Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Με το π της Ποίησης δεκατρείς λογοτέχνες για την τρίτη ηλικία από την ομάδα λογοτεχνών Νήματα Μνήμης εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/me-to-p-tis-poiisis/


Με το π της Ποίησης

δεκατρείς λογοτέχνες για την τρίτη ηλικία

από την ομάδα λογοτεχνών

Νήματα Μνήμης

εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/me-to-p-tis-poiisis/




ο κοινωνικός ρόλος της ποίησης

Η ατομική έκθεση του καθενός έχει οπωσδήποτε μια γοητεία, λίγο ναρκισσισμό, μια δόση επιβεβαίωσης και άλλα ακόμη υπερμεγέθη και φανταχτερά. Η συμμετοχή, όμως, σε συλλογικό έργο φέρει μέσα της πολύ πιο σημαντικά πράγματα. Ας πούμε το άγγιγμα του άλλου στη διπλανή σελίδα, το ξάφνιασμα της συνάντησης με την απροσδόκητη συμπλήρωση του δικού σου λόγου. Δεν είναι λίγο να στεγάζεις τη σκέψη σου, το λιγοστό σου κάτι μαζί με τους άλλους και από όλο αυτό να προκύπτει  ένα σύνολο θαυμάσιο. Ακόμη πιο σημαντικό αποβαίνει το όλο εγχείρημα, αν το θέμα του έχει από μόνο του τη δυναμική να προσεγγίσει την ευαισθησία του αποδέκτη, του αναγνώστη.

Η λεγόμενη τρίτη ηλικία, και μόνον από την εύγλωττη αρίθμησή της κινητοποιεί τη σκέψη σε δρόμο παραπλανητικό. Οι άνθρωποι που έχουν διαβεί τα δημιουργικά χρόνια της ζωής τους και τώρα βρίσκονται λίγο πιο πέρα, λίγο πιο άκρη από εκεί που χτυπά η καρδιά των δρώμενων, δεν είναι κατ’ ανάγκη παραιτημένοι από τη ζωή τους. Απλώς βλέπουν διαφορετικά πλέον τη συμμετοχή τους, με περισσότερη στωικότητα, ανοχή, περισσότερη σοφία εν τέλει. Για κάποιους, βέβαια, δυστυχώς η κατάσταση είναι πιο δύσκολη· με μειωμένη την αίσθηση της επαφής με την πραγματικότητα δεν επικοινωνούν με τους συνήθεις τρόπους, χωρίς αυτό σε καμία περίπτωση να σημαίνει ότι δεν συμμετέχουν στο κομμάτι της ζωής που τους αναλογεί, και το οποίο συχνά μας διαφεύγει. Όπως μας διαφεύγει και το δικαίωμα που έχουν ακόμη να μοιράζονται μαζί μας τις καθημερινές συνήθειες, τους χώρους που διαβιούμε αλλά και τον χρόνο μας – πολύτιμο και για μας και γι’ αυτούς.

Το πώς διαχειρίζεται ο καθένας τους υπερήλικες (γονείς, συγγενείς, φίλους ή γνωστούς) είναι φυσικά μια προσωπική του υπόθεση και ένας δικός του δύσκολος αγώνας, στον οποίο προσφέρουν αρωγή η επιστήμη, η νοσοκομειακή περίθαλψη και οι δομές της κοινωνικής πρόνοιας, αν και εφόσον υπάρχουν και λειτουργούν σωστά. Το ζητούμενο εδώ είναι αν μπορεί η γραφή, η λογοτεχνία να δώσει τη δική της συμμετοχή στο πρόβλημα, αν μπορεί να δηλώσει παρούσα. Το θέμα του κοινωνικού ρόλου της τέχνης είναι ανοιχτό προς συζήτηση·  ίσως για κάποιους υπερτερεί η αισθητική απόλαυση και παραμερίζει την οποιαδήποτε απόκλιση από αυτήν  που θα οδηγούσε σε ποικίλες σκοπιμότητες. Ωστόσο, από τη στιγμή που ο δημιουργός επηρεάζεται αναπόφευκτα από τον κοινωνικό περίγυρο, δρα και κινείται μέσα σε δεδομένες συνθήκες, είναι παράδοξο να πούμε πως δεν μετέχει μέσω του έργου του στον προβληματισμό της κοινωνίας και δεν εκφράζει κάποιες από τις παραμέτρους της. Το θέμα είναι αν οι δημιουργοί ευαισθητοποιούνται να μιλήσουν για τις πλέον δύσκολες εικόνες της κοινωνικής τοιχογραφίας. Έρχεται στη σκέψη μου ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης και το ελάχιστο σε σώμα ποίημά του, στο οποίο έβαλε μέσα σε μόλις είκοσι λέξεις όλη την ένοχη πραγματικότητα, δείχνοντας από τη μια  τη συνειδητοποίηση μιας εσφαλμένης πρακτικής και από την άλλη τον ρόλο της ποίησης:

Και βέβαια σε τίποτε

δε χρησιμεύει η ποίηση.

Εκτός αν κάποιος που διαβάζει τώρα

τρέξει μετανιωμένος και την ξαναφέρει

σπίτι.

(Γιάννης Βαρβέρης, «Οίκοι ευγηρίας, από τη συλλογή Βαθέος

γήρατος, εκδόσεις Κέδρος, 2011)



Το συλλογικό έργο «Με το π της Ποίησης» που δημιουργήθηκε από τη λογοτεχνική ομάδα Νήματα Μνήμης περιλαμβάνει δώδεκα ποιήματα (από ισάριθμους ποιητές), τα οποία ενσωματώνονται λειτουργικά, δραματουργικά, σε ένα διήγημα («Το Κελί»), έτσι ώστε να διαμορφώσουν ένα κείμενο ενιαίο σχετικό με την τρίτη ηλικία. Το διήγημα παίρνει τον ρόλο του ανθρώπου που βρίσκεται κοντά στο τέλος του δρόμου – ή έστω στο τέλος όπως το όρισαν κάποιοι γι’ αυτόν.

Πλέον έχω ξεχάσει πώς ήμουν όταν μπήκα εδώ – ή μήπως δεν το θυμόμουν ποτέ; Οι μνήμες γυρίζουν σε μαιάνδρους στο μυαλό μου, τι ήταν πρώτο και τι κατοπινό, τι όρισε τι ή απλώς κάτι, μάλλον απροσδιόριστο, και τι πέρασε χωρίς ν’ αφήσει ίχνος.


(απόσπασμα από το «Κελί»)



Με την  ιδιόμορφη μεταφορική εικόνα του εγκλεισμού του στο κελί δημιουργείται ένας έντονος οδυνηρός προβληματισμός για τον τρόπο που γίνεται αντιληπτή από τον ίδιο η τοποθέτησή του στο περιθώριο της ζωής.



Δεν επέλεξα να βρεθώ εδώ μέσα. Άλλωστε, δεν υπάρχει και επιλογή, κανείς μας δεν θα μπορούσε ποτέ να το επιλέξει. Εδώ απλώς ερχόμαστε και περιμένουμε, διάγουμε την καθημερινή μας ρουτίνα, αναπόδραστη και χωρίς τεράστιες διακυμάνσεις, διερωτόμαστε για τα πιο σημαντικά και τα πιο ασήμαντα περιστατικά, απαριθμούμε τις χαρακιές στον τοίχο και βλέπουμε τον ασβέστη να σπάζει σε μικρά κομμάτια, μέρα με τη μέρα, όπως κι εμείς.


(απόσπασμα από το «Κελί»)





Με τα ενσωματωμένα ποιήματα μοιάζει να συνομιλεί αυτός ο άνθρωπος με όσους θεώρησαν αυτονόητη την περιθωριοποίησή του. Μερίδια ενοχής εκφράζουν τα ποιήματα, το καθένα με τον δικό του τρόπο, με εμφανή περισσότερο ή λιγότερο την προσωπική συμμετοχή του εκάστοτε γράφοντος στο δράμα του Άλλου, που μπορεί ή όχι να επικοινωνεί μαζί του, που διεκδικεί με περισσότερο ή λιγότερο σθένος τη δική του γωνιά στη ζωή.



Ήταν εκεί

στον φυλλοβόλο χρόνο της ζωής της

…………………………………………

Μα είναι κι εκείνο το παιδί,

που μέσα τους κοιμάται.

……………………………………….

Τα έβλεπε όλα καθαρά.

Υπήρχαν μέσα του και γύρω του.

………………………………………

Κι όλα αυτά θα ξαναέρχονται όσες ασπίδες χλωμής επικοινωνίας

κι αν εφεύρουμε.

…………………………………………

Εκφραστικά πετρωμένος

Υπαρξιακά  -προς το παρόν- άπατρις

…………………………………………

σαν άχρηστο παλιό σκαρί

σ' ερημικό λιμάνι.

…………………………………………

η ομοφροσύνη

ηρωική και νεανική

……………………………………..

Εκών ή άκων μ’ έξοδο

άφησες το κορμί σου.

………………………………………

Πριν πέσει η αυλαία θα ακούσω τη φωνή σου

την περασμένη μου ζωή να γητεύει.

……………………………………………….

Και οι απώλειες κάθε ημέρας  σωρηδόν

-πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός-

…………………………………………

Δεν υπάρχει θάνατος. Μετά τη γεροντική ηρεμία έρχεται το έμβρυο· τόσο φυσικά και άμεσα όσο κάθε πραγματική αλλαγή.

………………………………………

Υπήρξε κάποτε δεσπόζουσα η φλούδα σε ψυχική ουλή ανήκουσα

σε παραμυθικό λόγο.


(αποσπάσματα από τα δώδεκα ποιητικά κείμενα)



Στο συλλογικό έργο συμμετέχουν με τα έργα τους οι λογοτέχνες:
Διώνη Δημητριάδου, Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Αγγελική Ζερβαντωνάκη, Ματίνα Καρελιώτη, Στάθης Κεφαλούρος, Χαράλαμπος Μαγουλάς, Αναστασία Μαργέτη, Αντώνης Παπαδόπουλος, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Ηλίας Παπακωνσταντίνου, Αντρέας Πολυκάρπου, Φαίη Ρέμπελου, Γιώργος Ρούσκας. Στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο έργα του εικαστικού Κωνσταντίνου Βερούτη.


Εδώ το εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου, όπου και εξηγείται το εγχείρημα και ο εύστοχος τίτλος του:

Η Ποίηση φτιάχνεται με λέξεις. Η ομορφιά της είναι ότι με τη σύνθεσή τους σε ένα ποίημα αυτές αποκτούν τέτοια δυναμική, που ξεφεύγουν από αυτό, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα μοναδικό ταξίδι σε κόσμους άλλους, διαφορετικούς. Στη συγκεκριμένη δράση ως ομάδα προσπαθήσαμε ώστε οι λέξεις να μας ταξιδέψουν στον κόσμο της Τρίτης Ηλικίας για να κοινωνήσουμε από τη σοφία, την εμπειρία και την ανθρωπιά της, για να ενώσουμε το σταθερό μας χέρι με αυτό, που όσο αδύναμο ή τρεμάμενο κι αν είναι, εξακολουθεί να δίνει απλόχερα, να παίρνει, να επικοινωνεί, να διψάει για ζωή. Δηλώνουμε παρόντες, συμπαραστάτες, ενεργοί. 

Το π της ποίησης εδώ, ξεκινώντας από π = 3,14 σαν λόγος της Περιφέρειας του κύκλου της Ζωής που κοντεύει να ολοκληρωθεί προς τη διάμετρο του Χρόνου της, σηκώνεται, ξεδιπλώνεται και γίνεται Π, περπατούρα, κινούμενο στήριγμα για όσους έχουν αστάθεια λόγω γήρατος, ώστε να μπορέσουν έστω για λίγο να ισορροπήσουν όρθιοι αλλά και να περπατήσουν, να κινηθούν σε έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο αγάπη, σεβασμό, κατανόηση και αποδοχή.

Το π γίνεται παλέτα για να ζωγραφίσουν τα όνειρά τους, γίνεται παγκάκι να ξαποστάσουν, ποτάμι να συνομιλήσουν με το νερό, παλμός να χαρούν, παπαρούνες και πανσέδες να βάλουν χρώμα στην καθημερινότητά τους, πάθος για μια ακόμα ανατολή του ήλιου.  

Ναι, η Ποίηση έχει σαφώς και ρόλο κοινωνικό. Γι’ αυτό είμαστε εδώ.



Διώνη Δημητριάδου