Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Ένας γέρος Πιερ Λοτί μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις, χρονολόγιο: Φοίβος Ι. Πιομπίνος εκδόσεις Θίνες η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/enas-geros/


Ένας γέρος
Πιερ Λοτί
μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις, χρονολόγιο:
Φοίβος Ι. Πιομπίνος
εκδόσεις Θίνες
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/enas-geros/




Μολονότι ο Πιερ Λοτί ήταν μόνο τριάντα τεσσάρων ετών όταν έγραψε τη νουβέλα του, βλέπουμε να εκφράζει  σε αυτήν το φάσμα των γηρατειών που τον τρομάζουν, καθώς αυτά μας οδηγούν στο αναπόφευκτο τέλος του βίου. Τούτο το κατορθώνει μέσα από τη σωστή περιγραφή της ψυχοσύνθεσης ενός παλαίμαχου ναυτικού.

(από την Εισαγωγή του μεταφραστή Φοίβου Ι. Πιομπίνου)

Ξεκίνησα από το εισαγωγικό κείμενο που προτάσσεται της νουβέλας του Λοτί για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί αξίζει να κάνουμε αναφορά στα «παράπλευρα» στοιχεία ενός βιβλίου, κυρίως όταν είναι της γνωστής αξίας που έχουν πάντα τα συνοδευτικά κείμενα του Πιομπίνου. Ο μεταφραστής ενός βιβλίου είναι ο πλέον αρμόδιος να μας εισαγάγει στο κλίμα της γραφής του συγγραφέα που αποδίδει στη γλώσσα μας: ποιος είναι, ποια η εποχή του, ποια τα κύρια γνωρίσματά του, ποιες οι ιδιαιτερότητες της γραφής του. Παράλληλα, ο συγκεκριμένος φροντίζει (στο τέλος του βιβλίου) να μας πληροφορήσει με εκτενές χρονολόγιο όχι μόνο για τους σταθμούς στη ζωή του συγγραφέα αλλά και για το σύγχρονο σημαντικών γεγονότων στην ελληνική και παγκόσμια ιστορία· έτσι δίνεται μια πλήρης εικόνα της εποχής στην οποία εντάσσεται ο συγγραφέας και το έργο του.  Ο δεύτερος λόγος αφορά την παρατήρηση του Πιομπίνου σχετικά με την ικανότητα του Λοτί να πετύχει την περιγραφή της ψυχοσύνθεσης του ήρωά του. Μάθημα αυτό για νεόκοπους συγγραφείς που υποβαθμίζουν την αξία της περιγραφής (του εξωτερικού και κυρίως του εσωτερικού τοπίου), προκειμένου να δώσουν σημασία στη δράση και την πλοκή, αφήνοντας όμως τους ήρωές τους μετέωρους χωρίς τόπο να σταθούν και χωρίς εσωτερικά αντερείσματα για να στηρίξουν τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι κατορθώνει ο Λοτί να μιλήσει πειστικά για ένα τοπίο τόσο (αντικειμενικά) άγνωστο σ’ αυτόν, όπως είναι η σταδιακή πορεία προς το τέλος της ζωής, καταδεικνύει και την αναμφισβήτητη αξία του ως λογοτέχνη.

Ο Λοτί, λάτρης της φυγής σε εξωτικά μέρη, ταξίδεψε με το πολεμικό ναυτικό από τα δεκαεννιά του χρόνια αποτυπώνοντας εικόνες που μετέφερε κατόπιν στα μυθιστορήματά του (Mon frère Yves, Pécheur dIslande, Le Matelot) και ίσως θα φαντάστηκε τον εαυτό του, σε απόσυρση πλέον από τη ναυτοσύνη, να φθείρεται στη στεριά αναμένοντας το φυσικό του τέλος. Κάπως έτσι προέκυψε και η νουβέλα του «Ο γέρος». Ταυτόχρονα, μέσα από την καταβύθιση του ήρωά του στην ανυπαρξία της φθίνουσας ζωής, επιτρέπει  να δούμε τη δική του αγωνία (έμφυτη ίσως, γιατί είναι πολύ πρόωρη για να θεωρηθεί βιωματική) για το πέρασμα του χρόνου και την έλευση αργά ή γρήγορα του αναπόφευκτου τέλους, μαζί με την απογοήτευση για την αμετάκλητη αλλαγή των τοπίων που αγάπησε και που ο χρόνος και η νοοτροπία των ανθρώπων δεν σεβάστηκε – κάτι που  θα μπορούσε να θεωρηθεί το προσωπικό του αποτύπωμα στον χαρακτήρα του Ζαν Κερβελλά, ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον παροπλισμό του στη ζωή.

Καημένο συντρίμμι, ναυάγιο που δεν το ’θελε ούτε η θάλασσα, μοναχικός γέρος που κανείς δεν κοιτούσε τα δάκρυά του! Γιατί να μην είχε πεθάνει νωρίτερα, την εποχή της ωραίας του της νιότης; Τα ελεύθερα ζώα δεν σέρνονται έτσι δα· διατηρούν μέχρι τέλους τη φυσική τους κατάσταση, το λόγο ύπαρξής τους, αναπαράγονται, ζευγαρώνουν. Μόνο για τον άνθρωπο έχουν γίνει τα παρατεταμένα γερατειά, ο χλευασμός της ζωής.

Ο Λοτί παρακολουθεί, με την τριτοπρόσωπη αφήγησή του, τη ζωή του Ζαν Κερβελλά στη θλιβερή του καθημερινότητα, καταφέρνει ωστόσο να διεισδύσει στην ψυχή του γερο-θαλασσόλυκου και να μεταφέρει τις ενδόμυχες σκέψεις του, τον τρόπο που χειρίζεται τις αναμνήσεις του ή και την έλλειψή τους, τα προσωπικά του δράματα (την απιστία της γυναίκας του, τον θάνατο της κόρης του), κυρίως όμως τη σταδιακή του συνειδητοποίηση ότι η ζωή του φθίνει και το σώμα του τον εγκαταλείπει μέσα στη φυσική φθορά. Αποφεύγει μια αφήγηση-εξομολόγηση απ’ ευθείας σε πρώτο πρόσωπο, που θα γεννούσε την αναγνωστική αμηχανία και τα ερωτήματα «ποιος μιλά εδώ;» ή «από πού αντλεί το σχετικό βίωμα;» και αφήνει να λειτουργήσει η οξύτατη ικανότητά του προς παρατήρηση· αυτή είναι που κάνει τον ακόμη σε νεαρή ηλικία Λοτί να γεννά τις σκέψεις του ήρωά του, που ξεγελούν για  βιωματικές, χωρίς φυσικά να είναι. Καταγράφει τον τρόπο θέασης της ζωής από κάποιον που έχει σωρεύσει βιώματα μέσα του, και πείθει με την αληθοφάνειά τους. Με αυτή, λοιπόν, την υπέροχη μείξη, να μιλάει ως παρατηρητής και καταγραφέας εικόνων και καταστάσεων (παντογνώστης αφηγητής) και ταυτόχρονα να διεισδύει στην ψυχολογία του προσώπου σαν να βρίσκεται μέσα στη σκέψη του, κατορθώνει να συνταιριάσει την αποστασιοποίηση του εξωδιηγητικού αφηγητή με την αμεσότητα μιας περίπου προσωπικής εξομολόγησης.
Η αφήγηση δεν παρεκκλίνει από την τριτοπρόσωπη, κι έτσι ο συγγραφέας Λοτί παραμένει τελικά έξω από την ιστορία που επινόησε στη μυθοπλασία του, έχοντας  όμως πείσει τον αναγνώστη του για την αμεσότητα και την αλήθεια της γραφής του.



Μα σαν τι τάχα τον έπιανε; Δεν ήταν πια μονάχα η λύπη του για τη νεκρή κόρη του· ήταν μια μύχια και βαθιά απόγνωση – η μεγάλη καθημερινή του αυτάρκεια που αναλυόταν τώρα σε γοερά αναφιλητά και στον πόθο του να πεθάνει αμέσως…

Και αναπόφευκτα ο θάνατος θα τον βρει. Το τέλος της ιστορίας του γερο-ναυτικού θα παρουσιαστεί από τον Λοτί με μια από τις ευρηματικότερες  και καλύτερες σε λιτή απόδοση (σε σχέση με το μέγιστο θέμα) σκηνές της λογοτεχνίας. Σαν μια ξαφνική αναλαμπή στο μυαλό του θανάτου που (πηγαίνοντας για μια βιαστική εκκαθάριση) σαν να θυμήθηκε μια εκκρεμότητα προς τον γέροντα και είπε να τον απαλλάξει πλέον από τα δεινά μιας ζωής φθαρμένης ως το κόκκαλο.

Μια νύχτα του Μάρτη, ο θάνατος που διάβαινε από εκεί πηγαίνοντας στη Βρέστη για ν’ αποτελειώσει κάποιους φθισικούς, σταμάτησε για να τον βάλει κάτω. Του στράβωσε το στόμα, του ανέστρεψε τα μάτια, του συνέστρεψε τα δάχτυλα και συνέχισε την πορεία του, αφήνοντάς τον ξυλιασμένο στο κρεβάτι του, καθηλωμένο στη θέση που θα κρατούσε μέχρι τη στιγμή που θα έπεφτε κομματιαστά στο ύστατο σάπισμα.



Τελευταίος λόγος για την εικόνα που περικλείει το όλον. Το εξώφυλλο (μια από τις καλύτερες δουλειές της Μελισσάνθης Σαλίμπα)  με τον μπλε κυματισμό της θάλασσας να αγκαλιάζει τον ναύτη που συλλογάται απαθανατιζόμενος, εκτός από την αισθητική του αξία, παραπέμπει στο στοχαστικό κείμενο του Λοτί με τον καλύτερο τρόπο.
Γιατί έχει σημασία η επιλογή του νεαρού προσώπου και όχι του απόμαχου της ζωής, όπως θα ήταν ίσως αναμενόμενο. Μια αναφορά στη ναυτοσύνη γενικά ή μήπως ένα σχόλιο, μια υπενθύμιση για την πορεία της ζωής που δεν κατάφερε ποτέ να ξεγελάσει τον χρόνο;



Διώνη Δημητριάδου