Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Μέρη Λιόντη
Βηματισμοί
μικρές ιστορίες και κείμενα  εξομολογητικής σιωπής
Μικρές Εκδόσεις






Η δωρικότητα του λόγου

Με τα γραπτά της Μέρης Λιόντη δεν ξεμπερδεύεις εύκολα, κι ας είναι ο λόγος της λιτός και απέριττος, δωρικός. Σε ξεγελά για απλό το εγχείρημα. Δεν είναι όμως. Διαβάζεις, ξαναδιαβάζεις, ανακαλύπτεις κάθε φορά καινούργια πράγματα, αθέατα σε πρώτη ανάγνωση. Αυτό, όμως, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας καλής γραφής. Το ξάφνιασμα, η ανανέωση του ενδιαφέροντος, η νέα καταβύθιση στον λόγο. Τι γράφει, λοιπόν, η Μέρη Λιόντη; Διαβάζω:

Δεν λυπάμαι για σκηνές που μου ’χουν φύγει. Κάποιος άλλος δυνατότερος από μένα μπορεί και τις έχει κρατήσει, όλα μπορεί να τα ’χει κρατήσει, όλα εκτός απ’ τη βασιλεία του συναισθήματος. Της στιγμής.
Εκείνο ήταν δικό μου.

Απομονώνει στιγμές. Από το ευρύτερο πλάνο της ζωής αποκόπτει τα δικά της πλάνα, όσο κι αν φαίνονται μικρά, ελάχιστα. Μέσα από τη δική της φωτογραφική ματιά όλα ανάγονται σε άλλο επίπεδο, ο μικρόκοσμος των ηρώων της αναδεικνύεται σε σύμπαν δικό τους πολύτιμο.

Βηματισμοί - μικρές ιστορίες και κείμενα εξομολογητικής σιωπής. Έτσι ονομάζει η ίδια αυτή τη μείξη ποιητικών και πεζών κειμένων. Εξ αρχής δηλώνεται ο γήινος χαρακτήρας αυτού του λόγου. Βηματίζει, πατάει γη και χώμα. Αναγνωστική πρόκληση από κει και πέρα η απογείωση. Στέκομαι στο οξύμωρο του υπότιτλου. Μια σιωπή που εξομολογείται. Μα, ο λόγος ποια θέση έχει εδώ, μπροστά στην καταλυτική αυτή σιωπηλή κατάθεση; Η σιωπή δεν κρύβει; Αντιθέτως αποκαλύπτει πολλά;

Ο λόγος της Μέρης Λιόντη είναι κατ’ εξοχήν πεζός, τουλάχιστον έτσι φαίνεται με μια πρώτη ανάγνωση. Μικρές ιστορίες που αποτυπώνουν πλήρεις εικόνες, ήρωες που με τον λόγο αλλά και με τη σιωπή τους επισημαίνουν αλήθειες της ζωής τους. Επειδή, όμως, στην ουσία ο λόγος ένας είναι, όποια μορφή κι αν του δώσουμε, όπως επίσης η σκέψη μία είναι με όποιες εκφράσεις κι αν της προσδώσουμε υλική υπόσταση, ο λόγος της Λιόντη μεταπηδά από πεζή σε ποιητική μορφή και το αντίστροφο. Σε μια άλλη εκδοχή, το κάθε πεζό της κομμάτι έχει ένα ποιητικό προγεφύρωμα. Μια εισαγωγή με τον περισσότερο κρυπτικό ποιητικό λόγο. Ένας διάλογος της πεζογράφου με τον ποιητικό της εαυτό, ή το αντίστροφο.

Η Λιόντη γράφει απροσχημάτιστα, με μια εντελώς προσωπική γλώσσα, φτιάχνοντας τη δική της σύνταξη, τη δική της σειρά των λέξεων, αποσκοπώντας στη δική της θέα του κόσμου. Λόγος λιτός, χωρίς στολίδι κανένα, ευτυχώς. Γιατί αυτό το γνώρισμα είναι που κάνει και τη διαφορά. Σαν να βλέπουμε απαθανατισμένες σκηνές, εικόνες, όπως ακριβώς είναι (χωρίς φορτώματα περίσσια), όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Κοφτές φράσεις, μικρές προτάσεις και σκληρές αποσιωπήσεις. Ο αναγνώστης αφήνεται στις περισσότερες ιστορίες να γεμίσει τα ηθελημένα κενά, να συμπληρώσει (καθοδηγούμενος από τον ελλειπτικό λόγο της Λιόντη) την πλοκή. Και η περιγραφή των προσώπων με απόλυτη αίσθηση του περιττού. Με το ελάχιστο των λέξεων μπροστά μας χαρακτήρες ανάγλυφοι:

Η γυναίκα του, ένα γύρω εκεί στα σαράντα, πιο πολύ στεγνή παρά αδύνατη, καθόταν σκυφτή καθαρίζοντας φασολάκια με μια έκφραση δυσαρέσκειας στο τραβηγμένο από την ένταση πρόσωπό της.

Σκέφτομαι πως και μόνο η λέξη στεγνή αν υπήρχε για να δώσει την εικόνα αυτής της γυναίκας, θα αρκούσε για να τη δούμε μπροστά μας ανάγλυφη.

Οι θαμώνες πλήθυναν. Γυναικείες φιγούρες περνούσαν απ' τα μάτια μου, που τα κράτησα χαμηλά για να μην προδώσω το μέγεθος της περιέργειάς μου. Γυναίκες με περπάτημα πιο ελαφρύ χορευτικό και άλλες με βαριά σερνάμενα βήματα λες και ήταν αποκαμωμένες υπάρξεις, κι όσο και αν δε φαίνονταν περασμένες στα χρόνια μπορεί στην ψυχή τους να 'ταν κιόλας πολλά. Γιατί γερνούν οι άνθρωποι γρήγορα; Τόσο μα τόσο γρήγορα; Ο καιρός των ενθουσιασμών θαρρείς μια στιγμή κρατά...

Στο παραπάνω απόσπασμα οι γυναικείες μορφές με το πλέον χαρακτηριστικό τους γνώρισμα να γράφει πάνω στο βάδισμά τους. Το ελαφρύ και χορευτικό από τη μια σε πλήρη αντίθεση με το σερνάμενο αποκαμωμένο από την άλλη.


Οι χαρακτήρες της Λιόντη έχουν βαθιές επιθυμίες. Σπαράσσονται συχνά από το ασύμπτωτο ανάμεσα στη δύναμη μιας επιθυμίας και στην αδυναμία του εφικτού:

Φώτα σβήνουν αφήνοντας όσα ανήκουν στη σκηνή, που λίγο ως πολύ ξέρεις πώς θα εξελιχθεί. Οι ανοιχτές προοπτικές έχουν εγκαταλείψει από ώρα. Μένει μόνο η αδυναμία του εφικτού. Όλα τα άλλα, πετάγματα που δούλεψε ακούραστα η προσμονή. Λυπάσαι γι’ αυτά καμιά φορά; Ίσως για τα καλά που έφυγαν. Ίσως για τις ανατροπές που ντράπηκαν για λογαριασμό σου και απόφυγαν να σε κοιτάξουνε στα μάτια.

Υπέροχο αυτό το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης. Οι ανατροπές δικές μας είναι, εμείς τις επιλέξαμε, δεν έχουμε κανένα άλλοθι. Πόσο εδώ εισχωρεί η μνήμη εκείνου του καβαφικού, από τη Σατραπεία, όταν ο ποιητής χρεώνει εν τέλει στον ίδιο τον άνθρωπο την ευθύνη της υποχώρησης μπροστά στις κοινωνικές πιέσεις και συμβάσεις:

[…]και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
-          η μέρα που αφέθηκες και ενδίδεις

Έτσι κι εδώ, οι ανατροπές σαν να αποκόπτονται από το σώμα, στέκονται απέναντί του και ντρέπονται για λογαριασμό του. Γιατί υποχώρησε, ενώ δεν έπρεπε.

Κάποιοι ήρωες, βέβαια, περνούν το όριο. Σπαρασσόμενοι αφήνονται στην επιθυμία. Έτσι γίνονται διακριτοί, ξεχωριστοί ακόμα και μέσα στην καθημερινότητά τους που απειλεί να τους καταπιεί. Θέμα επιλογής.

Διαλέγω από τα κείμενά της το αριστουργηματικό διήγημα Γαβριήλ Ευγένιος Ματράτσι, μια ιστορία που από μόνη της θα μπορούσε να δώσει στη Λιόντη τα εύσημα της συγγραφής. Εδώ συνοψίζεται όλο το σύμπαν της σκέψης και του έργου της. Η μοναξιά, ο έρωτας, ο έρωτας ως μοναξιά και πάλι, η διαφορετικότητα, ο περίγυρος και η καταλυτική του επίδραση στον κόσμο των ηρώων, η μνήμη, η καταστροφή και αναπόφευκτα η αυτοκαταστροφή, η αμαρτία και η εσωτερική της επεξεργασία, τέλος η τέχνη, αυτή η παντοδύναμη μη πραγματικότητα.  Μας καθοδηγεί αναγνωστικά με το ποιητικό προγεφύρωμα:

Αμαρτία είναι ό,τι ματαιώνει το μονοπάτι που βαδίζεις, ό,τι σε γυρνά, ό,τι σε μπάζει σε μια δίνη.
Αν σε πονά ή αν σε αλαφρώνει, αν σε διδάσκει ή αν κάνει όλες τις γραφές κενές, είναι ένα αίνιγμα που δεν θα λυθεί παρά στο απόλυτο τέλος.
Για την ώρα παίζεις το παιχνίδι της μνήμης και της λήθης. Και της φαντασίας. Για να επινοήσεις όλες τις αμαρτίες που δεν έκαμες ή να διαγράψεις άλλες.

Αν ήταν θεατρικό έργο, θα μιλούσαμε για προϊδεασμό. Για όλα αυτά που θα ακολουθήσουν. Η λέξη αμαρτία (αποδεσμευμένη από την κατοπινή θρησκευτική της διάσταση), με την αρχική της σημασία, την πανάρχαια, αυτή της αστοχίας, της μη συνάντησης με την τύχη. Εδώ δεν έχει καμία θέση η θεϊκή παρέμβαση. Ο άνθρωπος μόνος. Σε όλο το διήγημα η ιδέα πάει κι έρχεται. Αγγίζει τη γυναίκα και τη μεταμορφώνει, αγγίζει τον άντρα και τον καταστρέφει. Είναι η σειρά της γυναίκας να καταστραφεί, και μετά του άντρα. Πόσο πολύ τώρα το μυαλό μου (έτσι όπως ο αναγνώστης κάνει τους δικούς του συνειρμούς) γυρνάει σ’ εκείνο το άλλο διήγημα, του Δημήτρη Χατζή, Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ. Μα εκείνο ήταν ένα μεταμφιεσμένο δοκίμιο περί τέχνης. Ετούτο της Μέρης Λιόντη, πολύ μικρότερο σε έκταση, κυλά την ιδέα του σε πιο πολλά θέματα, κι όμως στέκεται δίπλα του σαν ένα περίφημο παράλληλο. Μια άλλη εκδοχή του, τόσα χρόνια μετά από εκείνο. Οι συγγραφείς συνδιαλέγονται; Φυσικά! Συχνά χωρίς να το γνωρίζουν, και αυτό κάνει την επικοινωνία τους μαγική. Διαβάζοντας τα ποιητικά κομμάτια της Λιόντη ανακαλύπτεις τον γήινο, πεζό τους χαρακτήρα, αλλά και μέσα στις ιστορίες της τις πεζές ανασαίνει ο λόγος ποιητικά. Έτσι μπαίνω στον πειρασμό.  
Παίρνω φράσεις σκόρπιες από αυτό το εξαιρετικό διήγημα, και δείτε πώς μετασχηματίζεται όχι μόνο σε ένα πλήρες, λιλιπούτειο πεζό αλλά και σε ποιητικό λόγο:

(εκείνη)
Η απόλυτη κυρία της μικρής πόλης.
(εκείνος)
Ψηλός, επιβλητικός, με μακριά μαύρα – ασυνήθιστα μαύρα  – μαλλιά και μάτια εντελώς ασταθή στο χρώμα τους.
Άλλαζαν όχι με το φως αλλά με τον άνεμο. Ανάλογα με τη διεύθυνσή του.
(εκείνη)
Τον είδε και ο νους της φουρτούνιασε. Νοτιάς σηκώθηκε. Τα μάτια του ψιχάλισαν και για μια στιγμή τα έριξε πάνω της.
Ζαλίστηκε.
Έτρεφεν ο έρωτας και γεννούσε ονείρατα εικόνες και γέλια ζωντανά.
Είχεν παραδοθεί.
(εκείνος)
Οι άνεμοι τον είχαν ξεχάσει ή τους είχε χάσει στους δρόμους που τριγυρνούσε η απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξής του.
Πλέον οι ζωγραφιές του είχαν χάσει τη μαγεία τους.
Έπρεπε να γυρίσει πίσω τη μοίρα. Να πάρει πίσω τον χαμένο του χρόνο.
Στην άκρη απ’ τη θάλασσα σώσε με, της είπαν τα τυφλά του μάτια.

Τον βρήκαν στο πλάι της ήσυχο, σιωπηλό, να κοιτάζει τη θάλασσα.
Στα ρούχα του το αίμα της.
Ένα φιδωτό μονοπάτι ξετυλιγόταν στους τοίχους. Κόκκινο. Ίδιο φωτιά. Λάθος! Όχι φωτιά. Αίμα. Άλικο αίμα!
Κι ο Γαβριήλ Ευγένιος Ματράτσι απών.

Αυτή η ευελιξία του μετασχηματισμού μιας γραφής είναι άλλο ένα γνώρισμα της πληρότητας που έχει. Μια ιστορία που εμφανίζεται σε διαφορετικές εκδοχές, και σε κάθε μία δεν χάνει τίποτα όλο το νόημα, το αρχικό.

Τα θέματά της Μέρης Λιόντη γυρνούν σε τοπία ερωτικά, μνημονικά, τραγικά του χρόνου περάσματα πάνω στις ανθρώπινες ζωές.  Αυτός ο αδυσώπητος χρόνος που πασχίζει όλα να τα καταργήσει. Φθείρει υλικά το σώμα, αναδεικνύεται, όμως, αδύναμος απέναντι στις επιθυμίες.

Η μνήμη και ο χρόνος.
Μόνος ο χρόνος.
Άλλος στο μυαλό άλλος στο κορμί.
Ξέρεις, όπως στριφογυρίζουμε και χαραζόμαστε παντού μια χαραγή στη δύναμη στη διάθεση στα όνειρα.

Και ο έρωτας, μια καθημερινή σχέση ή μια εξαιρετική ιστορία; Ακροβασίες ανάμεσα σε κραυγές και ψίθυρους. Γιατί ο έρωτας και ως παρουσία αλλά και ως απουσία είναι παντοδύναμος. Όπως εδώ, που μπορεί να γίνει και απελευθερωτικός συναισθημάτων, όταν με χαμηλόφωνο τρόπο καταργείται:

Μ’ αγαπάς; ρώτησε. Κι ήταν σιγανός ο ήχος της φωνής, με μια αγωνία λες ζητούσε επιβεβαίωση αν βρήκε το σωστό κλειδί ν' ανοίξει την πύλη.
Όχι, ακούστηκε η φωνή του και ήταν το ίδιο σιγανή.
Σαν να ξαναβρήκε την ενέργειά της όλη.


Οι ιστορίες αυτές θα μπορούσαν να είναι και φωτογραφικά στιγμιότυπα. Άλλωστε η Λιόντη δηλώνει ότι απαθανατίζει. Η παρατηρητικότητα (βάση της λογοτεχνίας) εδώ σε όλη της την έκταση.

Φωτογραφίζω συχνά και ας μην κατέχω την τέχνη
Ίσως γιατί είναι ένας τρόπος να φροντίζω εμμονές
να συντηρώ απορίες και να μαθαίνω δρόμους

Ιστορίες και ποιητικά σχόλια αυτών των ιστοριών. Η ίδια θα δηλώσει:

Δεν είναι όλες μου οι ιστορίες άξιες για ανάγνωση. Κάποιες είναι τόσο αδύναμες που μετά βίας βρίσκει κανείς μισή λέξη ενθαρρυντική να πει γι’ αυτές.
Ωστόσο δεν τις διαγράφω. Τις κρατώ εκεί εκατό γραφές δοκιμασίες, άταρες, άτονες ανήμπορες, σαν παιδιά με υστέρηση. Σαν παιδιά με ειδικές ανάγκες. Σαν τα παιδιά. Μας. Μου...

Μπορεί γι' αυτό να τις κρατώ.

Γραφές δοκιμασίες, λοιπόν. Συμφωνώ. Αξιοπρόσεκτα στιγμιότυπα και ακόμα πιο άξια προβληματισμού σχόλια. Στο σύνολο μια πεζή/ποιητική κατάθεση μιας εξομολογητικής σιωπής. Το οξύμωρο του υπότιτλου τώρα κάτι παραπάνω από σαφές. Ποιος είπε ότι πρέπει ο λόγος να κραυγάζει; Με τον δωρικό της τρόπο έκφρασης η Μέρη Λιόντη  δείχνει την ουσία των πραγμάτων.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/vimatismoi/)

Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Βηματισμοί
μικρές ιστορίες και κείμενα εξομολογητικής σιωπής
της Μέρης Λιόντη

μικρές εκδόσεις
από την παρουσίαση στις "1002 νύχτες"
8 Μαΐου 2017

παρουσίασαν: 
Βασίλης Πολύζος 
Διώνη Δημητριάδου











Σάββατο 6 Μαΐου 2017



Στιγμιότυπα και όμορφες στιγμές. 

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Μπούκουρα 

"Σκόρπια και άταχτα" (διηγήματα, από τις Μικρές Εκδόσεις) 

 Τετάρτη, 3-5-17 στις "1002 νύχτες" 




















Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Δύο έργα του Γιώργου Ρούσκα

Νυκτουργία εμβαπτίσεως
εις Τα Ποτάμια
του Γιώργου Γεωργούση

και

χαϊκού
νήματα


από τις εκδόσεις Σοκόλη





ανιχνεύοντας την ποιητική σκέψη του Γιώργου Ρούσκα

Διαβάζοντας τη συλλογή «Χαϊκού  νήματα» του Γιώργου Ρούσκα μένω αρχικά στην προμετωπίδα, η οποία με ένα προλογικό χαϊκού μάς εισάγει στο βιβλίο, ουσιαστικά καθοδηγώντας μας:

«Ποίει Χαϊκού»
«Είπεν» ο Γεωργούσης
Μόνο έτσι θα

Η σκέψη, λοιπόν, του ενός ποιητή μέσα  στη σκέψη του άλλου; Μια εντολή ή μια συμβουλή άραγε; Κι αυτό το θα να αιωρείται στην απολυτότητα μόνο έτσι μιας ατελούς φράσης.
Τα λιλιπούτεια αυτά ποιήματα, τα χαϊκού, που γράφει ο ποιητής Γιώργος Ρούσκας,  ακολουθούν το καθιερωμένο για το είδος μοίρασμα των συλλαβών (5-7-5), σε μια ωστόσο πιο σύγχρονη εκδοχή περιεχομένου, ως είθισται πλέον όχι μόνον στον δυτικό κόσμο αλλά και στη γενέτειρά τους Ιαπωνία. Η θεματική εδώ χωρίζεται σε τρεις ενότητες (Γενόμενα, Έρως, Λέξεων έλξεις).
Στην πρώτη ενότητα ο ποιητής αντιμετωπίζει το τετελεσμένο των πράξεων, παρατηρώντας γύρω του, σχολιάζοντας τις επιλογές των ανθρώπων αλλά και θέτοντας καίρια ερωτήματα, που αναπόφευκτα καταλήγουν ρητορικά:

Θάνατος πίσω
Ο πρόσφυγας ελπίζει
Στη βάρκα μέσα

Φορώντας μάσκα
Θύτης, καταδικάζεις.
Μην είναι θύμα;

Συχνά οι ερωτήσεις του θα έχουν καταγγελτικό ύφος, όπως εδώ:

Μόνο συμφέρον.
Έτσι αυτοί κινούνται.
Εσύ τι κάνεις;

Στο δεύτερο μέρος ο λόγος μοιάζει ηπιότερος, μια που το ερωτικό τοπίο απαιτεί μια άλλη αντιμετώπιση της αλήθειας του. Ωστόσο κάτω από την επιφάνεια κάτι επιμένει στη σκληρότητά του:

Φόρεμα στενό
Στο πάτωμα ριγμένο
Έρωτα βιάση

Ο ποιητής και εδώ θα εγκαλέσει τον έτερο (ή μήπως τον εαυτό του;) για μια ενδεχομένως ηθελημένη τυφλότητα:

Τυφλός ο Έρως
Καλή δικαιολογία.
Εσύ δεν βλέπεις;

Στο Λέξεων Έλξεις, σε μια περισσότερο προσωπική εκδοχή της ποίησης, με την απαιτούμενη αυτοαναφορικότητα, ο ποιητής απέναντι στο έργο του και κυρίως στο εργαλείο της τέχνης του, τις λέξεις. Ακόμα κι όταν αμφισβητείται η δύναμή τους:

Αντί μολύβι
Τα μάτια γράφουν λέξεις
Σ’ όλες τις γλώσσες

Ή αλλού ο ποιητής απέναντι στα αναπόφευκτα  βάρη του βίου, που απομακρύνουν από το επιθυμητό έργο:

Δουλειάς ανάγκες
Του βίου απαιτήσεις
Ποίηση πότε;

Ο Γιώργος Ρούσκας αγαπά τα ερωτήματα, και τούτο πρέπει να υπολογιστεί ως θετικό στην ποίησή του. Είτε πρόκειται για ερωτήματα προς τον άγνωστο αναγνώστη του είτε γι’ αυτά που απευθύνονται μεν προσχηματικά προς αυτόν που αναγνωστικά μετέχει, στοχεύουν όμως τον ίδιο τον ποιητή. Ο ιδιότυπος διάλογος που ξεκινά με αφορμή τους στίχους είναι ο πλούτος της ποίησης σε κάθε περίπτωση, μοναχική (στην αφορμή της) ή όχι. Η ποίηση του Γιώργου Ρούσκα αφήνει την πόρτα της επικοινωνίας ανοιχτή για τον αναγνώστη της, επιτρέπει τη μετάδοση των ιδεών της, ίσως και τον αντίλογο. Σκέφτομαι μήπως αυτή ακριβώς ήταν και η ουσία της αναφοράς στον Γιώργο Γεωργούση, μια παραίνεση περισσότερο για να μιλήσει με σύντομο και λιτό λόγο, χωρίς επιπρόσθετα βάρη στις λέξεις, ώστε να γίνει κατανοητός.

Η σύνδεση με τον ποιητή Γιώργο Γεωργούση είναι εμφανής σ’ αυτή τη συλλογή των χαϊκού (στη μνήμη του οποίου άλλωστε αφιερώνεται) αλλά κυρίως στην εξαιρετική Νυκτουργία εμβαπτίσεως εις Τα ποτάμια του Γιώργου Γεωργούση, το δεύτερο βιβλίο του (κριτικού εδώ) Γιώργου Ρούσκα, στο οποίο ο ποιητής/κριτικός κυριολεκτικά εμβαπτίζεται, όπως δηλώνει, στο υδάτινο τοπίο του Γεωργούση και με τις δύο του ιδιότητες, αυτή του ποιητή αλλά και αυτή του κριτικού αναλυτή. Ίσως, όμως, και να μη γινόταν διαφορετικά. Η κριτική θεώρηση της ποίησης -αν φυσικά μας ενδιαφέρει η ουσία του εγχειρήματος- γίνεται καλύτερα από ποιητή, ο οποίος ανιχνεύει τα περάσματα της ποιητικής σκέψης όχι με την άκαμπτη γλώσσα που κατηγοριοποιεί και αξιολογεί αλλά με την ευαισθησία που απαιτείται.  Συχνά και με μια πρωτοτυπία που ξαφνιάζει. Όπως εδώ.
Θα δηλώσει ο Ρούσκας στην εισαγωγή τον τρόπο της προσέγγισης της ποίησης του Γεωργούση:

[…]Το παρόν πόνημα προέκυψε με αφορμή την ποιητική σύνθεση του Γ.Γ.[…]Βασιζόμενος στις δικές μου βιωματικές εμπειρίες κατά τη μελέτη της, συγκροτείται από στοχασμούς και συνειρμικά ταξίδια στους παραπόταμους της γλώσσας και της ποίησης, της λήθης και της μνήμης, του χώρου και του χρόνου, του θανάτου και της αθανασίας, που ενώνονται με τα μεγάλα ποτάμια της ζωής.

Αφορμή, λοιπόν, το ποιητικό κείμενο για να προχωρήσει η σκέψη, για να συναντηθούν τα βιώματα, να διασταυρωθούν οι θεωρήσεις της ζωής. Έτσι, με τη δική του αρματωσιά από βιωματικές και ποιητικές εμπειρίες, με τα δικά του διαβάσματα, ο Ρούσκας θα συνομιλήσει με τον Γεωργούση. Ένας ρέων λόγος, με ευαισθησία και συγκίνηση, με γνώση και συναίσθηση των μεγεθών που αγγίζει. Ένα ταξίδι που θα συνδέει την ποίηση του Γεωργούση με μια έξοχη σειρά ποιητών, συγγραφέων και διανοητών, αποδεικνύοντας έτσι ότι οι συνειρμοί είναι πολλοί και οι συνδέσεις των κειμένων ενδιαφέρουσες: ο Μπόρχες, ο Πεσσόα, ο Σεφέρης, ο Σολωμός, ο Κορνάρος, ο Ευριπίδης, ο  Μπωντλαίρ, και τόσοι άλλοι. Αλλά και θρησκευτικά κείμενα θα επιστρατευθούν για την προσωπική ερμηνεία που θα δοθεί στα τέσσερα μέρη της ποιητικής σύνθεσης του Γεωργούση (Αχέροντας του αιθέρα, Καλαμιές του Έβρου, Οι προσχώσεις, Το μονόξυλο). Το γνωρίζουμε, όμως, πως μόνο προσωπικές εκδοχές ερμηνείας ανέχεται ο ποιητικός λόγος. Πώς αλλιώς να μπεις μέσα σ’ αυτό το ποτάμι που πάντα ανάποδα στον χρόνο πάει; Πώς να σχολιάσεις (παρά μόνο με την κατάθεση της προσωπικής σου οδύνης) αυτό το τετράστιχο:

Στο γεφυράκι κάθομαι, τους ίσκιους ξαναχτίζω
να δω την κόρη να ’ρχεται, να δω και τα ποτάμια
το ’να σέρνει γλυκομηλιές, τ’ άλλο λειωμένα χιόνια,
το τρίτο το καλύτερο, παίρνει την ώρια κόρη.


Ο Γιώργος Ρούσκας ερευνά τα αξιακά τοπία του Γεωργούση, συνδέει με τα δικά του νήματα τα τέσσερα μέρη της ποιητικής σύνθεσης και αποδίδει σε μας τα Ποτάμια σε νέα προνομιούχο θέαση. Τα ποτάμια αυτά, όχι πια μόνο του Γεωργούση αλλά οικειοποιημένα από τον Ρούσκα, είναι πλωτά. Με απλό μονόξυλο (ιδίας κατασκευής και αντοχής), μια που έχει πλήρως εννοηθεί το εδώ και το πέραν του κόσμου τούτου, μια που οι ποιητικές φωνές αλληλοσυμπληρώθηκαν και αντάλλαξαν την προσωπική τους θέα στη ζωή και στη μη ζωή.

Η παραίνεση στην προμετωπίδα της συλλογής των χαϊκού, για να γυρίσουμε στον αρχικό προβληματισμό,  είναι πλέον σαφής. Είναι προτροπή για το συγκεκριμένο είδος του λόγου, προτροπή για επικοινωνία. Και τότε το ατελές της φράσης θα μπορούσε να λάβει νόημα, κυρίως όπως με μικρή διαφοροποίηση στο δεύτερο (επιλογικό αυτή τη φορά χαϊκού) επανέρχεται ο άλλος ποιητής να προτρέψει πάλι:

Συνέχισέ το
Ο «Νυκτουργός» προτρέπει
Μόνο έτσι θα

Πρόταση για μια συνέχεια ποιητική, με εκείνο το δύο φορές αποστομωτικό θα. Οι ποιητές συνδιαλέγονται, συμβαδίζουν και συνεχίζουν. Η συμβολή του Γιώργου Ρούσκα, ως ποιητή και ως κριτικού, σημαντική και για το έργο του Γιώργου Γεωργούση αλλά και για την ποίηση εν συνόλω.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/anixneyontas-tin-poiitiki-skepsi-tou-giorgou-rouska/)


Νίκος Α. Πουλινάκης

Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας

εκδόσεις ΑΩ





Τα φεγγάρια στην ποίηση του Νίκου Α. Πουλινάκη

Το φεγγάρι ως παρουσία είθισται να μπαινοβγαίνει στα ποιήματα, με το θράσος που του δίνει η εξωλογική του υπόσταση. Άλλοτε ως ειδυλλιακή  εικόνα να συμπληρώνει κάποιο συνήθως ερωτικό σκηνικό. Άλλοτε πάλι να υπενθυμίζει διακριτικά υποσχέσεις που αθετήθηκαν. Ποικίλες οι ποιητικές εμπνεύσεις που θέλουν κάτι από τη σεληνιακή αύρα στους στίχους τους. Μέσα σε όλες αυτές τις εισβολές του φεγγαριού υπάρχουν και κάποιες ξεχωριστές, ίσως για το ξάφνιασμα που προξενούν.

Στην ποιητική του συλλογή Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας ο Νίκος Πουλινάκης έχει δώσει το ελεύθερο στα φεγγάρια να κυκλοφορούν. Σταχυολογώ κάποιες από τις εμφανίσεις τους:
Ένα φεγγάρι ανηλεώς καταναλώνεται δημιουργώντας

[…]οφειλές που αφορούν τεκμαρτή
δαπάνη κατανάλωσης φεγγαριού

Αλλού ένας εργάτης του φεγγαριού καταφώρως αδικείται

[…]που τον στράγγιξε η νύχτα
ρουφώντας κάθε δάκρυ του

Αλλού πάλι τα φεγγάρια είναι

[…]αδήλωτα και ατημέλητα και παραπλανημένα
θύματα μιας ανυπότακτης νιότης.

Αλλού το θέλει

[…]ακυβέρνητο αποδημητικό φεγγάρι

Και αλλού το συναντάμε ως αυθεντικό δημιουργό ατμόσφαιρας

Τούτη η νύχτα, φτιαγμένη δίχως συντηρητικά
από ένα ολόγιομο φεγγάρι
κόβει βόλτες στο δωμάτιό μου[…]

Στην πιο παράδοξη, γι’ αυτό και αξιοπρόσεκτη, παρουσία του φεγγαριού στα ποιήματά του Νίκου Πουλινάκη ένα φεγγάρι τοσοδούλικο
σαν μαγκιόρος μάστορας θα αναστείλει την προγραμματισμένη απεργία του
ύστερα απ’ την υπόσχεση του άρχοντα της νύχτας
και θα κυκλοφορήσει στην πιάτσα (γιατί και τα φεγγάρια έχουν απωθημένα όνειρα), θα μεθοκοπήσει ακούγοντας

[…]τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Dizzy Gillespie και τον B.B. King

Ε, αυτό το φεγγάρι το αγαπάς αλλιώς. Είναι ο φίλος στο μεθύσι σου, ο νυχτοπερπατητής σύντροφός σου, ένα αλλιώτικο αγαπημένο της νύχτας της δικής σου. Σαν να το βλέπουμε:

Αχ, τούτο το φεγγάρι είναι μούρλια όταν φοράει κασκέτο και φουμέρνει τον έρωτα σαν ζόρικο αγόρι που παλεύει να τσεπώσει ολόκληρη τη μίζα απ’ τη νύχτα για να κάνει τα στραβά μάτια στη λειψυδρία που μαστίζει ένα σωρό συναισθήματα. Ζόρικο αγόρι που το έκαναν τσακωτό και το κλείσανε στο φρέσκο επί επαιτεία και αλητεία.

Ο Νίκος Α. Πουλινάκης θεωρώ πως εδώ πράγματι έκανε τη διαφορά. Αφήνοντας στην άκρη λόγους γλυκύτητας (ανούσιους πολύ) για τα διάφορα τοπία του φεγγαριού, μας έδωσε την άλλη όψη, την ανθρώπινη, τόσο επιθυμητή κατά βάθος, αν συλλογιστούμε την  εγγύτητα και την οικειότητα που πάντα είχαμε με αυτό το κοντινό και αρκούντως ορατό ουράνιο σώμα.

Άλλωστε όλη η συλλογή Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας φέρνει έντονη την αίσθηση της προσγείωσης, έτσι που χρησιμοποιεί τους όρους της οικονομίας για να μεταβεί στο άλλο επίπεδο, των ανθρωπίνων σχέσεων, του έρωτα, της ψυχικής ανάτασης, των ματαιωμένων ονείρων. Μια ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία στο σύνολό της. Κι ας μείναμε εδώ μόνο στα φεγγάρια που τόσο ξεχωριστά ως παρουσίες ξαφνιάζουν με την υλική τους υπόσταση.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/trapeza-filasthenis-nostalgias/)










Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Έρμαν Έσσε Στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ (Eine Geschichte vom alten Tübingen) εκδόσεις Κουκούτσι

Έρμαν Έσσε
Στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ

(Eine Geschichte vom alten Tübingen)

εκδόσεις Κουκούτσι




Ο αναγνώστης ανακαλύπτει καμιά φορά στα διαβάσματά του μικρά θαύματα, από αυτά που συνήθως περνούν απαρατήρητα επισκιαζόμενα από τόσα άλλα, συχνά μικρότερης αξίας, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Και τότε θέλει να μιλήσει γι’ αυτά, να κάνει και κάποιους άλλους (μακάρι πολλούς) κοινωνούς της ξεχωριστής εμπειρίας.

Το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι του Έρμαν Έσσε με τον τίτλο Στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ (Μια ιστορία από το παλαιό Τύμπινγκεν) εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Αφορά τον περίπατο τριών ποιητών ένα απομεσήμερο στο κινέζικο περίπτερο του Πρέσσελ. Τα ονόματα των τριών ποιητών εγγυώνται για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ τους, η οποία  -ήπια και χαλαρή αρχικά αλλά κλιμακούμενη με ένταση στη συνέχεια- διεξάγεται στην πραγματικότητα ανάμεσα στους  Μαίρικε και Βάιμπλινγκερ (Eduard Mörike και  Wilhelm Waiblinger), καθόσον ο τρίτος ποιητής ο μέγας Χαίντερλιν (Friedrich Hölderlin) είναι ήδη ψυχικά ασθενής και δεν μπορεί να παρακολουθήσει. Ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει. Γιατί, όταν επιστρέψει στο σπίτι, θα δείξει με τον τρόπο του πως ήταν παρών και αυτός ανάμεσα στους άλλους δύο, φέροντας μέσα του τον απόηχο της κουβέντας τους.

Ο Έσσε στήριξε το θέμα της νουβέλας του στο άρθρο που δημοσίευσε ο Βάιμπλινγκερ, «Η ζωή, η ποίηση και η παραφροσύνη του Φρειδερίκου Χαίλντερλιν» (1827), Hölderlins Leben, Dichtung und Wahnsinn, μια αναφορά στην περίοδο της αρρώστιας του Χαίντερλιν. Δραματοποίησε έτσι μια φανταστική συζήτηση, στην οποία θίγονται κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούσαν τους ποιητές/διανοούμενους. Μέσα στην ολιγοσέλιδη αυτή νουβέλα εντοπίζονται τουλάχιστον επτά θέματα, ενδεικτικό αυτό της γραφής ενός μεγάλου συγγραφέα όπως ο Έρμαν Έσσε. Αξίζει να αναφερθούν κάποια από αυτά:

Το εν το ον και παν του Ξενοφάνη, δηλαδή μία και μόνη η καθολική αρχή.

Η γνώση και η μη γνώση, μέσα από την επιθυμία του Οιδίποδα να γνωρίσει τη μη ορατή ζωή, έστω και μέσω της αναμέτρησής του με τη θεϊκή οντότητα.

Η πλήρης ανατροπή των εννοιών που δομούν τον νοητό μας κόσμο, ή ο συγκερασμός των αντιθέτων:

Η ζωή είναι θάνατος, και ο θάνατος είναι κι αυτός ζωή (Χαίλντερλιν).

Η έννοια του μεγάλου έργου, η δημιουργία του απόλυτου:

[…]Εγώ θα καταντήσω σαν τον Χαίντερλίν μας, και τα παιδιά θα με περιγελούν. Όμως εγώ δεν έγραψα έναν «Υπερίωνα».

Οι πειραματισμοί στη δημιουργία μέχρι να δει το φως το μεγάλο έργο:

[…]Είμαστε σχεδόν παιδιά εσύ κι εγώ. Μπορούμε ακόμα να πετάμε κάθε μέρα ό,τι φτιάξαμε την προηγούμενη και το βρήκαμε ωραίο.

Η μοίρα των ποιητών να προσεγγίζουν τον πιο σκοτεινό τόπο:

[…]ήταν πράγματι η μοίρα των ποιητών, να μην μπορεί να λάμψει γι’ αυτούς ο ήλιος, τις σκιές του οποίου συγκέντρωναν στην ψυχή τους;

Αν και η συζήτηση περιορίζεται ανάμεσα στους δύο ποιητές, ο αναγνώστης ψάχνει την παρουσία του Χαίντερλιν, τις σιωπές του, το βλέμμα του έξω από το παράθυρο, τις λιγοστές λέξεις που αφήνει να βγουν από το στόμα του ή από τη διαταραγμένη του συνείδηση (όπως η αντίδρασή του στο όνομα του Γκαίτε). Ο Έσσε προβληματίζεται (μέσω του Μαίρικε) για την πολυετή αρρώστια του Χαίντερλιν:

[…]η οποία φαινόταν πως ήταν λιγότερο παράνοια και μάλλον μια βαθιά κόπωση κι άπελπις παραίτηση του ξοδεμένου πνεύματος και της στειρεμένης καρδιάς.

Και επειδή το κάθε βιβλίο προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις, προσωπικά εστίασα περισσότερο στη μορφή του παραιτημένου ποιητή Χαίντερλιν. Ο Έσσε με την ευαισθησία του έδειξε τη φωτεινή δεσμίδα μέσα στο νοητικό του σκοτάδι. Ο Χαίντερλιν γυρίζει σπίτι μετά τη βόλτα αυτή στο περίπτερο του κήπου του Πρέσσελ, με ερεθιστικό τον απόηχό της μέσα στον σκιώδη κόσμο του. Θα πάρει το χαρτί και θα γράψει ένα θρήνο στη ζωή, που μοιάζει τώρα να περιγελά όλους τους διαξιφισμούς των νεαρών πάνω στα νοήματά της κρυφά ή φανερά και να διατρανώνει την κατίσχυσή της απέναντι στον αδύναμο άνθρωπο:

Του κόσμου τούτου απόλαυσα την τέρψη,
της νιότης οι χαρές έχουν πια στερέψει.
Απρίλης, Μάης και Ιούλης είναι μακριά,
δεν είμαι πια τίποτα, δε θέλω άλλο πια.


Στα θετικά της έκδοσης να αναφερθεί η προσεγμένη μετάφραση και ο σχολιασμός (όπου χρειάζεται) από τον Π. Χ. Παλιγγίνη, καθώς και το εξώφυλλο με την υδατογραφία του λιθογράφου C.F. Baumann, Tübingen, 1840.


Διώνη Δημητριάδου