Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Θαμπές ζωές πεζογραφήματα του Γιάννη Η. Παππά εκδόσεις Καστανιώτης η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/thampes-zwes/


Θαμπές ζωές
πεζογραφήματα
του Γιάννη Η. Παππά
εκδόσεις Καστανιώτης
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/thampes-zwes/




θαμπές ζωές ξανά στο φως

Τριών ειδών ιστορίες συστεγάζονται στο πρόσφατο  πεζογραφικό βιβλίο του Γιάννη Παππά. Στη μία κατηγορία εντάσσονται δεκατρείς ιστορίες που φθάνουν στον αναγνώστη είτε με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (συγκλονιστική στην αμεσότητά της) είτε με μια τριτοπρόσωπη αφηγηματική εκδοχή· και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μια ενδιαφέρουσα μυθοπλασία που αφήνει να φανεί ο αληθινός πυρήνας της κάθε ιστορίας. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει δεκαοκτώ αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, που μεταφέρουν αποσπάσματα ζωής του συγγραφέα, αναμνήσεις που ο ίδιος επιθυμεί να μοιραστεί μαζί μας. Οι δύο τελευταίες ιστορίες του βιβλίου θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην προηγούμενη κατηγορία, καθόσον αποτελούν κι αυτές προσωπικά βιώματα του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω πως δικαιωματικά έχουν τον δικό τους χώρο ως τρίτη κατηγορία, όχι μόνο γιατί μας μεταφέρουν σε ένα άλλο τοπίο ιδιαίτερων αξιώσεων αλλά και γιατί απέχουν θεματικά από όλες τις υπόλοιπες – προσωπικές ή όχι. Η μία απ’ αυτές, «Το χιτώνιο ή Ποιος θα μου δώσει πίσω τα παιδικά μου χρόνια;», αποτελεί μια μαρτυρία για τη μεταφορά των παιδιών στις βαλκανικές χώρες στα χρόνια του Εμφυλίου – σύντομη δυστυχώς, γιατί ο συγγραφέας θέλησε να την ενσωματώσει στη συλλογή με τις μικρές του ιστορίες, αν και θα της άξιζε μια εκτενέστερη αφήγηση· ένα από τα ανοιχτά ακόμη θέματα στην έρευνα.  Η δεύτερη, «Η τελευταία φωτογραφία», αφορά τον ληστή Θωμά Γκαντάρα, που ελήστευε μόνον τους λίαν πλουσίους και δι’ αυτών ευηργέτει τους πτωχούς, η ιστορία του οποίου στις αρχές του 20ου αιώνα ξετυλίγεται με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι. Καλογραμμένη ιστορία. Άλλη μια ευκαιρία -έτσι όπως είναι η τελευταία ιστορία του βιβλίου- για να σκεφθούμε μια ολοκλήρωση της εικόνας σε μια επόμενη συγγραφική απόπειρα.

Στις άλλες προσωπικές ιστορίες του βιβλίου συναντάμε πρόσωπα και καταστάσεις, εικόνες της δικής του ζωής. Όσο κι αν ξέρεις πως πάντα στη γραφή μπερδεύεται -είτε φαίνεται είτε όχι- η αλήθεια με το «μαγικό ψεύδος» της λογοτεχνίας, εδώ δεν αφήνει πολλά περιθώρια σκέψης ο Γιάννης Παππάς· πρόκειται για τον ίδιο, για την οικογένειά του, τους συμμαθητές του, τους συμφοιτητές του, τους φίλους απ’ τον στρατό, γνωστά και οικεία του πρόσωπα. Η καλύτερη από τις αφηγήσεις αυτές αναφέρεται στην απρόσμενη συνάντηση χειμώνα του ’80 με τον Γκοτζαμάνη, τον δολοφόνο του Λαμπράκη.

Ο Γκοτζαμάνης  γύριζε τα βράδια, πάντα μεθυσμένος, και όποιος τον έβρισκε του έριχνε και από ένα χέρι ξύλο. Όλοι οι αριστεροί της περιοχής του είχαν δώσει κι από έναν μπάτσο. Και όχι μόνο. Άλλο όμως τον λυπόντουσαν έτσι όπως είχε καταντήσει. Ένα γεροντάκι αδύνατο και κακομοιριασμένο. Αλλά τι να το κάνεις. Τη δουλειά την είχε κάνει. Σκότωσε τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Μια δολοφονία που συγκλόνισε τότε τη χώρα και άφησε ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία της Θεσσαλονίκης.

(Μια νύχτα μ’ έναν τραμπούκο»)

Στις ιστορίες που υπερτερεί η μυθοπλασία, συνήθως με πρωτοπρόσωπη αφήγηση κι αυτές, έχουμε τη σύνοψη μιας ζωής μέσα σε λίγες σελίδες, λες και το πρόσωπο που αφηγείται τη ζωή του βιάζεται να τα πει, να φύγει το βάρος από πάνω του. Και είναι ζωές βασανισμένες, περιθωριακές κάποιες, σκληρές άλλες. Οι φωνές τους βγάζουν μια πικρία, μια απόγνωση· αλλού θα δούμε τη δίψα για εκδίκηση, αλλού μια ήρεμη τρυφερότητα για μια ζωή έτσι κι αλλιώς χαμένη (ζωή που τους έλαχε σε τελευταία ανάλυση), μια αναμονή για ένα θάνατο ήσυχο. Ανθρώπινες ιστορίες που αφήνουν το αποτύπωμά τους, παρά το σύντομο της γραφής τους.

Την έζησα τη ζωή μου. Αν καθόμουνα στο χωριό, θα με δείχνανε με το δάχτυλο ο ένας και ο άλλος και θα με κουσκουσεύανε. Τουλάχιστον εδώ έζησα ό,τι μπόρεσα. Τώρα αυτό που θέλω είναι να έχουν υγεία τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και όλος ο κόσμος και να ’ρθει ο χάρος να με πάρει κάποια στιγμή στον ύπνο μου. Υπάρχει καλύτερος θάνατος απ’ αυτόν;

(«Η Νίτσα με τ’ όνομα»)

Η μικρή φόρμα φαίνεται να ταιριάζει στον Γιάννη Παππά, μοιάζει να τον τραβά η αναμέτρηση με το  μικρό σώμα του κειμένου, που καταφέρνει να έχει (στις πιο δυνατές ιστορίες) όλη την ουσία με λίγα λόγια. Αποτυπώνει τη ζωή στην επαρχία χωρίς την απατηλή ωραιοποίηση που είθισται να προσδίδουν σ’ αυτήν όσοι την έχουν εγκαταλείψει για μια ζωή καλύτερη και πιο άνετη στην πόλη. Όποιος έχει ζήσει τη ζωή στο χωριό ή στην κωμόπολη (συχνά μικρή η διαφορά) κατανοεί απολύτως τη στενότητα του χώρου που επινοεί νοητές αποδράσεις στον αστικό παράδεισο. Η νοσταλγία (γι’ αυτούς που προσπάθησαν να αποκόψουν τους δεσμούς με την «αγνή» ύπαιθρο) είναι μια αποδεκτή και αναμενόμενη συνθήκη, ωστόσο δεν εκλεπτύνει ούτε στο ελάχιστο την τραχύτητα ούτε λειαίνει τις κοφτερές γωνίες των ηθών. Η συμπεριφορά, για παράδειγμα, απέναντι στα ζώα (φιλότιμη η προσπάθεια του συγγραφέα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους στο αφήγημα «Οι φίλοι μας τα ζώα») αποδεικνύει τη σκληρή άποψη: τα «αγαπάμε» όσο είναι χρήσιμα. Ο αστός, από την άλλη, δεν τα χρειάζεται, γι’ αυτό και χωρίς τη δέσμευση της χρησιμότητας, απλώς τα αγαπάει· κι αυτό δεν είναι λίγο.  Όσο για την «κοινωνικότητα» των μικρών χώρων, όποιος έχει ζήσει στα ακάλεστα βλέμματα των γύρω του την επιθυμία να ελέγξουν ή έστω να σχολιάσουν τη ζωή του, προτιμά δέκα φορές την ανωνυμία της πόλης.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παππάς είναι λιτή στα μέσα της, ειλικρινής στην πρόθεσή της να αποδώσει το περιεχόμενο της κάθε ιστορίας με πειστικότητα – ειδικά αυτές που μυθοπλαστικά παρουσιάζει.

Στο χωριό είχα γίνει ρεζίλι. Ποιος, εγώ που γύρισα όλα τα λιμάνια και τα μπουρδέλα του κόσμου· να μου τη βγαίνει τώρα μια μαλακισμένη Πατρινιά. Δεν μπορούσα να βγω στο καφενείο. Ένιωθα ότι όλοι με κοροϊδεύουν, ότι γελάνε μαζί  μου.

Μια μέρα δεν άντεξα. Πήρα το αγροτικό και κατευθείαν για την Πάτρα. Ήξερα ότι το παιδί θα λείπει στο σχολείο. Μαζί μου είχα πάρει και την καραμπίνα. Θα σε γαμήσω, μωρή καριόλα, έλεγα μέσα μου. Μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Σε όλη τη διαδρομή μια εικόνα μού ερχόταν στο μυαλό: αυτή να πηδιέται και η μικρή να κοιτάει από τη μισάνοιχτη πόρτα.

(«Όχι μπροστά στο παιδί»)

Η χρήση κάποιων φράσεων της πιο καθημερινής κουβέντας (κάποιοι θα μπορούσαν να τις θεωρήσουν ακραίες, δεν είναι όμως παρά η αποτύπωση της πραγματικής ζωής), είναι αναμενόμενη στις ιστορίες του βιβλίου που πλάθονται χαρακτήρες ζυμωμένοι με τις δυσκολίες της ζωής, οπότε  και η γλώσσα βοηθάει την αληθοφάνεια, δεν είναι όμως απαραίτητη στις πιο προσωπικές ιστορίες, τις αληθινές. Σ’ αυτές τις αφηγήσεις η δύναμη του λόγου χτίζεται στα θέματά τους και στην αίσθηση που σου δημιουργείται ότι σε αφορούν – θες η εποχή που ιστορείται, θες οι κοινοί τόποι, όλα συνηγορούν για την αμεσότητά τους.

Ήμασταν, βλέπεις, στην καλύτερη ηλικία και για τι άλλο θα κουβεντιάζαμε. Μην κοιτάς που πηγαίναμε από διαδήλωση σε διαδήλωση και από συνεδρίαση σε συνεδρίαση. Όχι ότι δεν είχαμε και τα τυχερά μας. Η Κομουνιστική Νεολαία Ελλάδος ήταν τότε γκομενικό φυτώριο. Πολλοί έρχονταν στην οργάνωση για να βρουν και καμιά γυναίκα. Εμείς όμως «ιδεολόγοι», δεν πειράζαμε τα κορίτσια τα δικά μας. Τόσο αγαθοί!

(«Ο Πασχάλης ο καυλιάρης»)


Γνωρίζοντας ότι ο Γιάννης Παππάς είναι κυρίως ποιητής ξαφνιάζει κάπως η απουσία κάθε ίχνους μεταφορικότητας στον λόγο του, κάτι που είθισται να συναντάμε σε ανάλογες περιπτώσεις ποιητών που επιχειρούν και στον πεζό λόγο. Ενδιαφέρον αυτό, γιατί το κάθε είδος έχει την αυτονομία του, τις απαιτήσεις του και τον δικό του λόγο· κυρίως έχει τον προσωπικό του τρόπο για να φτάσει στον αναγνώστη.  Φαίνεται αυτό να το γνωρίζει ο συγγραφέας. Έτσι μας μεταφέρει τις Θαμπές ζωές των προσώπων που κυκλοφορούν στις ιστορίες του με ρεαλιστική απόδοση, όσο κι αν αυτές έχουν θαμπώσει από το πέρασμα του χρόνου. Αναζητούν μια φρέσκια αναδιατύπωση της ζωής τους μέσα από τη λογοτεχνία. Νομίζω πως το κατορθώνουν. Προκαλούν το ενδιαφέρον και αφήνουν το ίχνος τους στη σκέψη μας.



Διώνη Δημητριάδου