Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Ωρολογιακοί Μηχανισμοί Δημήτρης Καλοκύρης Ένα αλλόκοτο γραφικό μυθιστόρημα με κείμενα σαράντα συντελεστών εκδόσεις Νεφέλη η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/10022-orologiakoi-mixanismoi


Ωρολογιακοί Μηχανισμοί
Δημήτρης Καλοκύρης
Ένα αλλόκοτο γραφικό μυθιστόρημα
με κείμενα σαράντα συντελεστών
εκδόσεις Νεφέλη
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/10022-orologiakoi-mixanismoi




«Συνήθως τα κείμενα έχουν την τάση να μελοποιούνται ή να εικονογραφούνται. Αντιστρόφως, στο γραφικό αυτό μυθιστόρημα μόνο οι τίτλοι των έργων βαρύνουν αποκλειστικά τον χρονολόγο», γράφει ο Δημήτρης Καλοκύρης στην εισαγωγή του βιβλίου δίνοντας έτσι και το  παράδοξο της έμπνευσης που το γέννησε. Εδώ, λοιπόν, προηγήθηκε το εικαστικό κομμάτι («Έγιναν ογδόντα οκτώ έργα, τα περισσότερα από τα οποία περιστρέφονται πια σε αλλότριους τοίχους»), και αφού αυτά τα έργα επιτέλεσαν τον σκοπό τους ως εκθέματα, συνέχισαν τη ζωή τους ως οπτική αφορμή, προκειμένου σαράντα (μαζί με τον δημιουργό τους) τεχνίτες του λόγου να αποθέσουν ένα μικρό κείμενο κάτω από τη φωτογραφία του κάθε έργου σε μια ιδιάζουσα συνομιλία μαζί του. Tο όλον ονομάστηκε «γραφικό μυθιστόρημα» (graphic novel) υπονοώντας έτσι πως έχουμε ένα κείμενο κατασκευασμένο από σαράντα δημιουργούς, οι οποίοι δεν γνώριζαν ο καθένας παρά μονάχα τη δική του συμμετοχή. Επιτυγχάνεται, λοιπόν, η συνέχεια μιας ιστορίας; Γράφεται ένα ενιαίο μυθιστόρημα; Το εγχείρημα φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Έτσι κι αλλιώς η δημιουργία ης ενιαίας εικόνας είναι ένα στοίχημα ακόμη και όταν είναι πολύ λιγότεροι οι συμμετέχοντες σε ανάλογα συλλογικά έργα. Ωστόσο το μέγιστο ενδιαφέρον εστιάζεται στη θεματική του βιβλίου, η οποία υπαγορεύεται από την επιλογή των εικόνων. Όταν το θέμα είναι ο χρόνος, η συνέχεια αναπόφευκτα είναι το ζητούμενο, ακόμη κι όταν ο συγγραφέας είναι ένας.



Όλες οι κατασκευές του Καλοκύρη «παίζουν» με τον χρόνο, καθώς προβάλλουν τη μεγαλύτερη αυταπάτη του ανθρώπου, την πιο συμβατική επινόησή του, προκειμένου να νιώσει ότι ελέγχει τον χρόνο: τα ρολόγια! Στη φωτογράφιση των έργων αυτών, όπως τα βλέπουμε στις σελίδες του βιβλίου, διακρίνουμε το ρολόι, τους δείχτες και ανάμεσά τους ανθρώπινες φιγούρες, άλλες απλές άλλες περίπλοκες, άλλες υπαρκτές άλλες μυθικές, κάποιες ακινητοποιημένες σε μορφή αγάλματος· όλες αναπόσπαστο κομμάτι της μέτρησης του χρόνου, μπλεγμένες (θανάσιμα;) μέσα στα γρανάζια και στους λεπτοδείχτες. Ίσως μόνον έτσι να μπορούν να «διαβαστούν» τα χρονικά διαστήματα, όταν η ανθρώπινη συνείδηση ενσωματωθεί  στους μετρητές τους. Κάθε στιγμή ζωής να βιώνεται με τον χτύπο του ρολογιού, να βαδίζει προς τα πίσω, να γίνεται παρελθόν μετρήσιμο. Και μόνο με τη σειρά των εικόνων αυτών θα μπορούσε να στηθεί μια πλοκή, να ιστορηθεί η ζωή. Έρχονται, όμως, σε αρωγή τα μικροαφηγήματα των ελάχιστων λέξεων για να συμπληρωθεί η εικόνα, να γραφεί η ιστορία.



Οι σαράντα συγγραφείς είναι:

Δημήτρης Αλεξάκης, Ευαγγελία Ανδριτσάνου, Χάρης Βλαβιανός, Ιάκωβος Βούρτσης, Βαγγέλης Γερμανός, Ηλίας Γκρης, Στάθης Γουργουρής, Τάκης Γραμμένος, Σοφία Διονυσοπούλου, Ζυράννα Ζατέλη, Ζωή Ζαχαριάδου, Γιάννης Ζέρβας, Σάρα Θηλυκού, Δημήτρης Κακολύρης, Διονύσης Καρατζάς, Μάνος Koντολέων, Μανόλης Κορρές, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Σύλβια Κουτρούλη, Αχιλλέας Κυριακίδης, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Δημήτρης Λεοντζάκος, Θέμης Λιβεριάδης, Βαγγέλης Λιβιεράτος, Νίκος Λούπης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Νικολαΐδου, Nένη Πανουργιά, Βασίλης Παπαγεωργίου, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Μάριος Ποντίκας, Θοδωρής Ρακόπουλος, Ντίνος Σιώτης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Αγγελική Στρατηγοπούλου, Θωμάς Τσαλαπάτης, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Δημήτρης Χουλιαράκης, Γιώργος Χουλιάρας.

Διαφορετικοί στο ύφος, στη γλώσσα, στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον γραπτό λόγο. Ο καθένας με την ιδιαίτερη γραφή του δηλώνει τη συμμετοχή του στο παιχνίδι αυτό, με σοβαρή ή με περιπαικτική διάθεση. Με ανατρεπτικό λόγο πολλά από τα κείμενα, με διάθεση να αναιρέσουν την όποια συμβατικότητα κουβαλά μαζί της η μέτρηση του χρόνου. Άλλα περισσότερο συμφιλιωμένα με την αποδοχή μιας χρονικής ακολουθίας αντιληπτής στα ανθρώπινα μέτρα. Κι εκεί που φαίνεται η γραφή είτε  να περιγελά το άχρονο του χρόνου είτε να συμβαδίζει μαζί του εγκλωβίζοντάς τον μέσα στον λεκτικό κώδικα, εκείνος αναδεικνύεται ικανότερος παίκτης, μεγαλύτερος ψεύτης από το ψεύδος της λογοτεχνίας. Μα, πώς θα γινόταν διαφορετικά; Ο χρόνος μάς ενσωματώνει, μάς εμπεριέχει. Πώς, επομένως, να μιλήσεις γι’ αυτόν άκοπα και αποτελεσματικά; Αυτό που σου μένει είναι να αφεθείς να τον απολαύσεις έστω παίζοντας λογοτεχνικά μαζί του.



Κάποια δείγματα γραφής που δείχνουν πώς ενώνονται τα αόρατα νήματά τους:

 Ο χρόνος πολυαμήχανος, πριν και μετά την ορολογία και την ωρολογία, πριν και μετά τη λογοποιία και ωρολογοποιία, τη στιγμή που πίσω του ή μπροστά του, ακόμη δεν είναι σίγουρος, βρίσκει και φορά τα φτερά στα πόδια του, λίγο σαν κάπως άχρωμος καθώς βγαίνει από την κλίνη των συμπάντων πριν φορέσει τα λευκά φτερά της ψυχής του, φτεροχρόνος, φεύγει μέσα στην άβυσσο, έρχεται μέσα από την άβυσσο.

(Βασίλης Παπαγεωργίου)



Και την 55η μέρα, στις εννέα παρά δέκα ώρα Πεκίνου (βλ. εικόνα), κάποιος Τσουάνγκ Τσου (μη βλ. εικόνα) ονειρεύεται ότι είναι δευτερολεπτοδείκτης στα χέρια ενός σγουρόμαλλου αγοριού με δυτική φόρμα εργασίας ή, έστω, ολόσωμη πιτζάμα made in Taiwan, που ετοιμάζεται να καρατομήσει μια πεταλούδα, ή ένας δευτερολεπτοδείκτης ονειρεύεται ότι είναι μια σγουρόμαλλη δυτική πεταλούδα σε σχήμα Τσουάνγκ Τσου… ω, φτάνει πια μ’ αυτές τις πεταλούδες, αλλάξτε θέμα στα όνειρά σας, όχι άλλο Τσουάνγκ Τσου.

(Αχιλλέας Κυριακίδης)



Ήταν δεν ήταν νύχτα. Άγγιζα δεν άγγιζα σώμα. Έβρεχε έξω ή πνιγόμουν μέσα. Ήθελα δεν ήθελα να μάθω. Τικ τακ τικ τακ. Μετρώ ό,τι με μετράει: τον φόβο και τα χρώματα, το θάρρος και τα χώματα, το βλέμμα και το πάθος. Και δεν περιμένω να ’ρθεις. Γιατί είσαι ο χρόνος μου και μέσα του λάμπω, γιατί είμαι ο χώρος σου και παντού υπάρχεις. Αλλάζω και με αποφασίζεις, σωπαίνεις και σε ακούω. Την ώρα των νερών, ακριβώς στη μέσα νύχτα, ανατέλλω για χάρη σου τρυφερά ορμητικός.

(Διονύσης Καρατζάς)



Εμφανής η έξοχη αβεβαιότητα του ίδιου του χρόνου, που δεν θέλει να γνωρίζει ή απλώς αδιαφορεί, που μοιάζει στη συνέχεια να μεταλλάσσεται σε πολύμορφη εικόνα ονείρου με όλες τις πιθανότητες μέσα της, για να καταλήξει θεώρηση του άβατου, του αόριστου, του αχανούς και ίσως πάλι του αμήχανου, σε μια σύμπλευση με τον χώρο εστιάζοντας το βλέμμα στο αγαπημένο πρόσωπο. Μια ευδιάκριτη συνομιλία.


Με ανάλογο τρόπο συνομιλούν και τα υπόλοιπα κείμενα του βιβλίου μεταξύ τους αλλά και με τις εικόνες που μορφοποιούνται σε λόγο. Μια πολύ ενδιαφέρουσα στο σύνολό της απόπειρα να δοθεί ένα σχήμα στην έννοια του χρόνου· και με τη βεβαιότητα πως, ακόμα κι όταν το σχήμα διαλύεται -στην αδυναμία του να ενσωματώσει το άυλο και ανυπόστατο για τις αισθήσεις- πάλι έχεις την εντύπωση πως έστω για λίγο (όσο διαρκεί η ανάγνωση) άγγιξες μια χρονική ακολουθία – ονειρική ή όχι, απτή ή ανυπόστατη. Δεν είναι λίγο.



Διώνη Δημητριάδου