Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

"Με θέα τη ζωή" της Τίνας Κουτσουμπού μαζί με φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από την Αθήνα της Μπελ Επόκ


   "Με θέα τη ζωή" 

της Τίνας Κουτσουμπού

μαζί με φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από την Αθήνα της Μπελ Επόκ



               


Η Ελεονόρα στάθηκε τώρα στο πεζοδρόμιο έξω από το γωνιακό καφέ της οδού Εδουάρδου Λω με την  Πανεπιστημίου. Ώρες τώρα περπατούσε και τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο. Εδώ και μήνες  έκανε πάντα στις πέντε το απόγευμα τη συνηθισμένη της βόλτα: Μοναστηράκι, Παναγιά Γρηγορούσα, Σταδίου, Πανεπιστημίου μέχρι το ύψος του Αρσακείου. Έσφιξε το επανωφόρι στο στήθος της με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κράτησε καλύτερα το κλειστό φινετσάτο ομπρελίνο -   προστασία  από τον Απριλιάτικο ήλιο που σε λίγο πλησίαζε στη δύση του.




               Το εξασκημένο στην παρατήρηση μάτι της, κοιτάζει την Πανεπιστημίου. Τα περισσότερα σπίτια της είναι φωτισμένα. Στην απέναντι μεριά του δρόμου μπροστά από το Οφθαλμιατρείο είναι στημένη μια από τις μεγαλύτερες και γνωστότερες πιάτσες των λούστρων της Αθήνας. Παρατηρεί έναν απ’ αυτούς, τον αναγνωρίζει. Είναι ο Πίπης, το φτωχόπαιδο της γειτονιάς που με αριστοτεχνικές κινήσεις φέρνει το πλατύ χέρι του πάνω  κάτω στο παπούτσι του πελάτη τρίβοντάς το σαν να θέλει, όχι να το γυαλίσει, μα να το διαλύσει! Το αποτέλεσμα φυσικά, τον δικαιώνει. Ο πελάτης φεύγει όχι μόνο με τα υποδήματά του αστραφτερά, μα και με φορεμένο ένα πλατύ χαμόγελο καθώς  βαδίζει επιδεικτικά στην Πανεπιστημίου, παίζοντας αυτάρεσκα με το μονόκλ του.



       Το βλέμμα της ταξιδεύει για λίγο. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Βιβλιοθήκη. Πόσο της αρέσει να θαυμάζει αυτά τα κτίρια, έτσι όπως λούζονται στις χρυσοκίτρινες αχτίνες του ήλιου. Με το κάλλος των μαρμάρων και το αρχιτεκτονικό μεγαλείο τους, η πόλη μοιάζει κομψή, αριστοκρατική. Σκέφτεται πως αυτά τα κτίρια τής προσδίδουν αρχοντιά και γερνούν μαζί της στητά, σε πείσμα του χρόνου που τα μαστιγώνει και μοιάζουν να ’ναι προσκολλημένα ακόμη στον χρυσού αιώνα του Περικλή.            

 Ο μακρόσυρτος θόρυβος του τραμ, που χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο πια οι Αθηναίοι και περνά τώρα την Πανεπιστημίου, διαταράσσει τις σκέψεις της. Στη στάση μπροστά στην Ακαδημία, κατεβαίνουν τρεις κουτσαβάκηδες που πιάνουν να τραγουδούν για τα κάλλη της μαργιόλας που τους έκλεψε όπως φαίνεται την καρδιά. Η Ελεονόρα τούς βλέπει και χαμογελά καθώς παραπατούν σκουντουφλώντας στο χωμάτινο οδόστρωμα. Είναι γεμάτη η Αθήνα από δαύτους. Τονίζουν τις αντιθέσεις στην κοινωνία, σκέφτεται, σιγοψιθυρίζοντας κάποιους στίχους του Σουρή.  Στα διπλανά τραπεζάκια, κυρίες με αέρινα φορέματα και ακριβά γοβάκια κουβεντιάζουν παρέα με καλοβαλμένους συνοδούς: Ο αρραβωνιαστικός, μήπως ο σύζυγος; Να!  σαν αυτό το ζευγάρι που βλέπει εμπρός της. Η νεαρή κυρία καθισμένη με χάρη γύρω από το στρογγυλό τραπεζάκι, αγκαλιάζει ανέμελα την καρέκλα της, ενώ έχει την προσοχή της στραμμένη προς τον συνοδό της που, ενώ τής μιλά, γέρνει ελαφρά προς το μέρος της υποδηλώνοντας την ίσως πιο στενή τους σχέση. Πόσο τους ζηλεύει έτσι όπως χαίρονται ο ένας τη συντροφιά του άλλου!

          
    
        Άθελά της έρχεται στο νου ο πατριός της. Με το σοβαρό και παγερό του ύφος, το περήφανο παρουσιαστικό του και τον αυταρχισμό του, δεν της αφήνει περιθώρια ούτε να τον συμπαθήσει μα ούτε και να αφεθεί στην προστασία του «πατρικού του ρόλου». Επαναστατεί λοιπόν, κάθε μέρα και πιο πολύ με κάθε κομμάτι του εαυτού της, μα πώς να ξεφύγει από τον υποταγμένο ρόλο της γυναίκας της εποχής της; Να έμοιαζε στην Καλλιρρόη Παρρέν και τι δεν θα ’δινε! Διέξοδος μοναδική στη σκοτεινιά της ζωής της οι απογευματινές της βόλτες στην Πανεπιστημίου. Εκεί ξεχνιέται κι ονειρεύεται: όμορφα ρούχα, μεγαλεία, τον έρωτα. Να, κάποιον σαν αυτόν τον κύριο εκεί στο γωνιακό τραπέζι που καπνίζει δήθεν αδιάφορα αφήνοντας όμως προς το μέρος της τ’ ατίθασα δαχτυλίδια του αρωματισμένου του καπνού που την τυλίγει. Τον βλέπει που ισιώνει το καπέλο του και την κοιτάζει. Μήπως ονειρεύεται; Την καρφώνει με τα παιχνιδιάρικά του μάτια για ένα λεπτό και σκουπίζοντας τα χέρια στην άσπρη ποδιά του, τη ρωτά: «Δεσποινίς, τι επιθυμείτε να σας φέρω, παρακαλώ». Το όνειρο διαλύεται απ’ τα μάτια της Ελεονόρας δίνοντας τη θέση του… στη θέα της ζωής.

                                                              

Τίνα Κουτσουμπού