Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Δέρμα από πεταλούδες επιλογές σουηδικής ποίησης (Έντιθ Σέντεργκραν, Κάριν Μπόγιε, Τούμας Τρανστρέμερ, Γιλά Μοσσάεντ) μετάφραση από τα σουηδικά: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη εκδόσεις intellectum η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/derma-apo-petaloudes/


Δέρμα από πεταλούδες
επιλογές σουηδικής ποίησης
(Έντιθ Σέντεργκραν, Κάριν Μπόγιε,
Τούμας Τρανστρέμερ, Γιλά Μοσσάεντ)
μετάφραση από τα σουηδικά:
Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
εκδόσεις intellectum
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/derma-apo-petaloudes/





η πρόκληση της μετάφρασης

Δύσκολο εγχείρημα η μετάφραση της ποίησης. Το γνωρίζει καλά όποιος (εννοώ ποιητής) θέλησε να αποδώσει στη γλώσσα του τον παλμό και την ανάσα της αλλόγλωσσης  ποιητικής φωνής, και είδε ότι το ποίημα που γραφόταν ήταν ένα νέο δημιούργημα. Αναμενόμενο, φυσικά, γιατί το ξέρουμε: η μετάφραση της ποίησης μπορεί να γίνει μόνον από ποιητή. Ο ποιητής νιώθει το εύρος και το βάθος της προσπάθειας, προσεγγίζει τον λόγο με ευαισθησία δίπλα στη γνώση, με σεβασμό δίπλα στην ελευθερία. Πασχίζει να μην προδώσει το πρωτότυπο έργο αλλά  πολεμά και με τον δικό του δαίμονα, τον ποιητικό, για να αποδοθούν οι λέξεις του νέου ποιήματος με ρυθμό – το μεγάλο στοίχημα της ποίησης που γράφεται σε ελεύθερο στίχο. Τι θα διασώσει από την αύρα του αρχικού έργου; Πώς θα διαβάζεται στη νέα γλώσσα το μεταφρασμένο ποίημα; Ξέρει ότι θα έχει στα χέρια του όχι απλώς ένα μεταφρασμένο ποίημα αλλά ένα νέο έργο, με τη δική του απαίτηση για αυτόνομη ζωή.

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη μεταφράζει από τη σουηδική γλώσσα τρεις ποιήτριες και έναν ποιητή: Έντιθ Σέντεργκραν (οκτώ ποιήματα), Κάριν Μπόγιε (πέντε ποιήματα), Τούμας Τρανστρέμερ (επτά ποιήματα), Γιλά Μοσσάεντ (έξι ποιήματα), καλύπτοντας έτσι ένα διάστημα από τις αρχές του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας. Τι την έφερε κοντά στην ποίηση αυτή; Το εξηγεί η ίδια στο εισαγωγικό σημείωμα:



Κάποιες από τις βασικές αιτίες που με οδήγησαν να μπω στην περιπέτεια του εγχειρήματος της μετάφρασης ήταν: Πρώτον για να νιώσω ακόμη βαθύτερα την υπέροχη ποίηση μέσα από τις δικές μου λέξεις, δεύτερον η επιθυμία μου ν’ ανταποδώσω την συγκίνηση που μου προκάλεσαν και να προσφέρω κίνητρο γνωριμίας και απόλαυσης της σουηδικής ποίησης σε ελληνόφωνους αναγνώστες και τρίτον η βαθύτερη ανάγκη μου να διατηρήσω τη μνήμη της σουηδικής γλώσσας που με κατοίκησε για δέκα έξι χρόνια ακόμη και στα όνειρά μου.



 Όλες οι επιλογές της ενδιαφέρουσες, μας ανοίγουν ένα παράθυρο σε ένα τοπίο όχι και τόσο γνωστό. Η Έντιθ Σέντεργκραν (Edithdergran,1892-1923), η πρώτη Σκανδιναβή μοντερνίστρια, τόσο μπροστά από την εποχή της στη θεματική της αλλά και στον τρόπο απόδοσης του λόγου της, θα κάνει γνωστά τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα στη σκανδιναβική λογοτεχνία και θα μας ξαφνιάσει με το ποίημα «Μοντέρνα γυναίκα»:


Δεν είμαι γυναίκα. Ουδέτερο είμαι.

Είμαι ένα παιδί, ένα αγόρι,  μια τολμηρή απόφαση,

είμαι μια γελαστή αχτίδα ενός ήλιου σκαρλατίνα...

Είμαι ένα δίχτυ για όλα τ' αδηφάγα ψάρια,



είμαι ένα δοχείο για την τιμή των γυναικών όλων,

είμαι ένα βήμα προς την ατυχία και την τυχαιότητα,



είμαι ένα άλμα προς τον εαυτό και την ελευθερία ...

Είμαι του αίματος ψίθυρος στο αυτί του άνδρα,



είμαι της ψυχής ρίγος, ο πόθος και η άρνηση της σάρκας,

είμαι μια επιγραφή εισόδου σε παραδείσους νέους.

Είμαι μια φλόγα, ζωηρή και σ' αναζήτηση,

είμαι νερό, βαθύ μέχρι τα γόνατα μα τολμηρό,

είμαι φωτιά και νερό σ' έντιμη σχέση μ’ ελεύθερους  όρους...



(Έντιθ Σέντεργκραν, Ποιήματα, 1916)



Η Κάριν Μπόγιε (Karin Boye, 1900-1941), πνεύμα ανατρεπτικό και ελεύθερο, τόλμησε πολύ νωρίς να προχωρήσει στη ζωή που επέλεξε (σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη στη Σουηδία) κατανοώντας τη δύναμη των εύθραυστων πραγμάτων. Το ποίημά της «Το δέρμα μου είναι γεμάτο από πεταλούδες» δίνει τον τίτλο στο παρόν βιβλίο:


Το δέρμα μου είναι γεμάτο από πεταλούδες,

από σκιρτήματα φτερών–

φτερουγίζουν πέρα στον κάμπο και απολαμβάνουν το μέλι τους

και πετούν στο σπίτι και πεθαίνουν

με μικρούς θλιβερούς σπασμούς,

και ούτε ένας κόκκος γύρης δεν έχει διαταραχτεί

από τα ελαφρά πόδια.

Γι’ αυτούς είναι ο ήλιος, ο πυρακτωμένος,

απέραντος, γηραιότερος από το χρόνο...



Αλλά κάτω από δέρμα και αίμα και μέσα απ’ το μυελό

μετακινούνται βαριά βαριά φυλακισμένοι αϊτοί θαλάσσιοι,

φαρδύφτεροι, που ποτέ δεν αφήνουν το θήραμά τους.



Πώς θα ήταν η ανησυχία σας μια φορά

σε θαλάσσια ανοιξιάτικη θύελλα;

Πώς θα ήταν η κραυγή σας,

όταν ο ήλιος πυράκτωνε κίτρινα μάτια;

Κλειστή η σπηλιά! Κλειστή η σπηλιά!

Κι ανάμεσα στα νύχια, στριφογυρίζουν

σαν υπόγειοι βλαστοί λευκές

οι εσώτερες ίνες μου.



(Κάριν Μπόγιε, "Για χάρη του δέντρου", 1935)



Ο Τούμας Τρανστρέμερ (Tomas Tranströmer, 1931-2015), βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011, δίνει με την ποίησή του εικόνες διαυγείς, εύκολα προσβάσιμες, μέσα από τον συμβολισμό τους, στον αναγνώστη του. Ανάμεσα στα ποιήματα που η Δέσποινα Καϊτατζή μεταφράζει σ’ αυτόν τον τόμο και το έξοχο Allegro:


Παίζω Χάιντν μετά από μια σκοτεινή μέρα

και αισθάνομαι μια απλή ζέστη στα χέρια.

Τα πλήκτρα θέλουν. Χτυπούν απαλά σφυριά.

Οι τόνοι είναι πράσινοι, ζωντανοί, γαλήνιοι.

Οι τόνοι λένε ότι η ελευθερία υπάρχει

και ότι κάποιος δεν πληρώνει φόρο στον Καίσαρα.

Βάζω τα χέρια στις χαϊντοτσέπες μου

και μιμούμαι κάποιον που κοιτά τον κόσμο ήρεμα.

Σηκώνω την χαϊντοσημαία μου – που σημαίνει:

“Δεν υποτασσόμαστε. Θέλουμε όμως ειρήνη.”

Η μουσική είναι ένα γυάλινο σπίτι στην πλαγιά

όπου οι πέτρες πετούν, οι πέτρες κυλάνε.

Οι πέτρες κυλώντας το διαπερνούν

μα άθικτο παραμένει κάθε του τζάμι.



(Τούμας Τρανστρέμερ, "Ο ημιτελής ουρανός", 1962)



Η περίπτωση της Γιλά Μοσσάεντ (Jila Mossaed, 1948- ) είναι ιδιαίτερη·  η ποιήτρια δεν είναι Σουηδή αλλά Ιρανή, άρα η Σουηδία είναι ο τόπος της αναγκαστικής της  εξορίας (ήρθε στο Γκέτεμποργκ το 1986 ως πρόσφυγας).  Αυτό την φέρνει πολύ κοντά στη μεταφράστριά της, καθώς έχει κι εκείνη την εμπειρία της πολύχρονης ζωής μακριά από την πατρίδα. Ενδιαφέρον επίσης το γεγονός ότι η ποίησή της στη σουηδική γλώσσα περνά μέσα από το φίλτρο των γλωσσικών και πολιτισμικών καταβολών της, και στη συνέχεια συναντά την ποιήτρια που τη μεταφράζει στα ελληνικά. Διαδοχικές, λοιπόν, μεταποιήσεις του λόγου.


Κοιμάμαι σε νησιά

που δεν κατέχει κανείς

Χαμένη σε δρομίσκους του πάγου

αναζητώ ένα ξεχασμένο σπίτι

Κάθε πρωί στο γιαλό

βρίσκω ένα νέο κάλεσμα

στην καρδιά ενός νεκρού μαργαριταριού

Της εξορίας η γη

είναι ραγισμένο έδαφος

Μην το πατάς

μην πηδάς πάνω του

Ψάξε μόνο τη μνήμη σου

Διαφορετικά γκρεμίζεται

και βυθίζεσαι



(Γιλά Μοσσάεντ, Κάθε βράδυ φιλώ τα πόδια του εδάφους, 2009)

Δεν είναι τυχαίος ο όρος μεταποίηση που χρησιμοποιήθηκε παραπάνω. Η ίδια η μεταφράστρια συμφωνεί με την άποψη του James Stratton Holmes ότι η προσπάθεια της μετάφρασης αφορά σε μεταποίημα. Έτσι πιστεύει ότι αφήνεται πιο ελεύθερος ο μεταφραστής/ποιητής για να αποδώσει με όρους ποιητικής αισθητικής το ποίημα στη νέα γλώσσα:

Έχω την αμυδρή αίσθηση ότι οι όροι μεταποιητής και μεταποίημα του Τζέιμς Σ. Χολμς προσδίδουν αίσθηση ελευθερίας στη δημιουργία του νέου ποιήματος.

(από το Εισαγωγικό σημείωμα)


Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, η μεταφράστρια/ποιήτρια πέτυχε να δώσει μια εικόνα της σουηδικής ποίησης, σεβόμενη τις ιδιαιτερότητες του κάθε ποιητή που προσέγγισε, ταυτόχρονα καταφέρνοντας το κάθε νέο ποίημα να δίνει την εντύπωση γραμμένου εξ αρχής στην ελληνική γλώσσα. Για να χρησιμοποιήσω την πετυχημένη εικόνα που ο άλλος ποιητής, ο Zbignniew Herbert φαντάστηκε στο δικό του ποίημα, η Δέσποινα εισχώρησε στην ποίηση των άλλων όπως η μέλισσα. Και τα κατάφερε:

Σαν αδέξια μέλισσα εφορμά

πάνω στο λουλούδι

[…]

ξαναβγαίνει

βουίζοντας θορυβωδώς:

χώθηκα μέσα!

σ’ αυτούς

που δεν την πολυπιστεύουν

δείχνει μια μύτη κίτρινη

από τη γύρη.



(Zbignniew Herbert, Μεταφραστής ποίησης, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός)

Το βιβλίο αυτό εκτός από μια γνωριμία με τη σκανδιναβική ποίηση, σε μια μετάφραση αισθητικά και ποιητικά αξιοπρόσεκτη, είναι (με τον τρόπο που παρουσιάζεται εισαγωγικά από τη μεταφράστρια) και μια αφορμή για συζήτηση γύρω από τη μετάφραση της ποίησης. Όποια άποψη και αν έχει κάποιος για τη δυνατότητα της μεταφραστικής απόδοσης του ποιητικού έργου, δεν μπορεί παρά να εκτιμήσει την ελπίδα της ποιήτριας/μεταφράστριας Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη ότι μπόρεσε να μεταφέρει έστω και μέρος των κραδασμών της πρωτότυπης φωνής. Και μόνο που νιώθει στην ξένη ποίηση τον εσωτερικό κραδασμό και αυτόν ακριβώς θέλει να αποδώσει στη δική της γλώσσα, εμένα τουλάχιστον μου αρκεί.

Διώνη Δημητριάδου