Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Σπουδή στο κίτρινο Ιστορίες του Δημήτρη Χριστόπουλου εκδόσεις Το Ροδακιό η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Vakxikon.grhttps://www.vakxikon.gr/spoudh-kitrino-xristopoulos/


Σπουδή στο κίτρινο
Ιστορίες
του Δημήτρη Χριστόπουλου
εκδόσεις Το Ροδακιό
η πρώτη δημοσιευση στο περιοδικό Vakxikon.grhttps://www.vakxikon.gr/spoudh-kitrino-xristopoulos/





Κάποτε, πιο παλιά, οι φιλόλογοι (όχι πάντως οι καλύτεροι) νόμιζαν πως εξαντλούσαν τη «διδασκαλία» της λογοτεχνίας απλώς και ανοήτως θέτοντας τις ερωτήσεις: τι καταλάβατε; ποια η κεντρική ιδέα; ή ακόμα χειρότερα: τι θέλει να πει εδώ ο λογοτέχνης; Ίσως πίστευαν πως ξεμπέρδευαν άκοπα με κάτι που προφανώς στους ίδιους ήταν αδιάφορο, βαρετό ή σε κάθε περίπτωση άγνωστο πεδίο. Καμία έκπληξη, όταν τέτοιου είδους ερωτήσεις τις ακολουθούσε ή η σιωπή της αμηχανίας ή ένας άσχετος κατάλογος έτοιμων απαντήσεων – ίδιων λίγο ως πολύ για κάθε κείμενο που είχε διαβαστεί. Κι όμως! Πόσο διαφορετική θα ήταν η πρόσληψη της λογοτεχνίας από τους μαθητές, αν στη θέση όλων των άχρηστων και άστοχων πληροφοριών υπήρχε μόνο ένα ερώτημα, ικανό να πυροδοτήσει τη σκέψη, να ξεκλειδώσει το κείμενο και να κάνει τους νεαρούς αναγνώστες να ενδιαφερθούν για την πολύπαθη λογοτεχνία. Ας ρώταγαν: αν το χρωματίζατε το κείμενο, τι χρώμα θα είχε; Έκπληκτοι θα έμεναν από τις απαντήσεις.

Την παραπάνω σκέψη κάνω διαβάζοντας τη «Σπουδή στο κίτρινο» του Δημήτρη Χριστόπουλου· έχω την αίσθηση πως, ακόμα κι αν δεν τιτλοφορούσε χρωματικά τις ιστορίες του, οι αναγνώστες του έτσι θα τις χρωμάτιζαν: ώχρα βαθυκίτρινη με σκιές πού και πού. Πώς γράφεις, λοιπόν, έχοντας ως φόντο χρωματικό το απειλητικό αυτό κίτρινο; Μάλλον γράφεις έχοντας στη σκέψη άλλοτε κάποιο υγρό υπόγειο που καταπίνει ανθρώπινες ζωές,  άλλοτε τον χρόνο που φθίνει μέσα σου και ξεθωριάζουν οι παλιές φωτογραφίες, κάποια φυγή απεγνωσμένη με σκηνικό μια πειραιώτικη γειτονιά· μου έρχεται συνειρμικά στον νου η μητέρα μου (Πειραιώτισσα γέννημα-θρέμμα) να μου διηγείται το τότε (πολύ μακρινό) του Πειραιά κι εγώ να βλέπω το φόντο πάντα κίτρινο. Ίσως οι γειτονιές να μην αλλάζουν και τόσο· κάτι διατηρούν στον αέρα τους ή και στο χρώμα που κάποιοι επιλέγουν για να τις βάψουν και να τις θυμούνται.

Ας πούμε, λοιπόν, πως οι ιστορίες του Χριστόπουλου δένουν χρωματικά η μία με την άλλη. Κι αυτό μόνο θα αρκούσε για τη συστέγασή τους – καθόλου ευκαιριακή. Είναι, όμως, και κάτι ακόμα. Νιώθεις, καθώς διαβάζεις, πως έχουν και άλλο νήμα να τις συγκρατεί για να μη διαλυθούν αυτόνομες και μοναχικές. Γιατί οι ήρωες τους μπορεί να είναι μόνες παρουσίες, που θέλουν να αποθέσουν λογοτεχνικά τη φωνή τους, ωστόσο αν τους δεις εν συνόλω εμφανίζεται ξαφνικά μια ενδιαφέρουσα τοιχογραφία, που το κάθε κομμάτι της συμπληρώνει τη συνολική εικόνα. Κανένας δεν θα μπορούσε να λείπει· κάποιοι απ’ αυτούς  απαντώνται μέσα στις ιστορίες των άλλων· κάποτε σμίγουν όλοι μαζί.  

Ενδιαφέρουσα η προμετωπίδα,  συνιστά τον τρόπο που μας υποδέχονται οι ιστορίες στο κίτρινο σπίτι τους:

«Είμαστε ζώα μοναχικά. Όλη μας τη ζωή παλεύουμε για λίγο λιγότερη μοναξιά. Και μία από τις πανάρχαιες μεθόδους μας είναι να λέμε μια ιστορία, παρακαλώντας να βρεθεί ένας ακροατής που θα πει (και θα το πιστεύει): ‘‘Α, ναι, έτσι ακριβώς είναι, ή πάντως έτσι το αισθάνομαι κι εγώ’’». (John Steinbeck)

Δείχνει τον τρόπο που αυτά τα μοναχικά ζώα περιγελούν το «φύσει πολιτικό ζώο», όπως έχει τεθεί αριστοτεχνικά αριστοτελικά, και θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε μια αρχή πολλών δεινών. Μια απέραντη μοναξιά μέσα τους έχουν οι άνθρωποι από τη φύση τους. Από κει και πέρα, πολλή προσπάθεια να αποδοθεί σ’ αυτή τη μοναχική φύση ο τελικός σκοπός, η δημιουργία κοινότητας ως τέλος (σκοπός), κι έτσι να θεμελιώνεται η αδικία, η ανισότητα, τα πολιτικά παιχνίδια, η ματαιότητα εν τέλει της απρόσκοπτης δόμησης μιας κοινωνικής συμβίωσης, που μόνο κοινωνικά συμβόλαια μπορεί να υπογράφει στην καλύτερη των περιπτώσεων. Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε συχνά πυκνά στις αφηγήσεις που απαιτούν τουλάχιστον έναν ιστορητή κι έναν ακροατή. Κι ανάμεσά τους το θαύμα της λογοτεχνίας, να μιλά, να κάνει τη μοναξιά λιγότερο αφόρητη.

Ο τρόπος που ιστορεί ο Χριστόπουλος αφήνει να φανεί το περιθώριο αυτής της κοινωνικής συμβίωσης, με έγκλειστους (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στη ρουτίνα μιας καθημερινότητας ή μέσα στα κάγκελα που οι άλλοι κατασκευάζουν, εγκλωβισμένοι σε περίκλειστες σχέσεις ή σε αναγκαστικές απομονώσεις, τέτοιες που φτιάχνει η ανεργία και η οικονομική δυσπραγία. Και κάποιοι να επιχειρούν ονειρικές αποδράσεις μάταιες στην αποτελεσματικότητά τους. Και η μνήμη να λειτουργεί, όχι για να σωθούν αλλά τουλάχιστον για να πουν πως ακόμη είναι εδώ.

«Σαραντατόσα χρόνια μετά δυο φίλοι απ’ τα παλιά, καθισμένοι σ’ ένα μπαταρισμένο παγκάκι, καραβοτσακισμένοι, ξέμπαρκοι και μόνοι. Δυο φίλοι, δυο ακροατές των κυμάτων και των θολών οριζόντων. Ανασκαλέψαμε τα παλιά, περισσότερο για να παρηγορηθούμε, κουβέντα να γίνεται, μνημόσυνο για τα πεθαμένα μας και τις πνιγμένες μνήμες – για τη θάλασσα που μας ξέβρασε, για τη στεριά που μας στέγνωσε, για τα πριονισμένα όνειρα που κάναμε δεκανίκι, για όσα μάταια ξοδευτήκαμε, για τα μακρινά ταξίδια που ποτέ δεν τολμήσαμε, για ό,τι ξώπετσο μάς ρούφηξε το μεδούλι».

Οι ιστορίες αυτές στεγάζονται μέσα στην πόλη, ακόμα κι όταν οι ήρωές τους δραπετεύουν απ’ αυτήν. Την έχουν μέσα τους, βαρύ φορτίο, ακόμα πιο επαχθές εν μέσω κρίσης. Είναι αλήθεια πως ο βαθύς πυρήνας μιας κοινωνίας σε κρίση μπορεί να αποδοθεί μέσα σε μικρές ιστορίες, σαν στιγμιότυπα που δεν απαιτούν τη χρονική απόσταση για να μιλήσουν ανθεκτικά, αυθεντικά  και ώριμα. Αδυνατεί η αλήθεια τους να ειπωθεί μέσα στη μεγάλη αφήγηση/μυθιστόρημα, που απαιτεί ένα υπόβαθρο συνειδησιακό, μια γνώση της πορείας μέσα στον χρόνο, αλλά και την επίγνωση της ευθύνης που φέρει ο γράφων απέναντι σε όποιον διαβάζοντας λογοτεχνία αναζητά κάποια απάντηση στο ερώτημα: τι συμβαίνει εδώ και τι είναι αυτό που ζω; Εικόνες, αποσπάσματα ζωής εν τρικυμία δίνουν οι μικρές ιστορίες χωρίς να φιλοδοξούν κάτι περισσότερο από αυτό – που καθόλου λίγο ωστόσο δεν είναι.
Όταν μάλιστα ο συγγραφέας, όπως εδώ ο Χριστόπουλος, έχει σαφή την ιδεολογική προέκταση της εικόνας μέσα του, όταν νοεί και κατανοεί την κοινωνική (κατ’ επέκταση και την πολιτική) πραγματικότητα, τότε μπορεί να δώσει κάτι πιο πέρα και πιο πάνω αξιακά από τις δεκαοκτώ ιστορίες του βιβλίου. Στην ουσία προτείνει μια θέα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ιδεολογικά φορτισμένη (όπως πρέπει να γράφεται η αληθινή λογοτεχνία), με ήρωες των ιστοριών του να έχουν απρόσκοπτη την ταύτιση με τον αναγνώστη τους (θεωρητικό ζητούμενο της γραφής), με εστίαση στους αδικημένους αλλά ακόμα ζωντανούς ανθρώπους, που δεν διστάζουν να αποδεχθούν την ήττα τους – κομμάτι της ζωής κι αυτή.

«‘‘Οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν τα καταφέρνουν πάντοτε. Έτσι δεν είναι;’’ γύρισε και του ’πε συγκαταβατικά, ‘‘δεν αντέχουν ούτε καταλαβαίνουν τη μοναξιά’’, συνέχισε πίνοντας άλλη μια γουλιά καφέ με το βλέμμα στυλωμένο στα καταφαγωμένα νύχια της. Ντράπηκε και έκρυψε τα χέρια κάτω από την μπλούζα της».

Κοινωνικός, λοιπόν, ο χαρακτήρας ετούτης της γραφής; Ναι, ισχύει αυτό, χωρίς φυσικά να μειώνουμε ούτε στο ελάχιστο το αισθητικό κομμάτι (άλλωστε η τέχνη εδράζεται κυρίως στην αισθητική), το οποίο χτίζεται με προσοχή από έναν πολύ καλό τεχνίτη του λόγου, που ξέρει πώς να βάφει με κίτρινη ώχρα τις θαμπές ζωές των ηρώων του, κι αυτές τελικά να λάμπουν.



Διώνη Δημητριάδου