοτούμενη από το τάμα που ωθεί το υποκείμενο σε ταπείνωση, σε ισοπέδωση, σε ανατομία της ζωής του, σε υπέρβαση της πραγματικότητας, σε εξομοίωση με τον πάσχοντα άνθρωπο εν γένει. Τα τρία μέρη της ιστορίας: Υπέρ Πίστεως, Υπέρ Ερεύνης (και άλλων υποσχέσεων) και Υπέρ Ανθρώπου, οδηγούν την αφήγηση από το κατώτερο επίπεδο στο ανώτερο, και τη γυναίκα/αφηγηματικό υποκείμενο από τη γονυπετή στάση στην ανύψωση.




Εμείς, σκυμμένοι στα τέσσερα, σε ό,τι έχουμε πιο ιερό, ικετεύοντας για να γλιτώσουμε από κάτι, για να κερδίσουμε λίγο χρόνο ή λίγη δύναμη ψυχής, απαρτίζουμε ένα νέο είδος. Δανειζόμαστε το αερικό κομμάτι από τις σκιές και το σουλούπι από τα τετράποδα, διαθέτουμε όμως νόηση και ίσως ορθό λόγο, αναπτύσσουμε αισθήματα ή έξι στις κλωτσιές, είμαστε έτοιμοι να τραφούμε με ό,τι βρίσκουμε στο χώμα, να ξεδιψάσουμε με αίμα και ιδρώτα, να ουρήσουμε μπροστά σε όλους χωρίς καμία αιδώ, να εκφραστούμε χωρίς δεύτερες σκέψεις, να προσκυνήσουμε τη θέα μιας ροδαλής γαλήνιας αυγής γιατί ζήσαμε ακόμη μια μέρα… Ναι, είμαστε ύποπτοι για τα χειρότερα ή για τα καλύτερα εντέλει, ποιος θα μπορούσε να ξέρει;







Γεωργία Μακρογιώργου

Τύχη στα τείχη,

μυθιστόρημα

εκδόσεις Γαβριηλίδης




Θεσσαλονίκη, Νάουσα, Κωνσταντινούπολη, Νέα Υόρκη. Το σκηνικό για την πρώτη εμφάνιση στη λογοτεχνία της Γεωργίας Μακρογιώργου. Αν μπορούσαμε να ορίσουμε την ιδιότυπη γυναικεία γραφή χωρίς επιφανειακές προσεγγίσεις, θα είχαμε πρόσφορη την κατηγοριοποίηση για τη γραφή αυτή. Αν, πάλι, ήταν εύκολη η θέσπιση μια νέας κατηγορίας που θα παρέπεμπε στις διάφορες σχολές δημιουργικής γραφής, θα είχαμε ένα δείγμα της εδώ. Πολύμορφη η προσέγγιση του θέματος με εμβόλιμα στοιχεία πολλά, όπως πολλές και οι αναφορές σε εξωκειμενικά πρόσωπα. Περιέργως όλο αυτό με κάποιο τρόπο δένει σε ένα σύνολο ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι, αν ξεπεραστεί το -ενδεχομένως δικαιολογημένο- άγχος της συσσώρευσης ανομοιογενών στοιχείων σε μία και μόνο συγγραφική κατάθεση, θα έχουμε μια σημαντική νέα πεζογράφο.


Λίγο πιο πέρα από την Τροία είχε γεννηθεί η γιαγιά Ευτυχία. Όχι σε πόλεμο, σε ειρήνη. Απέναντι από το σπίτι της, ο σταθμός του τρένου και μια γέφυρα. Έπλεκε και κεντούσε η γιαγιά Ευτυχία και είχε πολλά παιδάκια φίλους, και Ελληνόπουλα  και Τουρκόπουλα. Η ειρήνη, όμως, χάλασε και η οικογένεια της γιαγιάς έφυγε. Πρώτα με τρένο, μετά στη θάλασσα, ανέβηκαν σε βάρκες. […] Οι ιστορίες των ανθρώπων μοιάζουν. Η γιαγιά του μπαμπά, η Ευτέρπη, είχε κι αυτή  μια τέτοια ιστορία. Αυτή όμως δεν ζούσε δίπλα σε σταθμό τρένου, αλλά δίπλα σε λίμνη. Κι αυτή έπλεκε και κεντούσε και είχε φίλους Ελληνόπουλα και Βουλγαρόπουλα. Τον ίδιο καιρό που χάλασε η ειρήνη, έφυγε κι αυτή με την οικογένειά της από τον τόπο της, αλλά με κάρο, όχι με τρένο.



Γιώργος Μολέσκης

 Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο

 διηγήματα

 εκδόσεις βακχικόν






Τα διηγήματα του Γιώργου Μολέσκη είναι ιστορίες με έντονο το προσωπικό στοιχείο, είτε αφορούν αληθινά γεγονότα είτε πρόκειται για μυθοπλαστικές επινοήσεις. Ίδιον των δοκιμασμένων συγγραφέων (και εδώ έχουμε έναν εκπρόσωπο τέτοιας γραφής) να μπορούν να ενσωματώνουν το ατομικό/προσωπικό τους βίωμα σε πρόσωπα ηρώων που ξεπερνούν τις διαστάσεις του ενός προσώπου και μένουν στη μνήμη ως ιδιαίτερες περσόνες. Από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες της συλλογής αυτές που έχουν ως τόπο της αφήγησης τη γενέθλια γη του, την Κύπρο. Οι ήρωές του με χαρακτηριστική άνεση οικειοποιούνται τον χώρο που τους αναλογεί σε κάθε διήγημα, και αναδεικνύουν την ανθρώπινη διάσταση του χαρακτήρα τους· άλλωστε ανθρωποκεντρική είναι εν γένει η θεώρηση του κόσμου του Μολέσκη. Διαβάζω στο βιογραφικό του ότι έχει μεταφράσει τον Μαγιακόφσκι αλλά και σύγχρονους Τουρκοκύπριους ποιητές, και σκέφτομαι πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ίσως μια (αμελητέα συχνά) παράμετρος για να αναδειχθεί ο καλός λογοτέχνης να είναι και η ιδεολογική του ευρύτητα. Πολύ αξιόλογη γραφή.


Τότε θυμήθηκα τη γιαγιά μου, που δεν ζούσε πια, να μου απαγγέλλει αυτά τα ποιήματα μέσα στην αυλή της τη νύχτα κάτω απ’ τ’ άστρα. Τα απάγγελλε ακριβώς όπως ήταν γραμμένα στο βιβλίο. Πώς τα ήξερε; Αφού δεν θα μπορούσε να τα διαβάσει ακόμη κι αν είχε το βιβλίο. Ήταν αναλφάβητη. Τα διάβαζα και η συγκίνηση μου ήταν διπλή, τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα.

Κοίταξα ξανά το εξώφυλλο του βιβλίου. Διάβασα το όνομα του ποιητή: Βασίλης Μιχαηλίδης. Από τότε δέθηκαν μαζί στη συνείδησή μου η γιαγιά μου η Λουκιανή, ο Βασίλης Μιχαηλίδης, εγώ μικρό παιδί, το χωριό μου και η Αμμόχωστος.



Διώνη Δημητριάδου