Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Να σώσουμε τον Μότσαρτ Το ημερολόγιο του Ότο Γ. Στάινερ του Raphaël Jerusalmy μετάφραση - σημειώσεις: Αχιλλέας Κυριακίδης εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/jerusalmy-raphael-melani-na-sosoume-ton-motsart-dimitriadou


Να σώσουμε τον Μότσαρτ

Το ημερολόγιο του Ότο Γ. Στάινερ

του Raphaël Jerusalmy

μετάφραση - σημειώσεις: Αχιλλέας Κυριακίδης

εκδόσεις Μελάνι
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/jerusalmy-raphael-melani-na-sosoume-ton-motsart-dimitriadou




μια ελάχιστη μουσική συνωμοσία

Ήθελα να εμποδίσω  μια φωνή απ’ το να σιωπήσει. Μία φωνή, μόνη της μέσα σε πολλές χιλιάδες, αλλά μια φωνή που, αν είχε καταπνιγεί, θα σκότωνε τη μουσική μέσα μου. Κι όλη τη μουσική.

Μία διαφορετική φωνή αδυνατεί να ακουστεί μέσα σε πολλές χιλιάδες όμοιες, που ηχούν στον ίδιο τόνο.  Όσο κάποιοι (ελάχιστοι) θα επιλέγουν τη διακριτή παρουσία τους μέσα στην ηχηρή ομοιομορφία των πολλών, τόσο η επιλογή τους θα καταξιώνει τη μοναδικότητα της προσπάθειας, την αξία μιας ατομικής αποστασιοποίησης από τη συμπαράταξη με τους ισχυρούς και ασφαλείς. Γιατί αυτονόητα η απόσχιση επισύρει και τις συνέπειές της, η μοναξιά της ατομικής επανάστασης έχει ήδη χρεωθεί το τίμημα. Είμαι βέβαιη πως οι υπέρμαχοι της συνολικής ρήξης, ως μοναδικής συνθήκης που έχει τη δύναμη να ανατρέψει τα ισχύοντα (όποια κι αν είναι αυτά, σε κάθε εποχή), δεν θα αγαπήσουν την ιστορία του Τζερουσάλμι – αν φυσικά μπουν καν στον κόπο να τη διαβάσουν. Με ανάλογο τρόπο είχαν απαξιώσει την άλλη συγκλονιστική ιστορία του Χανς Φάλλαντα «Μόνος στο Βερολίνο», αδυνατώντας να υιοθετήσουν την προοπτική μιας ατομικής εξέγερσης, να διανοηθούν τη δυναμική της μονάδας, του ενός. Μέσα στην ιδεοληπτική αποθέωση της μάζας έχει χαθεί η αξία της ατομικής επιλογής.

Ημερολογιακή μορφή θέλησε να δώσει ο Τζερουσάλμι στην ιστορία του διασώζοντας έτσι την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης/κατάθεσης. Σοφή επιλογή, γιατί έτσι προσεγγίζεται καλύτερα, πιο ευθύβολα, η διάθεση, η σκέψη, ο προβληματισμός, η στάση μπροστά στο προσωπικό αδιέξοδο, η επιλογή, η απόφαση, ο φόβος, η αδυναμία, και τελικά η πράξη. Ο ήρωας Ότο Γ. Στάινερ θα διανύσει την πορεία ως την αμφίβολη προσωπική του δικαίωση, ως τη διάσωση της προσωπικής του αξιοπρέπειας, που θα είχε αλλιώς απολεσθεί οριστικά. Από τις 7 Ιουλίου του 1939 ως τις 2 Αυγούστου του 1940 θα κρατήσει ημερολόγιο εντάσσοντας σ’ αυτό και τις επιστολές που θα ήθελε κάποτε να φτάσουν στα χέρια του γιου του στην Παλαιστίνη. Εβραίος (όχι εντελώς) ο Στάινερ, αν δώσουμε βάρος όχι στην καταγωγή αλλά στην αποδοχή της καταγωγής (που είναι και πλέον σημαίνουσα), αναγκασμένος να το κρύβει, ζώντας σε ένα σανατόριο του Ζάλτσμπουργκ άρρωστος από φυματίωση και βαδίζοντας εν γνώσει του προς το τέλος της ζωής του, λίγο μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία. Γύρω του καθημερινή επαφή με τον θάνατο, ασθενείς μοιρασμένοι σε ορόφους αναλόγως της γειτνίασης με το τέλος της ζωής τους. Κι αυτός, απολύτως μόνος, χωρίς να έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, χωρίς να έχει τίποτε που να τον συγκρατεί από μια παράτολμη ενέργεια, αντιλαμβάνεται ότι θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία των γεγονότων, να αποβεί αυτός η ελάχιστη ποιότητα που είναι αρκετή για να καταρρεύσει το εφιαλτικό σκηνικό που ετοιμάζουν για τον κόσμο οι παράλογοι ηγέτες.  

Κατά βάθος είμαι το μόνο μέλος της οικογένειας που δεν ανήκει πουθενά. Που δεν έχει κάνει κάποια επιλογή. Σε ποια ομάδα εντάσσονται οι φυματικοί; Σε ποια ιδεολογία;

Αλήθεια, τι θα μπορούσε να κάνει ένας μουσικοκριτικός για να ανατρέψει τα σχέδια των ισχυρών; Ένας μουσικοκριτικός ίσως τίποτα. Ένας μουσικοκριτικός όμως στην κατάλληλη θέση, την κρίσιμη στιγμή, πολλά! Και από εδώ θα ξεκινήσει το ευφάνταστο σενάριο του Τζερουζάλμι. Ο Στάινερ θα αναλάβει να βοηθήσει τον εκδότη του Χανς στη διοργάνωση του Salzburg Festspiele, του φεστιβάλ Μότσαρτ, το οποίο οι Ναζί επιθυμούν να εκμεταλλευτούν προπαγανδιστικά φέρνοντας στα μέτρα τους (περισσότερο κατά το ύφος του Βάγκνερ) τη μουσική του Μότσαρτ.

Επέτειος της ένωσης Αυστρίας και Γερμανίας. Μεγάλη συναυλία στη Βιέννη. Λόγος του Πλάσκε, που μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο. Το Deutschland über alles αντήχησε στη σάλα. Θλίψη. Ύμνοι και εμβατήρια, ορατόρια και Λειτουργίες. Γιατί όλα αυτά πρέπει να γίνονται με μουσική συνοδεία;

Να σιγήσουν τα όργανα. Οι τενόροι, οι βιολονίστες. Να μην είναι συνεργοί σ’ αυτό. Από σεμνότητα.

Κατά μια ανέλπιστη συγκυρία -από αυτές που συνήθως λάθρα περνούν χωρίς να γίνει αντιληπτή η δυναμική τους- θα βρεθεί πολύ κοντά στο τιμόνι της ιστορίας. Αρκεί να μπορέσει να το στρέψει. Θα το πετύχει άραγε ή υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες (αρκεί και μόνον ένας) που εμποδίζουν την ανατροπή;

Η φιλαρμονική σταμάτησε να παίζει. Εγώ ήμουν ακίνητος. Με το πηλήκιο του Χίτλερ στα χέρια.

Αν το σχέδιο αποτύχει, αν η ιστορία δεν στρέψει την πορεία της,  τότε αυτός που η ζωή του υφίσταται καθημερινές ταπεινώσεις έχει τον τρόπο να περισώσει ό,τι μπορεί πια να σταθεί ανάχωμα στον παραλογισμό της εξουσιαστικής μηχανής. Κι αυτό μπορεί να γίνει μέσα από τη μουσική. Όχι, ο Τζερουσάλμι δεν έχει κατασκευάσει εδώ καμία ρομαντική εκδοχή για τον ρόλο της παντοδύναμης μουσικής που εναντιώνεται στην τραχύτητα της σωματικής ισχύος. Αντιθέτως έχει επινοήσει μια απολύτως ρεαλιστική παρέμβαση, ένα ρήγμα στο αδιαπέραστο τείχος της ναζιστικής ομοιομορφίας, μέσα από ένα μουσικό κομμάτι που μετατρέπει τους διώκτες σε συνοδοιπόρους των θυμάτων τους, και μάλιστα με τη συνοδεία οργάνων. Ένας υπέροχος τρόπος να δειχθεί η δυναμική μιας μόνης φωνής, μιας ιδέας που απαιτεί τόλμη, συναίσθηση του κινδύνου, που υπονοεί ταυτόχρονα την ιεράρχηση των αξιών – με τη διαφύλαξη της προσωπικής ζωής να μην είναι στην πρώτη θέση. Το ερώτημα τι θα έκανε ο Ότο Στάινερ αν δεν ήταν ετοιμοθάνατος, ας μην επηρεάσει τη σκέψη μας. Οι επιλογές ενός ανθρώπου, που καθημερινά νιώθει τον εξευτελισμό και την αδυναμία μπροστά στην ισχύ του παραλογισμού, ίσως να μην καθορίζονται από τη βραχύτητα του βίου και μόνον.


Αν, λοιπόν, το μόνο που μπορεί πλέον να περισωθεί είναι ο Μότσαρτ, εστιάζει σ’ αυτό, μεθοδικά ετοιμάζει τις κινήσεις του σε απόλυτη μυστικότητα, κι έρχεται η στιγμή να απολαύσει το έργο του και την αναμενόμενη συντριβή της υπερηφάνειας του ισχυρού αντιπάλου. Είναι τάχα λίγο αυτό; Σε μια εποχή που τα μεγέθη έχουν αντιστρέψει το ηθικό τους περιεχόμενο, έρχεται στο προσκήνιο η ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση να δείξει την αξία μιας συνειδητής πράξης. Πώς τώρα αλλάζει το ζύγισμα των μεγεθών! Ο Μότσαρτ σώθηκε. Αλλά μαζί περισώθηκε και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ακούστηκε και μια φωνή καταδικασμένη στην αφάνεια, φέρνοντας στην επιφάνεια τις εκατοντάδες χιλιάδες των θυμάτων που εσίγησε η φωνή τους.

Δεν είμαι κι εγώ σαν αυτό το τραγούδι; Κίβδηλος. Λίγο απ’ όλα. Όχι εντελώς Εβραίος, ούτε πραγματικά άθεος, μισός Αυστριακός, μισός Σιλεσιανός, όχι ακόμα νεκρός κι όμως απόβλητος του κόσμου των ζωντανών.

  Έξοχη η νουβέλα του Ραφαέλ Τζερουσάλμι. Πρώτον για το θέμα της. Δεύτερον για τον χειρισμό του θέματος, με το τελικό θαύμα να πηγάζει μέσα από τη σαπίλα των σωμάτων, από την αναμονή του θανάτου – ναι, έχει ίσως ιδιαίτερη σημασία ότι ο Στάινερ σε λίγο καιρό θα πεθάνει, γιατί δεν παραιτείται από τη ζωή αλλά ίσα ίσα προβαίνει σε πράξη που σφύζει από ζωή. Τρίτον αξίζει να δούμε πώς ο συγγραφέας, βετεράνος του ισραηλινού στρατού, στρέφεται στη γραφή, όχι για να αποδώσει στη μάταιη αιωνιότητα στρατιωτικά αφηγήματα άνευ ουσίας αλλά για να δώσει αυτό το διαμαντάκι που αυτοδίκαια κατατάσσεται στη λογοτεχνία με πολιτικό περιεχόμενο, με άποψη σαφή ευθαρσώς διατυπωμένη.

Η ελληνική μετάφραση ευτύχησε στα χέρια του έμπειρου Αχιλλέα Κυριακίδη, που διέσωσε το υποδόριο χιούμορ της γραφής (πίσω από την τραγικότητα των σκηνών), και μετέφερε με τον καλύτερο τρόπο τις πολλές μουσικές αναφορές εμπλουτίζοντας μάλιστα το κείμενο με τις σημειώσεις του. Ένα κείμενο γεμάτο από μουσική που ηχεί μέσα από την τραγωδία που ετοιμάζεται για τον κόσμο. Στην αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.



Διώνη Δημητριάδου